Υπάρχει κάτι που ονομάζουμε αλήθεια, όσο πιο κοντά του πας τόσο πιο απλό είναι. Εκεί το γέλιο και το κλάμμα συνυπάρχουν ειρηνικά.

το site της ταινίας Young@Heart εδώ

Δείτε τους νέους μας φίλους ενώ εγώ θα πάω να πλύνω πιάτα πετώντας!

( αυτές οι γραμμές γράφτηκαν μ’αφορμή αυτό το βίντεο που μόλις “δημοσιεύτηκε”)

Δεν είμαστε το σώμα μας. Δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε τα αισθήματα μας. Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι του χρόνου σε μια πραγματικότητα που επιπλέει στο άγνωστο και πλησιάζουμε τα πράγματα, θαυμαστά και όμορφα μόνον και μόνον επειδή υπάρχουν. Αυτή η βάρκα δεν έχει επιβάτη διότι την επιβαίνει το βλέμμα μας που μας κοιτά. Το βλέμμα μας φεύγει κάνει τον γύρω του κόσμου ξανά και ξανά να βρει διεξόδους και θαύματα, κάτι ψάχνει. Δε σταματά. Αυτή η βάρκα είμαστε εμείς και όλα όσα μας δίνουν μορφή, όλα αυτά που δεν είμαστε. Διότι δεν είμαστε καμμία απο τις εκδηλώσεις μας. Οι σκέψεις και τα πράγματα, οι αριθμοί και τα σχήματα είναι υλικά του κόσμου. Η διαφορά των λέξεων από τις πέτρες δεν είναι ουσιαστική, είναι κάτι σαν αντικείμενα με διαφορετικές πυκνότητες. Το νερό είναι φευγαλέο κι ο αέρας ούτε καν ορατός αλλά είναι υλικά στοιχεία. Δεν ισχύει πάντα ο διαχωρισμός μεταξύ πνευματικού και υλικού, ψυχικού και σωματικού, άυλου και υλικού. Το υλικό του κόσμου είναι ουσιωδώς ένα και γι’ αυτό μπορούν τα πράγματα να αγγίζουν και να αποτυπώνουν το ένα το άλλο.

Το θαύμα του κόσμου είναι εκτυφλωτικό και διακριτικό, δε φωνάζει, δε φωνάζει διαρκώς, συχνά απλώς κάθεται εκεί κι αυτή του η ηρεμία απέναντι στον παραλογισμό του “είναι” μοιάζει με το αρχαϊκό μειδίαμα. Μοιάζει τρομακτική και καθησυχαστική.

Σ’ αυτή την περιπλάνηση δεν βλέπουμε την ουσία(;) των πραγμάτων, βλέπουμε όμως τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, τις γεωμετρίες και τα χάσματα, τις εκτάσεις που ανοίγουν σκοτεινές και γι’ αυτό γεμάτες υποσχέσεις. Κομμάτια από την επιφάνεια του κόσμου και κομμάτια από τα πλέγματα των γεγονότων και των εννοιών μας βοηθούν να πλοηγούμε, να προσανατολιστούμε και να παίξουμε την ζωή μας. Άλλα πλάσματα κάνουν κι αυτά την διαδρομή τους, άνθρωποι, ζώα και πουλιά υπακούοντας κι αυτά στις δικές τους γεωμετρίες, σε σχέσεις, σε ρυθμούς, μόνον έτσι υπάρχει ενέργεια στα πράγματα.

Κάνοντας τον γύρο του μικρού μας κόσμου τα πράγματα γυμνώνονται και μοιάζει ο χώρος κι ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη σκλαβιά. Στον Πάτο της “Μαύρης Λίμνης” βρίσκεται η “Μαύρη Λίμνη”. Και οι εποχές έρχονται ξανά και ξανά και τα κοπάδια κι ο βάτραχος που μας κοιτάει κρυμμένος, μένει εκεί ερμητικός στην υπόσχεση του. Η επιθυμία υπέρβασης του χώρου και του χρόνου χτυπά πάνω στην ίδια την “ύπαρξη”, που είναι λέει κάτω από μιαν αρχή(υπ-αρχή), από κάτω. Αυτή η περιοχή του χώρου και του χρόνου στην οποία είσαι κλεισμένος σε πλακώνει όταν ανέβεις στην κορυφή ενός βουνού, σε πλακώνει στην καρδιά της ερήμου και στον μυχό της νύχτας, σε πλησιάζει όταν βρίσκεσαι στην αγκαλιά αυτού που αγαπάς, σε αφορά όταν κερδίζεις στο χρηματιστήριο κι όταν παίρνεις τον μισθό σου, σε κυκλώνει όταν ταξιδεύεις στην Αργεντινή και την Ταΐλάνδη και τρως εξωτικά φρούτα. Καμμία πολιτική απ’ αυτές που ξέρουμε δε μπορεί να απαντήσει σ’ αυτην την σκλαβιά και δεν υπάρχει κανένα σύστημα να του τα ρίξουμε ή έστω να το αντιπαλέψουμε και να αξιοποιήσουμε την οργή μας, την μανία, την θλίψη. Βαθύτατες.

Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια, όμως, είναι η επιθυμία, η αίσθηση και η έννοια… του “σπιτιού”. Κανένας ορισμός του σπιτιού δεν επαρκεί. Το σπίτι είναι η μέσα μεριά του ορίου, το κέντρο του κύκλου που ανοίγει στο άπειρο, η ανάστροφη αλλά ταυτόσημη απόδοση του “ταξιδιού”, της αναζήτησης της γνώσης, της απόδρασης. Ένα σπίτι μπορεί να διαλυθεί, να πουληθεί να αλλάξει και να ξαναστηθεί αλλού, αλλά.. τίποτα δε μπορεί να ξεριζώσει την ανάγκη του. Το μόνο που γίνεται είναι να ανοίξει, να γίνει τεράστιο, να απλωθεί παντού αυτή η αίσθηση, έστω για μια στιγμή, να μπορέσεις να αποκοιμηθείς σε μέρη άγνωστα. Το σπίτι δεν είναι το σπίτι. Το σπίτι είναι η σύνδεση μας με τα πράγματα, με την καταγωγή μας, με το γεγονός πως γεννηθήκαμε, κάποια στιγμή(!). Αυτή η καταγωγή είναι η πρώτη ύλη από την οποία είμαστε φτιαγμένοι, και έννοιες όπως Πατρίδα, Έθνος, Πατέρας, Μάνα από κει πηγάζουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητες. Διότι είναι υπαρξιακά θεμελιωμένες. Αν δεν ήταν θα ήμασταν έτοιμοι για το μηδέν και το μη-είναι, πράγμα που είναι επίσης παράλογο για τον ασυνείδητο εαυτό. Η Κοινωνία, η Ιστορία, η Οικονομία δεν είναι έξω από τα πρώτα ερωτήματα, δε στερείται την σωματικότητα της φιλοσοφίας αλλά την εμφανίζει. Δεν αποσβέννει την αναγκαιότητα της Θεολογίας αλλά την εξωθεί. Δεν προσπερνά και υπερκαλύπτει τα οντολογικά, απλά, ερωτήματα αλλά τα επιβάλλει. Ένα παιδί φωνάζει μέσα σ’ όλα αυτά τους γονείς του πριν καν ρωτήσει τον εαυτό του: “Γιατί;”

Θα τελειώσω αυτές τις γραμμές με τρόπο αυθαίρετο, με αναφορά στην επιθυμία για Φως, για Ζέστη, απεριόριστο Ουρανό και άπλετο Ήλιο. &)

Για τον David OReilly έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση.

Για τον Jon Klassen αλλά και το Black Lake δείτε εδώ!

Το Μάρτιο του 2008 ο Randy Peters, ένα εννεάχρονο αγόρι από το Σικάγο ανέβασε το πρώτο μέρος του animation: Octocat. Έδωσε ηλικία 13 χρόνων για να μη του σβήσουν τον λογαριασμό οι διαχειριστές του YOUTUBE.

Πρόκειται για την Ιστορία ενός γατιού με οκτώ πόδια που ψάχνει τους γονείς του. Ο Octocat περπατά σ’έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και γρίφους. Η άτσαλη ομορφιά της εικόνας ασκεί μιαν απαράμιλλη γοητεία. Ένα παράλογο χιούμορ ανατρέπει ανεπαίσθητα τον εαυτό του συνεχώς και ένας διαρκής ρυθμός οδηγεί τα πράγματα χωρίς να σταματά πουθενά. Η αυτόματη γραφή, η ροή των συνειρμών που έχουν ΚΑΙ τα παιδιά όταν φτιάχνουν τους κόσμους τους, αγκαλιάζει τα αισθήματα ακέραια αλλά δε μένει πουθενά, συνεχίζει, ρέει ακάθεκτη, γεμάτη αίματα και γέλια, για πάντα.. Υπάρχει Μυστήριο, Οργή, Αγωνία και Μελαγχολία σε αμείωτη, παράφορη ένταση, μαζί με διαρκές, υπόγειο, χιούμορ. Ζητά τους γονείς του. Τι σημαίνει αυτό; Η ένταση και η εμμονή του αιτήματος έτσι απομονωμένου γίνεται φιλοσοφική.

Η επιτυχία ήταν άμεση, τεράστια και μη αναμενόμενη, το πρώτο μέρος έφτασε τις 100.000 επισκέψεις σε δύο μέρες. Όλοι περίμεναν το επόμενο. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος έγινε μια ανατροπή.. το παιδικό σχέδιο μετατρέπεται σε τρισδιάστατο animation! Πως; Σok!!! Τι έγινε;

Το παιδί πίσω από το Octocat ήταν τελικά ο 23χρονος σχεδιαστής David OReilly… Θα πει έπειτα πως το Octocat ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελε να ελέγξει και να στηρίξει την πεποίθηση του πως: Το κοινό δε χρειάζεται καθωσπρέπει εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα σχέδια και γραφικά για να εμπλακεί σε μια ιστορία. Το κοινό χαίρεται να παρακολουθεί και το πιο κακότεχνο, άτσαλο, κακοδουλεμένο στον ήχο και στο Ντουμπλάζ  κατασκεύασμα όλων των εποχών και μπορεί να γελάσει και να κλάψει όπως και με τα κινούμενα σχέδια των μεγάλων στούντιο.
“audiences don’t need polished, slick animation to find a story engaging. They are happy to follow the worst animated, worst designed and worst dubbed film of all time, and still laugh and cry and do all the things you do watching a so-called “high end” film. Its amazing, I’ve never been so excited about independent animation.”
Ο Γιάννης Τσαρούχης είπε κάτι απολύτως σχετικό. Δε το θυμάμαι επακριβώς αλλά ήταν κάτι του στυλ: Το μεγαλύτερο μάθημα της “Μοντέρνας” Τέχνης είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να αποδώσει ένα θέμα άσχετα από την τεχνική και τις ικανότητες του, αρκεί να έχει μια πραγματική συγκίνηση. Το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού λοιπόν, κάπου στον άνθρωπο, στο στίγμα που διαπερνά αυτά που κάνουμε κι όχι σ’αυτά που κάνουμε καθ’αυτά.

Το OCTOCAT ήταν μια μεγάλη επιτυχία. (Υπάρχουν αρκετά σχετικά άρθρα, ο ίδιος ο OReilly προτείνει αυτό) Έκτοτε, όμως, δε σταμάτησε να συνθέτει, να διασκεδάζει και να υπερασπίζεται τα εξαιρετικά και κάποτε εξαιρετικά δύσκολα έργα του. Η δουλειά του είναι ταυτόχρονα Ζωγραφική, Βίντεο, Ποίηση, Πειραματικός Κινηματογράφος. Όπως και να χει αυτά δεν έχουν σημασία..
Κι αν μιλά συχνά για νεωτερισμό τελικά φαίνεται πως αυτός είναι ο τρόπος του να ψάξει μια περιοχή όπου μπορεί να αναπνεύσει και να πει, ή μάλλον κάνει, αυτά που του φαίνονται αναγκαία, ευχάριστα, προφανή. Η Μοντέρνα εμμονή στον νεωτερισμό, που σήμερα ακόμα επιβιώνει, ευθύνεται για πολλές επηρμένες κουταμάρες. Εδώ έχουμε κάτι άλλο.

Καλή δουλειά λοιπόν σε οποιονδήποτε θέλει να πιάσει ένα μολύβι, μια κιθάρα, ένα ακαταλαβίστικο 3d πρόγραμμα, ένα οτιδήποτε απ’όσα απαρτίζουν αυτόν τον κόσμο!

Δείτε εδώ, πρόκειται για την συμβολή του σε ένα ομαδικό project που ονομάζεται psst. Εδώ ένα κείμενο του περί αισθητικής

Ακολουθείτο βίντεο του τραγουδιού “I’ll Go Crazy If I Don’t Go Crazy Tonight” για τους συντοπίτες του U2 (Μωρό μου, ξέρω πως δεν είμαι μόνος μου..)

Αυτές οι εικόνες έχουν την ποίηση και την δύναμη, την γοητεία, μιας φυσικής καταστροφής! Ενός Μεγάλου Σεισμού, μιας αγριεμένης Φωτιάς που τρώει τα βουνά και τα δάση, ενός Ηφαιστείου που ξύπνησε. Πόσο ωραίος είναι ο τρόμος, πόσο αληθινό να αισθάνεσαι ελάχιστος! Μανικό και το πλήθος και η Ιστορία.

Τέτοιες στιγμές αποκαλύπτεται ατόφια η ομορφιά και η έξαψη της Ταραγμένης Πόλης, της πόλης που ξεχειλίζει από προσμονή. Της Πόλης που βλέπει η οργή της να χτίζει έναν καλύτερο κόσμο. Τέτοιες στιγμές ορθώνεται αναντίρρητη η αίσθηση πως η Ιστορία γράφεται από σένα κι μαζί της έρχεται κι εκείνη η γλυκιά παθιασμένη σύγχυση που μοιάζει να ελευθερώνει από το κενό του είναι.

Υπάρχει όμως κάτι που δε πρέπει να ξεχνάμε. Η εικόνα αυτή είναι επίσης μια περιγραφή, ένα ακόμα καθρέφτισμα κι όχι το τέλος του ταξιδιού όπως νομίζουν κάποιοι επαναστατίσκοι. Δε πρέπει η ένταση της εμπειρίας να μας παρασύρει. Κι αν έχει μεγάλες συγκινήσεις, και τι μ’αυτό; Η εικόνα αυτή διηγείται επίσης σε ένα άλλο επίπεδο την καθημερινή αλήθεια του ανθρώπου(τουλάχιστον) που στενάζει μέσα στον χώρο και τον χρόνο. Που πνίγεται μέσα στην αδυναμία της σχέσης και της δικαιοσύνης στην ίδια του την ζωή, ακόμα κι απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό.

Sadness to me is the happiest time
When a shining city rises from the ruins of my drunken mind
Those times when I’m silent and still as the earth,
The thunder of my roar is heard across the universe.

Mevlana Jalaleddin Rumi

Η προηγούμενη νύχτα θα φύγει σιγά σιγά μακριά κι όσα συμβαίνουν τώρα θα ξεχαστούν ή στην καλύτερη περίπτωση θα γίνουν ιστορίες που θα αφηγούμαστε. Το να πεθαίνεις στους δρόμους της Τεχεράνης αυτές τις μέρες έχει νόημα ξεχωριστό. Αυτές τις μέρες ζούμε την ελπίδα ενός γεγονότος που έχει μέγεθος συγκρίσιμο με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Τι πρέπει να κάνεις τέτοιες στιγμές αλήθεια; Αυτές τις μέρες τις έχω περάσει αγνοώντας τις εορταστικές εκδηλώσεις, κοιτώντας με όσα μέσα έχω προς την Ανατολή. Η Περσία(Ιράν) είναι πολύ κοντά μας. Τα κοινωνικά της χάσματα, η πολιτισμική της ιδιαιτερότητα, τα συμπλέγματα της και η θρησκευτικότητα της, μας αφορούν, είναι άξια προσοχής, μελέτης.

Η Ελπίδα ζει μέσα στην Νύχτα και η Πίστη στην Απουσία. Για να ζητάς κάτι πρέπει να το γνωρίζεις κι απ’ότι φαίνεται οι άνθρωποι γνωρίζουν περισσότερα απ’όσα έχουν ζήσει. Κουβαλάμε περισσότερη ιστορία απ’όση αντέχουμε (κοινωνική-εθνική-οικογενειακή). Κάποιες φορές δεν υπάρχει χώρος να έχεις την δική σου ιστορία, έναν χώρο πέρα από τις αφηγήσεις των άλλων κι έτσι η υποκρισία ή η αδιαφορία μοιάζει κάπου δικαιολογημένη. Σκέφτομαι όλους αυτούς, όλους εμάς που καλούμαστε να είμαστε δυνατοί κι όλους αυτούς που κάνουν σα να μη συμβαίνει τίποτα…

Ακούστε τις φωνές των Ανθρώπων που φωνάζουν μέσα στην νύχτα από ταράτσες και μπαλκόνια. Φαντάσματα. Φωνές σκέτες, χωρίς σώματα, αποκλειστικά πόθος, σκέτη επιθυμία. Η Νύχτα είναι το ηχείο της ελπίδας και του πόθου. Σ’ αυτό το σκοτάδι φωνάζουν είτε “Ο Θεός είναι Μεγάλος” είτε “Χουσεϊν! Ωωω, Χουσεϊν!” Και τα δυό αμφίσημα. Με πολιτικήθρησκευτική διάσταση.
Οι φωνές τους φωτίζουν, κρατάνε την νύχτα στις μύτες των ποδιών της, στέλνουν ένα ρίγος που δε μπορώ να ξεχάσω αυτές τις μέρες όταν πέφτω για ύπνο. Τι είναι ο πόθος;
Οι φωνές τους δεν αφήνουν την νύχτα να νυχτώσει.

ακολουθεί μια επιλογή από συνδέσμους για την ιστορία του Σύγχρονου Ιράν. Τα καταθέτω για όποιον θέλει να καταλάβει λίγο πιο βαθιά τον πολιτικό-ιστορικό-πολιτισμικό μηχανισμό που είναι στημένος εδώ και ΠΟΛΥ καιρό και οδηγεί τα πράγματα…
Read the rest of this entry »


(το βίντεο παίζει σε “λούπα” δύο φορές τις ίδιες εικόνες)

Το Βίντεο που βλέπετε είναι παραγωγή του Fame Festival που οργανώνεται σε μια μικρή υποβαθμισμένη πόλη της Ιταλίας, την Grottaglie από το STUDIOCROMIE. Το STUDIOCROMIE είναι μια μικρή επιχείρηση κάποιου Angelo Milano που εκδίδει βιβλία και χαρακτικά κι αγκαλιάζει καλλιτέχνες των πόλεων.
Ο τίτλος του Festival: FAME, είναι ένα λογοπαίγνιο. Αναφέρεται ταυτόχρονα στην “Αγγλική” ΔΟΞΑ και την “Ιταλική” ΠΕΙΝΑ που γράφονται με τον ίδιο τρόπο. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ που οργανώνεται απέναντι στην αδιαφορία των πολιτικών και των γενεών που νέμονται τα πράγματα εαυτιστικά. Ένα φεστιβάλ που στρέφεται προς την υποβαθμισμένη πόλη, στους τοίχους του κόσμου που από ερείπιο γίνεται καθρέφτης να δει κανείς τέρατα και θαύματα. Σ’αυτό τον καθρέφτη μπορεί κανείς να δει την επιθυμία κάποιων να ζήσουν μια ζωή ζωντανή. Κι αυτό σημαίνει να αφήσουν όλες τις ερωτήσεις, χωρίς λουριά, να ραπίζουν τον νου. Σημαίνει να επιτραπούν όλα τα ενδεχόμενα, να ανοίξει έστω για λίγο το πλαίσιο της σκέψης και της αίσθησης σε όσα πιθανώς δε περιέχει κι ας τα έχει ανάγκη. Σ’αυτά τα πολύτιμα κι αναγκαία ανήκει βέβαια κι ο φόβος κι ο τρόμος.
Το φεστιβάλ τοποθετείται δυναμικά χωρίς να ζητά βοήθειες, χωρίς να χάνει χρόνο γκρινιάζοντας. Δίνει στην Πόλη, στο σώμα της κοινής μας ζωής, το φως και την προσοχή, την δυνατότητα του.

Το βίντεο είναι ωραίο και γεμάτο αφορμές. Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα κουρασμένο κομμάτι της πόλης, σε μια της ρυτίδα, σε κάποια γωνία της μάλλον κρυφή. Εκεί γράφεται ένα έξαλλο ποίημα με εικόνες.

Τι είναι το παιχνίδι;
Το ζητούμε και με ανακούφιση το υποδεχόμαστε όποτε μπορούμε.

Εδώ ένα κτήριο, μια αυλή, ξύλα και πέτρες, σκουπίδια των γύρω δρόμων, γίνονται τα playmobil με τα οποία ένα μικρό παραλήρημα ξεσπάει για να μας θυμίσει μια ποιότητα βασανιστικά μετέωρη και ερεθιστική. Μια τελετή, ενίοτε από φάρσες φτιαγμένη, που θυμίζει την αίσθηση της ζωής, ρευστής, πυκνής, πηγαίας, ανακόλουθης.
Υπάρχει σ’αυτό το χορό κάτι σκοτεινό και συνάμα γιορτινό. Υπάρχει μαζί η χαρά της μεταμόρφωσης και η μετουσίωση της μνήμης… σε κάτι άλλο, πολύ κοντινό, όσο μια σκέψη δική μας, πολύ μακρινό, όσο ένα σύννεφο που περνά στον ορίζοντα
και το νόημα του το σβήνει το ίδιο το ταξίδι του.

Δε ζητάω από αυτά τα έργα να μου οργανώσουν την εικόνα που έχω για τον κόσμο. Να φωτίσουν το μέλλον, δε περιμένω. Μου αρκεί το θάμπωμα που έχουν και δίνουν. Η αγωνία τους που απλώς εμφανίζεται και φεύγει.
Δε τους ζητώ να ξεπερνούν τα ψευτοδιλήμματα του ηλίθιου αναπτυγμένου πολιτισμού μας.
Αυτό που έχουν μου αρκεί.
Η ωμή ζωτικότητα.
Η δίψα και το
φίλεργο
κέφι.

Ένα τραγούδι που έγινε επιτυχία λόγω του τολμηρού του βίντεο. Γυμνά κορίτσια αυτάρεσκα περπατούν στο πραγματικό Παρίσι και τραγουδούν στίχους εξοργιστικούς και αποκαλυπτικά ευθείς. Το βασικό θέμα είναι τα “θέλω” τους. Τα “θέλω” τους αφορούν μόνο σε ΣΕΞ, ΑΓΑΘΑ, και ΔΟΞΑ-ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ. Για όσους δε ξέρουν Γαλλικά, η μετάφραση τα λόγια τα κάνει κάπως αφηρημένα και δεν αποδίδει την τσαχπινιά και την χυδαιότητα του ύφους, το τσουχτερό χιούμορ και τις πολύ συγκεκριμένες αναφορές στην μιντιακή πραγματικότητα.
Ο κόσμος που αποτυπώνουν είναι πραγματικός. Δε μπορούμε όμως να πούμε πως αυτό είναι μια κριτική ματιά… Το σύστημα, έχει γραφεί, μισεί πλέον τον εαυτό του, αυτοσαρκάζεται κι έτσι μοιάζει ακόμα πιο άτρωτο, μοιάζει η απελπισία του να το τονώνει, και συνεχίζει απελπισμένα ο κόσμος με πλήρη επίγνωση, χωρίς διάθεση να αλλάξει, χωρίς πρόθεση να κινηθεί προς την (αποτολμώ αυτή τη θέση) πραγματική του επιθυμία για άλλο φως, για άλλες χαρές.
Αυτές οι “άλλες” αισθήσεις μοιάζουν πλέον άγευστες, ανύπαρκτες, μυστικές-μυστικιστικές. Ποιός τις έχει ανάγκη; Στην κόλαση έχει χαβαλέ!

Ένα άλλο θέμα που κραυγάζει είναι η θηλυκή σκέψη(εδώ γελάμε ή κλαίμε αναλόγως) όπως αυτή (αυτο)παρουσιάζεται. Εδώ υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος εσωτερικών μονολόγων από κάτω, τρομακτικών ευαίσθητων και.. μακριά από μας.
Η διάχυτη βλακεία της θυματοποίησης των γυναικών και το αδιέξοδο της δαιμονοποίησης των ανδρών, οδήγησε πολύ κόσμο στο να εγκαταλείψει όλα τα εργαλεία κατανόησης αυτών των προβλημάτων.
Δε μας παρατάς! Δεν υπάρχουν άνδρες πια!
Όσοι νομίζουν ακόμα πως φταίει η “Πατριαρχεία” για όλα, θα τους πρότεινα να το ξανασκεφτούν (το λέω πολύ ήπια). Ας βάλουμε μέσα στην κουβέντα τουλάχιστον ένα πράγμα: πρώτα είμαστε άνθρωποι και μετά είμαστε άνδρες και γυναίκες.
Θα επανέλθουμε αλλού νομίζω…

Εδώ θα προσθέσω κάτι ακόμα… Που θεωρώ πιο σημαντικό. Τον τρόπο και την ευκολία με την οποία μιλάμε για το “Σύστημα” τα θεωρώ βαθύτατα αδιέξοδα και εξοργιστικά. Το λεγόμενο “Σύστημα” είναι μια έννοια ελλιπής και παραπλανητική. Κατά βάθος μεταφέρει το βάρος της επιλογής από τα πρόσωπα, αποκλειστικά, στις δομές. Στην πράξη αυτό καθιστά τη σκέψη μας μονοκόμματη και τυφλή. Μπορούμε χωρίς να κοιταχτούμε στο καθρέφτη να μιλήσουμε για όλα. Μπορούμε ακόμα να φτιάξουμε τρομοκρατική οργάνωση, να σκοτώσουμε άλλους ανθρώπους, να γράψουμε και προκηρύξεις μνημειώδους χοντροκοπιάς και ανοησίας. Ο πολιτικός λόγος για να μη πέσει στα δίχτυα της ψυχολογίας και της θρησκείας αντικειμενοποιεί τα πράγματα και τα αποξηραίνει. Το να φταίει το “Σύστημα” είναι μια βολική λύση αλλά διαχωρίζει τις δομές από τις οντολογικές τους προυποθέσεις. Τελικά δε καταφέρνει να αγκαλιάσει τον σύνολο άνθρωπο. Το βάθος και το αίνιγμα του “κακού” δε περιγράφεται μόνο συστημικά. Το γιατί δε μπορούμε να έχουμε έναν δίκαιο κόσμο δεν έχει ούτε και θα απαντηθεί με την περιγραφή των μηχανισμών της κοινωνίας. Το βάθος του “κακού” και του εσφαλμένου δεν έχει τέλος. Είμαστε όλοι χρεώστες κάπου. Και οι Ποιητές και οι Συνδικαλιστές ωφείλουν στο αίνιγμα της ζωής λίγη προσοχή, λίγη σεμνότητα. Κι αυτό δε θα τελειώσει ποτέ και με κανένα σύστημα.

Baby baby baby

Je veux des plans sur la commode
Je veux Tellier sur mon iPod
Je veux l’amex black de ta mère
Je veux la voiture de ton père

Je veux sortir avec tes potes
Je mettrai ma plus belle culotte
Je veux une session un peu hot
Je veux bien que tu regardes mais pas que tu pelotes

Baby baby baby

Je veux être dans le top de justice
La main gaspard sur ma cuisse
Je veux compter même sans les doigts
Je veux les tiens au bon endroit

Je veux pas prendre les escaliers
Tiens c’est parfait tu vas me porter
Je veux que moi sur les photos
Et je veux poser pour St-Lau

Je veux des enfants surdoués
Et je veux que mon chien soit diplôme
Je veux ta téte sur un plateau
Je veux la mienne chez Denisot

Baby baby baby

Je veux pas de cake je veux de la coke
Je veux pas de Kate je veux Ethan Hawk
Je veux sauter d’une grand échelle
Toi tu te démerdes pour l’arc en ciel

Je veux des glaces choco vanille
Je veux tes boules a la myrtille
Je veux danser comme Vanessa
Je veux voir son mec a Ibiza

Je veux dormir quand tu te réveilles
Et je veux le même t-shirt que Yelle
Je veux rentrer dans tout mes jeans
Et je veux que tu me rinces avec ta prime

Je veux des glaçons dans mon verre
Faire une soufflette a ta grand-mère
J’ai vu ton ex tu sais la sotte
Dis lui que j’ai retrouve ses bottes

Je veux pas de noyau dans ma cerise
Je veux que tu redresses la tour de Pise
Je veux jouir dans une 2 chevaux
Et je vais le faire derrière ton dos

Μια αγγλική μετάφραση με hyperlinks(!) εδώ

Και το BONUS!!! Μια ακόμα πιο χυδαία εκδοχή! Για την προώθηση ενός Βίντεο παιχνιδιού…
Ο Βόθρος δεν έχει όρια! Και το λέω αυτό χωρίς υποκριτικές καταδίκες. Τα βλέπω όλα αυτά και παράλληλα με την όποια κριτική απόσταση μου φαίνονται πιο εύστοχα και ειλικρινή και επικίνδυνα από πολλές φιλανθρωπικές ψευτιές που κυκλοφορούν!
Όλα αυτά δείχνουν πως η κριτική έχει φτάσει στα όρια της και πρέπει να κάνουμε στην ζωή μας πράξη τα όσα ευγενικά γενναία και φωτεινά αναζητούμε. Χαίρετε!

Γοητεύτηκα αλλά…
Αυτό το θαυμάσιο βίντεο μου πάτησε κάποια κουμπιά αλλά…

Ήθελα και πολύ το σκεφτόμουν να ανεβάσω αυτές τις εικόνες. Εξ’ άλλου είναι τόσο φωτεινή και όμορφη η σημερινή ημέρα, είναι τόσο γλυκό αυτό το Σάββατο που ντρέπεται κανείς να προπαγανδίζει όλα αυτά τα σκοτάδια.
Αν και αυτή την περίοδο επιθυμώ την σιωπή (η οποία μου λείπει) αποφάσισα να σηκώσω αυτό το κομμάτι κάνοντας ένα σχόλιο.

Το τραγούδι μιλά για διαφορετικά πράγματα από το βίντεο. Το βίντεο έχει μια αφήγηση αρκετά ελεύθερη με επάλληλα στρώματα αφήγησης που θέτουν διαφορετικά θέματα όχι απαραιτήτως ομόκεντρα. Η δύναμη του είναι αποστομωτική. Είναι ένα σκοτεινό τραγούδι για το ψέμα, ένα όνειρο βγαλμένο από το σκοτεινό μυστήριο των ανθρώπινων προσώπων, την απειλή των κρυφών προθέσεων, που κρύβονται παντού.
Η ορμή του με κάποιο τρόπο ενεργοποιεί και τελικά μπορεί να δίνει φόρα για άλλα πράγματα (λιγότερο κοπρολάγνα). Κι αυτό παρά το αυτάρεσκο τέλος που αποτελεί κλασσικό δείγμα του σύγχρονου χιούμορ.
Όμως κάτι μου λείπει. Επιμένω. Όλο αυτό το παιχνίδι με τις σκιές θεωρεί δεδομένη την επιθυμία για φως. Κακώς.
Είναι πολλοί αυτοί που το έχουν χάσει από τα μάτια τους εδώ και καιρό. “Πρέπει να κοιτάς εκεί που θέλεις να πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς”. (ποιός το είπε αυτό αλήθεια; )

Αν μπορούμε να καθρεφτιστούμε μόνο στο σκοτάδι είναι γιατί μας γοητεύει. Το’ χουμε διαλέξει. Μας δίνει ασφάλεια.
Είσαι στο απυρόβλητο όταν αποκλειστικά κατεδαφίζεις. Δε σφάλεις όταν αρνείσαι, όταν μιλάς το ψέμα που έχει καταπιεί τα πάντα. Δε σφάλεις όταν αδειάζεις λίγο ακόμα την χωματερή των ανθρώπινων μυαλών. Κι όμως όλο την αδειάζουμε και όλο πιο μπουκωμένη μοιάζει. Οι ντομάτες που πετάξαμε στους υποκριτές είναι ακόμα εκεί και σαπίζουν, και η δυσοσμία τους μπορεί να είναι ακόμα χειρότερη. Καλύπτει και αφανίζει όποιο ελάχιστο άνθος πάει να φυτρώσει, εξαφανίζει κάθε άλλη μυρωδιά αυτού του κόσμου.
Μοιάζει να μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για την αδικία του κόσμου, για το κακό τίποτα. Ακόμα και την αγάπη την έχουμε κάνει φλυαρία και φαντασία, συναίσθημα και ενοχές. Πως έγιναν αυτά όλα; Δε με νοιάζει ποιος φταίει. Αν συνεχίσω την διαδικασία της αφαίρεσης, της απογύμνωσης, θα αφαιρέσω και την γοητεία του σκοταδιού, καθώς και την απολαυστική αυτοδικαίωση της καταγγελίας. Μπορούμε να κοιτάμε γύρω και να μας θρέφουν όλα, μπορούμε την ορμή τους να την αλλάζουμε ελάχιστα για να την πάμε κάπου αλλού.

Η απόλαυση της δυσοσμίας στο όνομα της δικαιοσύνης και της ουτοπίας, ο αυτοκαταστροφικός ναρκισσισμός που αναφέρει ο Curt Cobain στο τελευταίο του γράμμα, η κοπρολαγνεία της τέχνης και των τηλεοράσεων δε διαφέρουν πολύ. Ας μιλήσουμε για ένα άλλο τίποτα, ακόμα περισσότερο τιποτένιο, ακόμα πιο ελαφρύ, πιο μακρινό, σιγανό. Η χυδαιότητα του κυνικού ξερόλα πάει χέρι με χέρι με τους νευρωτικούς ευτυχισμένους που καταδικάζει.
Κάθομαι πίσω στην καρέκλα μου, θυμάμαι και παίρνω μιαν ανάσα. Όταν φύγει όλο αυτό το σφίξιμο, τι θα μείνει;

Τα ζάρια (που δεν παίζει ο Θεός κατά τον Αινστάιν) φτιάχνουν τις εικόνες του κόσμου και εμάς. Σωματίδια στοιχειώδη σε συνδυασμούς. Η ύλη του κόσμου μπορεί να αθροιστεί όλη μαζί σ’ ένα ξέφρενο ερώτημα, επιφανειακά ψύχραιμο κι αμίλητο.
Ακόμα και στην πιο ανόητη και βαρετή εικόνα του κόσμου κάτι απίθανο επιμένει, κάτι ανεξήγητο και ρευστό. Ναι. Μ’ένα κουβά ζάρια φτιάχνεται ένας κόσμος άπειρος.

Υπάρχει ο ενθουσιασμός για την γεωμετρία και τους αριθμούς που φτιάχνουν κόσμους ολόκληρους,
από τη μια
και για την αίσθηση πως τα πράγματα είναι απερίγραπτα, πιο μεγάλα από τον εαυτό τους,
απ’ την άλλη.
Τα πράγματα είναι πάντοτε ξένα. Αντιφατικά. Ταιριάζει να μένουμε σιωπηλοί μπροστά τους. Όπως ταιριάζει να παίζουμε μαζί τους. Η αίσθηση αυτή, αυτό το ξένο, μας αποτρέπει να ταυτιστούμε μ’ όσα λέγονται και φαίνονται. Κάθε λέξη κάθε κόκκος ρυζιού μοιάζει ακατανόητος. Η αίσθηση αυτή παίρνει πολλές γεύσεις, μοιάζει με μοναξιά ή με ελευθερία ή ακόμα και βλακεία όταν κάτι ελάχιστο επιμένεις να το ρωτάς για την ουσία του…

Κι ενώ το ζητάμε με λύσσα το νόημα των πραγμάτων, αυτό μας απειλεί. Η ανάγκη για νόημα μας κατατρώει, όσο και η αβάσταχτη τυχαιότητα της ζωής, που μας κάνει ασήμαντους. Η αλυσίδες των γεγονότων που οδηγούν; αποχτούν νόημα από τα αποτελέσματα τους; Και ποιό είναι το σημείο που μπορούμε να σταματήσουμε να κάνουμε τον απολογισμό; Ποιό είναι το πλέον ακραίο αποτέλεσμα; Ο θάνατος; Είναι το τέλος αυτό;

Κι εδώ θέλω να σταματήσω αλλά δε μπορώ.

Χρειαζόμαι, μάλλον, ένα τραγούδι. Για την ελευθερία από το νόημα. Ένα τραγούδι που δε θα ‘ναι μηδενιστικό αλλά θα είναι και μηδενιστικό. Ένα Ναι, μια Ναιότητα διαφορετική..  “_”     Θα ακούσω το τραγούδι που υπέρκειται σα να είναι κομμάτι της δικής μου ζωής.

________

Έχω περπατήσει στους δρόμους έχω δει τοίχους να πέφτουν και έχω σκουπιστεί με χαρτοπετσέτες, έχω αγαπήσει ανθρώπους που δεν είδα ποτέ, έχω πιει κόκα κόλα, έχω πέσει με το ποδήλατο, με την μηχανή, με το αυτοκίνητο, έχω ένα ταξίδι στο μυαλό που γελά με τα ταξίδια, έχω έναν φόβο δίχως όνομα που με τρώει, έχω πράγματα ξεχασμένα παντού και τραγουδώ όταν πλένω τα πιάτα, έχω περάσει μέρες και μέρες αμίλητος, έχω διασχίσει έντρομος σκοτεινούς διαδρόμους πολυκατοικίας φωνάζοντας την μαμά μου για να πάρω κουράγιο, έχω τρέξει σε στενά για να μη με μαχαιρώσουν κι έχω χάσει αεροπλάνο, έχω φάει πολλά αμυγδαλωτά σήμερα, έχω μπλούζες που δε μου κάνουν, έχω χάσει πολλά κλειδιά, έχω γελάσει σε σημεία που κανείς άλλος δε γελά σε θέατρα και σινεμά και βιβλία, έχω μια φίλη από την Ιαπωνία που ζει στον Καναδά και δεν έχω μιλήσει μαζί της εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, έχω το τηλέφωνο δίπλα και έχω δει αυτό το βίντεο, έχω τηλέφωνα να πάρω και έχω αναβάλει ότι μπορώ να αναβάλω αρκετές φορές, έχω ψάξει αυτά που δεν έχασα ποτέ και δε χρειάζομαι, σε κανέναν.
Σας εύχομαι μια φωνή που να σας ξεπερνά, να ανακαλύπτεται με έκπληξη στα λόγια σας τον κόσμο. Σας εύχομαι να πηγαίνετε χωρίς προσπάθεια στην χαρά. Σας εύχομαι να ξυπνάτε μέσα στην νύχτα και να βρίσκεστε μέσα στην ησυχία κι αυτή η ησυχία να μη σας βλάπτει, να σας δυναμώνει.

________

οι δυό αυτοί τύποι στη wikipedia
Οι στίχοι ακολουθούν:
Read the rest of this entry »

Οι μηχανές του Felix Thorn παίζουν μουσική. Είναι γλυπτά επίσης. Είναι χειρονομίες ενός ανθρώπου καταχωρημένες πάνω στα πράγματα…

Η σχέση μας με το φυσικό και το τεχνητό είναι θολή. Που ξεκινά η μηχανή και η τεχνική; Που σταματά; Που βρίσκεται το ανθρώπινο στην τέχνη αλλά και στην ζωή; Αν το σώμα είναι κι αυτό μια μηχανή, έχει νόημα η ελευθερία ή η ίδια η ζωή; Έχουμε διαλέξει οτιδήποτε; Εμείς διαλέγουμε ή εμείς είμαστε εκδηλώσεις μιας “μηχανικότητας” και απλώς κυλάμε μέσα στο χρόνο ανάλογα προς τους “μηχανισμούς” της ;
Οι μηχανές ακουμπάνε πάνω μας. Όπως εμείς ακουμπάμε το πινέλο και κάτι από το αίνιγμα μας αποδίδεται (κάποιες φορές τουλάχιστον). Κι όταν κρατάμε μια φωτογραφική μηχανή πάλι κάτι αποδίδεται με αυτό το άγγιγμα. Κι όταν πάλι την μηχανή την βάλαμε κάπου κι απομακρυνθήκαμε, ακόμα κι εκεί η φωτογραφία που παράγεται έχει καθοριστεί κάπου στον χρόνο από κάτι δικό μας, άγνωστο ακόμα και σε μας. Έτσι όταν κάποτε ακουμπήσαμε τα πλήκτρα του υπολογιστή ή τις βίδες του ηλεκτρικού μας κλειδοκύμβαλου κάτι που μας υποδηλώνει παραμένει. Το ότι αυτό το στοιχείο είναι κρυφό κι απροσδιόριστο, μη μετρήσιμο, αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι σημαντικό. Το αντίθετο μάλιστα!
Τι είναι η μηχανή;

Η μαγεία που ασκούν οι μηχανές δεν είναι χωρίς έρισμα. Το ότι υπάρχουν οι λεγόμενοι φυσικοί νόμοι είναι ένα διαρκώς ανανεούμενο θαύμα. Το γεγονός ότι υπάρχει η βαρύτητα είναι τόσο θαυμαστό όσο ο ερχομός της Άνοιξης
ή μία Πανσέληνος
που δεν είχες πάρει χαμπάρι
κι εμφανίστηκε ανάμεσα σε δυό κτήρια
στρίβοντας στην λεωφόρο
ενώ μιλούσες μ’ έναν φίλο..

Το site του Felix Thorn εδώ
Γεννημένος το 1985. Λονδρέζος. Σπούδασε μουσική και γλυπτική-ζωγραφική. Έχει φάει πολύ χρόνο να μελετά και να συνθέτει με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Τα έφτιαξε όλα αυτά στην κρεβατοκάμαρα του, στο Νότιο Λονδίνο. Μια συνέντευξη του εδώ.

Το πρώτο δείγμα (που γνωρίζω) keyframe animation.
Όπου το σχέδιο γίνεται με το χέρι και ο υπολογιστής το εξελίσσει. Ένα παιχνίδι χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό που βλέπεται είναι ένα απόσπασμα αλλά δε βρίσκονται εύκολα ταινίες του Foldes. Αποτελεί μια χαμένη σελίδα της ιστορίας των “κινούμενων εικόνων”.

Ας επιμείνουμε στον όρο κινούμενες εικόνες μια που το Video-Art είναι τελείως ασαφές και παραπλανητικό. Θα επανέλθω αλλά το ζητούμενο είναι να ενωθούν τα διάφορα ανθυποείδη και τα έργα να πάρουν την θέση τους ανάλογα με το τι έχουν να πουν.

Στα δύο παραδείγματα που έχουμε εδώ το δεύτερο (το “La Faim”), στο τέλος της ανάρτησης, είναι, σαφώς, μνημειώδες. Και στα δύο οι ποιότητες των γραμμών είναι σημαντικές, και γεννιούνται, εκτός των άλλων, από τους περιορισμούς του μέσου. Οι γραμμές έχουν ζωή δική τους, η αδεξιότητα τους είναι γεμάτη αίσθηση. Η εικόνα δεν είναι βυθισμένη στην αναπαράσταση, στο αληθοφανές. Φαίνεται το σώμα της εικόνας, φαίνεται και είναι πλούτος. Όπως η βραχνή φωνή των L.Cohen και Μ.Βαμβακάρη, όπως οι πινελιές του Βαν Γκογκ, όπως οι ντομάτες που δεν είναι μόνο αναπαράσταση της ντομάτας αλλά και γεύση και άρωμα, που είναι παρούσες.

Ο Peter Foldes, γεννήθηκε Ούγγρος αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Γαλλία. Το συγκεκριμένο βίντεο το δούλεψε στον Καναδά. Πρόκειται για μια πολύ πρώιμη τεχνολογική εφαρμογή, σε συνεργασία με ένα ερευνητικό εργαστήριο. Η διαδικασία είναι: Ο Foldes κάνει ένα σχέδιο, μετά ένα δεύτερο και ο υπολογιστής αυτόματα φτιάχνει την μετάβαση από το ένα σχέδιο στο άλλο. Ο σχεδιαστής-ζωγράφος κοιτά τι προτείνει η μηχανή και το ξαναδουλεύει. (Στις αυτόματες μεταβάσεις συμβαίνουν αυτά που ο Φ.Μπέικον θα ονόμαζε “ατυχήματα” ) Ξαναπροσαρμόζει το αρχικό σχέδιο το κάνει πιο πυκνό και του δίνει, σιγά-σιγά, ποιό “ωραίο” νόημα και πιο εύστοχη μορφή.

1ο Μέρος

2ο Μέρος

Σήμερα υπάρχει μια τεράστια φιλολογία για την ανάγκη να ακούμε το σώμα μας. Το σώμα όμως μπορεί να λέει και άστοχα πράγματα.

Τι κρύβεται πίσω από την Πείνα; Δεν είναι προφανές. Η επιθυμία για την ζωή είναι κάτι που δε ξέρουμε αν διαλέξαμε.

Η επιθυμία για ζωή και η επιθυμία για το τέλος αυτής της ζωής δεν είναι καθόλου αντιφατικές.

Υπάρχει ένας σωλήνας που περνά απο μέσα μας ένα κενό που είναι δικό μας, μια περιοχή που είναι ταυτόχρονα και “μέσα” και “έξω”. Μέσα από κει μας διαπερνούν κομμάτια του κόσμου και μας δίνουν την ζωή που τους παίρνουμε.

Δεν υπαρχει τρόπος η δική μας χαρά να σταθεί ακέραιη και δικαιη μπροστά στην δυστυχία των άλλων ανθρώπων. Και ζώων. Και φυτών. Πέρα, όμως, από τον ηθικισμό και τις ενοχικές λογικές διαφόρων “πολιτικά ορθών”, μήπως η ζωή μας κοστίζει υπερβολικά πολύ; Οι αστοχίες μας αποκαλύπτονται χυδαίες και τεράστιες κάπου που εμείς δε βλέπουμε και με τρόπο που δε φανταζόμαστε. Για να ζεσταίνονται τα σπίτια μας, άθρωποι φτάνουν σε σημείο να βάζουν “υπόθετα” εκρηκτικές ύλες και να μετατρέπονται σε βόμβες και τιναγμένα στον αέρα κρέατα. Για να μη πέσει η τιμή του ψωμιού που τρώμε, πέφτουν βόμβες σε σπίτια και πεθαίνουν άνθρωποι. Παιδιά, άνδρες και γυναίκες, απροετοίμαστοι, πεινασμένοι ακόμα για ζωή. Δε γίνεται να είμαστε σωστοί και γι’αυτό ο εισαγγελικός τρόπος καταγγελίας είναι καταδικαστέος και ύποπτος. Παρόλαυτα ας προσπαθήσουμε να έχουμε μέτρο, να επανακτήσουμε την αξιοπρέπεια μας.

Το “La Faim” είχε προταθεί, μεταξύ άλλων διακρίσεων, για Όσκαρ το 1975,κέρδισε και το βραβείο της επιτροπής στις Κάννες το 1974. Εντούτοις σήμερα μοιάζει ξεχασμένο. Χαρακτηρίζεται από δυνατή αφήγηση και δυνατή εικόνα. Δυνατή με όρους ποιητικούς και εικαστικούς. Μια γιορτή της αίσθησης και της ακρίβειας. Καμμία μετάβαση δεν είναι ανακριβής ή “εντυπωσιακή”. Αλλά ενώ το “νόημα” διατρέχει τα πράγματα, δεν αποξηραίνει, δεν τα κάνει εγκεφαλικά, κάθε άλλο. Χιούμορ (τοξικό) και αίσθημα διαπερνά όλο το έργο. Και γεύση ονείρου, η φαντεζί αυστηρότητα του ονείρου.

Ίσως το τέλος να είναι πολύ σχολιαστικό για μερικούς, αλλά κι αυτό τελικά έχει τον λόγο του. Προσωπικά έχω κάποιες ενστάσεις. Πάντως μια πολύ προσωπική φωνή διατρέχει όλη την ταινία. Κι αν είναι πικρή, αυτή η φωνή, δεν είναι αυτάρεσκη.

Ο Foldes πέθανε πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου. Λίγα πράγματα υπάρχουν στο διαδίκτυο σχετικά.

Ένα από τα λίγα που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο εδώ! Κι εδώ
(ίσως το χάσετε αυτό επειδή είναι στα σχόλια οπότε:Δείτε εδώ

(Τέτοια έργα, είναι αλήθεια λειτουργούν στους χώρους που παρουσιάζονται και οι διαστάσεις τους πρέπει να είναι τέτοιες ώστε ο θεατής να μπορεί να βυθιστεί σ’αυτά. Οι οθόνες όμως δεν έχουν τέτοιες διαστάσεις…)

Vagina Cosmica. Ένα ταξίδι στην καθαρή αίσθηση, στα στοιχεία τα πρώτα της εικόνας, μια επιχείρηση μυστηρίου. Ο ήχος και η εικόνα έχουν υπνωτικό χαρακτήρα. Ο ερωτισμός και technoλαγνεία συνδυάζονται κι εκεί εμφανίζεται ένα σκοτάδι από καθαρή ενέργεια. Σίγουρα δεν είναι για όλες τις ώρες της ημέρας..

Οι Otolab είναι μια Ιταλική κολεκτίβα με έδρα το Μιλάνο. Αποτελείται από  καλλιτέχνες τις κινούμενης εικόνας και του ήχου, σχεδιαστές,  αρχιτέκτονες κ.α. Η δουλειά τους έχει άμεση σχέση με τους προβληματισμούς άλλων καλλιτεχνών ανά την Ευρώπη και τον κόσμο. Στο χώρο της Ηλεκτρονικής Τέχνης. Τους ενώνει κάτι που έχει χαρακτηριστικά μόδας, ρεύματος-trend, στυλ, δίχως όμως να στερείται ουσίας. Αυτή η ουσία, το θέμα όλης αυτής της έρευνας και το αντικείμενο όλου αυτού του ενθουσιασμού συχνά χάνεται, δε φαίνεται. Τα πλακώνει ο ίδιος ο τρόπος που εκφράζονται.

Όλα αντιμετωπίζονται ως πληροφορία ή ως “σήμα” εξ’ου και η εμμονή στην μη διαφοροποίηση μεταξύ ήχου και εικόνας. Έχουμε πολλά εγχειρήματα που ο ήχος γεννά με τρόπο “μηχανικό” την εικόνα ή η εικόνα μετατρέπεται ταυτόχρονα σε ήχο.  Και τα δυο είναι το ίδιο πράγμα. Όλα τείνουν σε μια αισθητική του Ηλεκτρισμού, των συχνοτήτων και των Πίξελ. Μια αισθητική της ωμής ηλεκτρομαγνητικής μηχανής, μια ανάδειξη της σάρκας της ψηφιακής πληροφορίας, μια ανάληψη του στοιχειώδους πέρα από την αναπαράσταση και την περιγραφή. Πέρα από την ανοησία της προοπτικής της Αναγέννησης, πέρα από αυτό τον κόσμο και βαθιά μέσα σ’ αυτόν. Όσο πιο βαθιά γίνεται πέρα από σχόλια και σκέψεις, έξω από το χιούμορ και τις ιστορίες, χωρίς συλλογισμούς, φτιάχνοντας μια νέα περιοχή του ωραίου που δεν είναι καθόλου καινούρια που επιστρέφει στα ηλεκτρικά φορτία των νεύρων, στη νοσταλγία του σώματος και στην πανηγυρική του επιστροφή.

Το θέμα δεν είναι τόσο απλό βέβαια. Τα κύρια θέματα που προκύπτουν είναι, πάλι, το θέμα της μηχανής, της πληροφορίας και του Όντος. Οι τάσεις είναι πολλές, κάποιες μοιάζει να διαβάζουν τον κόσμο με έναν τρόπο επίπεδο, μηχανικό. Δίχως απαραίτητη επίγνωση του φιλοσοφικού βάρους των πραγμαάτων παρουσιάζουν μια επηρμένη και ναρκισσιστική απερισκεψία. Κάποιοι άλλοι, όμως, κάνουν ανοίγματα και σώζουν την κατάσταση. Η θρησκεία της τεχνολογικής επιστήμης έχει κι αυτή τις αιρέσεις της.

Ο δρόμος αυτός είναι γεμάτος κίνδυνους, ξεκινά από αλλού, έχει φοβερές τάσεις και δυνατότητες, παρόλα αυτά αισθητικοποιείται (life-stylοποιείται) ραγδαία και μοιραία. Ας ασχολούμαστε μ’αυτά που έχουν κάτι να πουν.

Εκεί που η Πόλη επιβάλλεται, εμείς επιβάλλεται να την ξανασκεφτούμε ενεργά. Κι εκεί που σταματά η αρχιτεκτονική, μπορούμε εμείς να ξεκινήσουμε να χτίζουμε το νόημα του χώρου.

Αν δει κανείς το δέρμα της Πόλης σα μιαν ακατάβλητη συνέχεια που μπορούμε να παίξουμε και να ζήσουμε, τότε, εκεί που νομίζαμε το τέλος αποκαλύπτεται μια αρχή. Μπορεί να μοιάζει μικρό ένα σχέδιο, ένα χάραγμα, ένα αυτοκόλλητο και μια λέξη που αφήνουμε στους τοίχους στην άσφαλτο πάνω, στις διαφημίσεις, στα αυτοκίνητα και στις μπλούζες μας. Είναι όμως μέρος μιας τεράστιας χειρονομίας που ακόμα δεν έχουμε αναλάβει. Είτε γιατί μας λείπει η όρεξη είτε γιατί μας λείπει η απελπισία. Η Αθήνα είναι κοιμισμένη κι αργοκίνητη. Ταυτόχρονα, όμως οι δυνατότητες της είναι τρομακτικές.

Οι προβολές δεν είναι ένα “θαύμα” της τεχνολογίας, είναι ένα βασικό στοιχειώδες όργανο κατανόησης και οικείωσης του κόσμου. Δεν είναι οι “προβολές” αιτία μόνο απάτης και αποξένωσης από την “πραγματικότητα” του “Άλλου”. Τα πράγματα φαίνονται επειδή τους έχουμε ρίξει πάνω τους κάποια μνήμη κάποια οικεία και κατανοητά στοιχεία. Αυτό το πρώτο κομμάτι που προβάλουμε πάνω στην επιφάνεια των πράγμάτων είναι που στη συνέχεια επιτρέπει την αναγνώριση και την συζήτηση με τα πράγματα. Εξ’ου κι ο Πλάτωνας (και πριν από αυτόν ο Εμπεδοκλής και μετά απ’ αυτούς ο Ευκλείδης) έλεγε πως βλέπουμε διότι μέσα από το μάτι βγαίνει μια ακτίνα, ένα πρώτο θείο φως. Η αντανάκλαση αυτου του Θείου πυρός επιστρέφει στο μάτι κι επιτρέπει τον σχηματισμό εκεί της εικόνας.
Read the rest of this entry »


Από εδώ μπορείτε να μπείτε στο μπλογκ του πρότζεκτ που τρέχει αυτό τον καιρό, με αναφορά στον Γάλλο ιδιόμορφο Μυστακοφόρο Προσουρεαλιστή Συγγραφέα Raymond Roussel
Το προσωπικό μου ιστολόγιο στο http://alexandrosmistriotis.
wordpress.com/

Αρχείο