You are currently browsing the tag archive for the ‘Poetry’ tag.

Είδα προ καιρού αυτό το βίντεο και στάθηκα. Δεν ήξερα γιατί. Κατάλαβα όταν τελικά άρχισα να γράφω.

α) Jacques Tati 
O Jacques Tati είναι ο παιδικός ήρωας που δεν είχα. Ο ευγενέστερος των άτσαλων ποιητών, ο βέλτιστος των καπνιστών πίπας, ο αστειότερος των σοβαρών ανθρώπων. Τον βλέπω. Απελευθερωτής του “Λόγου” από τις λέξεις. Mόνος. Κανένας άλλος δεν φόρεσε καπαρντίνα μετά από αυτόν και κανείς δεν έκανε καλύτερα ποδήλατο. Φιλοσοφεί απευθυνόμενος σε ολόκληρο τον άνθρωπο, λέγοντας ιστορίες. Είναι ο ντροπαλός φιλόσοφος. Είναι αυτός που αποκάλυψε τις κάλτσες του. Ηττημένος χωρίς να το επιδιώξει. Έντιμος μέχρι σπαραγμού. Ο Jacques Tati. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε κινηματογραφικές ταινίες.

Τα πράγματα στις ταινίες του είναι ολόκληρα κι έτσι μοναδικά. Όλα είναι ευρύχωρα, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, οι ιστορίες, οι τόποι που συνθέτει. Ακόμα κι όταν όλα καταστρέφονται υπάρχει χρόνος. Όλοι έχουν μια θέση, γελοίοι, μισοί, επηρμένοι, ικανοί κι ανίκανοι, νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει χώρος και για τους ασήμαντους και για τους κακούς. Και για τα ζώα και για τα πράγματα. Όλα έχουν φωνή. Η ερμηνεία του έχει, επίσης, μια αισθηματική και διανοητική ετοιμότητα που δεν γίνεται εξυπνάδα ή συναισθηματική εκτόνωση, μόνον χρησιμεύει για να κατανοήσει την ζωή των άλλων και την δική του. Όλα αυτά με μια λεπτή και αδιάλειπτη αποστασιοποίηση. Βλέπει από μακριά την Ιστορία σαν κίνηση παράφορη που ενώνει χωρίς να ομογενοποιεί.

Η σπαρακτική έλλειψη νοήματος στην ζωή και την Ιστορία δεν παραβλέπεται. Ούτε γίνεται βία κι απόγνωση. Αντιθέτως γίνεται γνώση, δηλαδή κατανόηση, δηλαδή άρνηση της “κατηγορίας”, δηλαδή άρνηση κάθε σχήματος που εξηγεί με απλουστευτικούς όρους, τα πράγματα, τα γεγονότα, τις ζωές. Ασκεί κριτική, δείχνει ανθρώπους, φορείς, και της αδικίας και της καταστροφικής ανοησίας αλλά ποτέ δεν κλείνει το κάδρο γύρω τους, δεν επικεντρώνει σε αυτούς, είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την Ιστορία, της ταινίας και του κόσμου. Το κακό μένει ανεξήγητο. Δεν υπάρχουν “φταίχτες” στους κόσμους που κατασκευάζει. Ναι, υπάρχει διάκριση στο έργο αυτού του ανθρώπου που δεν αποκλείει την καταστροφή και την αποτυχία. Υπάρχει αγάπη για την γη, ουράνια, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από χώμα.

Ο Jacques Tati, όμως, είναι η αφορμή, άλλο είναι το θέμα μας…

β) Η Μπάλα-Ο Τερματοφύλακας-Το Τέρμα
Λοιπόν; Τι είναι μια μπάλα; Η Μπάλα δεν είναι ένα πράγμα. Η μπάλα είναι η ελάχιστη μορφή. Ένα “διογκωμένο” σημείο. Η μπάλα είναι ένας χώρος κλεισμένος στον εαυτό του, μια ταυτολογία, μια κατασκευή χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς γωνίες, χωρίς σχήμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην μπάλα βρίσκεται ένα κομμάτι σκοταδιού. Και το σκοτάδι αυτό μένει πάντοτε ακίνητο. Όσο κι αν η μπάλα μετακινείται.

Γύρω της τοποθετούμαστε. Άλλος κοντά, άλλος μακριά, άλλος αμυντικά άλλος επιθετικά. Άλλος με πεποίθηση, άλλος ξέπνοα. Είμαστε παίκτες, θεατές, οπαδοί ή τελείως αδιάφοροι. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων και τα κενά που εμφανίζει, ορίζει αυτό που ονομάζουμε “χώρο”.

Η μπάλα παραμένει χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή αόριστη κι έτσι μπορεί να γίνει τόπος προβολής κάθε επιθυμίας. Μ’αυτόν τον τρόπο επιτρέπει ενώ διαφέρουμε να επιθυμούμε κάτι μαζί. Η μπάλα με την απολύτως συγκεκριμένη αοριστία της μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε, να συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Ο άνθρωπος χτίζεται και αντλεί την ζωή του από την επιθυμία δηλαδή από την ατέλεια, την απουσία και την έλλειψη. Η ανακάλυψη του “τραγικού” είναι ακριβώς συντονισμένη με αυτήν την γνώση και περιέχει τον θρήνο του ανθρώπινου απέναντι στο ανέφικτο, του καλού του ωραίου και του αληθινού. Είναι σκληρό αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος παρεκτός αν το αντικείμενο των επιθυμιών του παραμένει απών ή έστω έρχεται και φεύγει συνέχεια σε συχνότητα τέτοια που αν το δει κανείς από μακριά να μοιάζει πως και είναι εδώ και δεν είναι. Αυτός είναι ο ρυθμός όλων των πραγμάτων, της ύλης και της ενέργειας. Αυτόν τον ρυθμό εκδηλώνει η κυκλική εναλλαγή των εποχών, των καθημερινών γευμάτων και η παλινδρομική διείσδυση της σεξουαλικής πράξης όπως επίσης σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο ερχομό αναφέρεται η σπαρακτική και τρυφερή, σχεδόν αστεία, Πορεία προς Εμμαούς.

Κάποιες φορές αυτό το βάσανο μας εξωθεί σε εύκολες λύσεις και αφηνόμαστε σε μια φτωχή εκδοχή της απουσίας ή της παρουσίας, χωρίς αίνιγμα.
Οι επιπτώσεις είναι δεινές και πολλαπλές. Για παράδειγμα τότε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του πνεύματος και του γράμματος του νόμου και κυριαρχεί η απώθηση, η σκληρότητα και η τυφλότητα. Τότε αφανίζεται η ανάγκη και η δυνατότητα για ερμηνεία και αγκαλιάζουμε το “sola scriptura” που θαρραλέα πλην απελπισμένα πρότεινε ο προτεσταντικός κόσμος. Τότε τα πράγματα είναι επίπεδα, οι άνθρωποι είτε καλοί είτε κακοί και η γλώσσα νεκρή επειδή είναι παντοδύναμη. Τότε ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός απλώνεται γύρω μας επαιρόμενος για το θάρρος του. Τότε τα πράγματα δεν οδηγούν πουθενά, αλλού, δε μας αποκαλύπτουν μόνο μας καθρεφτίζουν. Τότε είμαστε φυλακισμένοι στα φαινόμενα.
Τότε, χαρακτηριστικά, ζητάμε μια λύση αμέσως στα προβλήματα μας ενώ δεν τα έχουμε κατανοήσει. Η κατανόηση όμως απαιτεί χρόνο και από μας κι από τα πράγματα, δεν έρχεται όσο κι αν πεισμώνουμε, ακόμα κι αν πεθαίνουμε θα απαιτήσει χρόνους που πιθανώς μας ξεπερνούν.

Θέλουμε να ελευθερωθούμε από την βάσανο της ερώτησης, του πόθου, της υπομονής απέναντι στο ανέφικτο της Ιστορίας. Πως μπορεί αυτό το σχήμα να μείνει ανοικτό; Αντιφατικό και περιεκτικό; Η μπάλα είναι ένας τρόπος να εντοπίσουμε το κενό, την έλλειψη, την απορία. Κάτι που μοιάζει επαρκώς με το τίποτα ώστε να μπορεί να αποκαλύψει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία. Στην παρούσα απουσία καθρεπτίζεται και ενεργοποιείται η επιθυμία κι όπως κινείται αρχίζει να “υπάρχει” και να οργανώνεται. Γι’ αυτό το θαύμα μιλούν όσοι γεύτηκαν την επήρεια της γραφής που μοιάζει να μιλά πέρα από αυτόν που γράφει. Γι’ αυτό όταν κινούμαστε να μιλήσουμε σε κάποιον άλλο, συχνά δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα πούμε και μιλώντας φωτιζόμαστε και μας ακούμε κι ο Λόγος μας συντάσσεται και αποκτά δομές, ουσία γεωμετρίες σχέσεις.
Ο πόθος του εραστή, το ερώτημα του στοχαστή, η προσευχή του ασκητή και η λαχτάρα του καταναλωτή, όλα, κινούνται προς το σημείο μιας εντοπισμένης έλλειψης. Μιας έλλειψης που έχουμε ονομάσει. Έτσι, γύρω από την έλλειψη και το κενό, χτίζονται όλα τα πράγματα.

Η μπάλα, λοιπόν, δεν μαγεύει αδίκως τα πλήθη. Η σημασία της βαθαίνει και η γοητεία της εντείνεται από το γεγονός πως αυτήν τη λειτουργία την επιτελούν κι άλλες έννοιες, λέξεις, αντικείμενα, αξίες, σύμβολα. Αυτά βρίσκονται παντού και συνθέτουν την κοινότητα μας επειδή ακριβώς μένουν ανοικτά και ενδεχόμενα, σαν καθρέφτες, σε αναμονή του νοήματος που θα τους δώσουμε. Η μπάλα όμως είναι παιχνίδι.
Είναι περιορισμένη σε έναν χώρο κι έτσι δεν κινδυνεύει κανένας και τίποτα από την ασάφεια της. Μπορεί να παραμείνει σε μια περιοχή όπου οι ηθικές κατηγορίες δεν επαρκούν, κι εμείς να την κυνηγάμε. Χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε πως τρέχουμε τον πιο σοβαρό αγώνα της ζωής μας. Όπως όταν παίζουμε “πόλεμο” μικροί, δίχως να πεθαίνουμε. Γι’αυτό καθησυχάζει και παρηγορεί. Έτσι θεραπεύει και καλλιεργεί, την επιθυμία. Ακόμα κι αν όλα χαθούν δεν έχουμε ανάγκη τίποτα για να έχουμε κάτι.

Κι ο τερματοφύλακας;

Περιμένει. Μόνος. Το ερχόμενο. Εξαγριωμένος από την αναμονή, δέσμιος της αγωνίας, του αγώνα δηλαδή που έγινε κατάσταση του πνεύματος. Η “ζωή” είναι αλλού. Κάθεται και την βλέπει, μακριά από τις γιορτές και τις μάχες, έξω από τις ακολουθίες των γεγονότων, τις πάσες, τις ανταλλαγές, τις συζητήσεις.
Αυτός είναι ο φύλακας. Παραστέκει το αμετάκλητο. Μόνον αυτό αποτελεί ευθύνη του. Όλα τα άλλα θα ξεχαστούν. Τα γκολ θα μείνουν. Ο Τερματοφύλακας έχει το βλέμμα του στραμμένο στην Ιστορία. Στην ποδοσφαιρική αιωνιότητα. Στην πιο απόλυτη πραγματικότητα. Σε αυτό που κρίνει τον αγώνα. Στην τελική κρίση. Δηλαδή αυτός μόνον ασχολείται με την Κρίση καταπρόσωπο, αυτός που πενθεί την αχρηστία του και βαριέται πλάι στην πύλη του Τέρματος, ενώ οι γιορτές και οι μάχες μαίνονται και ανάβουν φωτίζοντας τα πλήθη και τα παιχνίδια της Ιστορίας.
Βρίσκεται μακριά από τους θριάμβους, όσο πιο μακριά γίνεται από τις νικηφόρες στιγμές, αγκαλιασμένος με την ήττα. Μόνον την ήττα πραγματεύεται. Γιατί δεν κυνηγά κι αυτός τα γκολ; Είναι αδικημένος; Έχει κατάθλιψη; Δεν είναι ελεύθερος; Μήπως αυτός είναι ελεύθερος; Γιατί “παίζει” έτσι; Δε θα δημιουργήσει ποτέ κάτι. Δεν θα δώσει ποτέ μια “Νίκη”. Μόνον θα αποτρέπει ήττες.
Αυτός που δίνει νόημα σε όσα καινούρια έρχονται επειδή τους αντιστέκεται. Αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση των γκολ. Αυτός. Είναι εχθρός τους; Και γιατί έχει το δικαίωμα να αγγίξει, με τα χέρια του, την μπάλα; Και γιατί επιμένει σε ένα σημείο όταν όλοι ποθούν ταξίδια κι αποδράσεις; Τον ενδιαφέρει ο Τόπος αλήθεια; Γιατί ζει, τον αγώνα, με το βλέμμα; Αντί να τρέχει, να ιδρώνει, να χαίρεται όλη αυτήν την σωματικότητα; Γιατί δεν καταναλώνει τις διαδρομές να μη βαριέται; Τον δένει κάτι; Το διάλεξε ο ίδιος; Καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι; Και πόσο ανόητος;

Ο Τερματοφύλακας παραστέκει, και είναι, το τέλος και η αρχή κάθε διαδρομής. Είναι πολύ κοντά στο τέλος και η αγωνία του έχει κάτι από την αγωνία του τέλους. Του τέλους της ζωής, της αλήθειας, του αμετάκλητου. Ο άνθρωπος του Τέλους, ο Τελευταίος. Εκεί ορίζονται τα πράγματα κι εκεί συντρίβονται. Στο Τέρμα.
Όμως για κάτσε…
Το Τέρμα; Τι είναι το Τέρμα;

Αφού είναι τόσο σημαντικό γιατί του έχει γυρίσει την πλάτη; Αυτό το τέρμα γιατί το φυλάει αλήθεια; Δεν είναι όμορφο, δεν έχει κάτι πολύτιμο ή ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα! Αν τον άφηναν μαζί με το Τέρμα, αφού τόσο το αγαπάει, τι θα έκανε; Το Τέρμα πρέπει μάλλον να μείνει κενό. Πρέπει να υπάρχει πάντα κενό κάπου, δηλαδή μια ερώτηση, δηλαδή η επιθυμία, δηλαδή κάτι αφόρητο, αποτρόπαιο, αιώνιο. Κάτι που συντρίβει και ο αγώνας να το αποκτήσεις σε βοηθά όσο τίποτα να το ξεχάσεις, να πάρεις μιαν ανάσα.
Κι αυτό το κενό κοστίζει. Μέρες και νύχτες. Αβέβαιες διαδρομές και μεγάλες σιωπές. Απέναντι σε όσους θέλουν επειγόντως απαντήσεις. Τεράστια μοναξιά.

Το Τέρμα είναι φτιαχτό. Είναι μια κατασκευή. Κι αυτό δεν το καθιστά ψέμα. Οι κατασκευές είναι συνθέσεις των πραγμάτων που επειδή δεν μπορούμε να τα ακυρώσουμε τα λέμε αλήθειες. Μόνο μια κατασκευή μπορεί να στεγάσει του κόσμου τις ετερόκλητες αλήθειες που ποθούμε, που είμαστε, που θεριεύουν αν τις αγνοήσουμε, που σβήνουν όταν γίνονται απόλυτες. Τις αλήθειες που αναγνωρίζουμε και δεν ενώνονται αυτόματα, όπως η δικαιοσύνη με την συγχώρεση και την καλοσύνη, το Παρόν με το Παρελθόν και το Μέλλον, η προσωπική ζωή με αυτήν του συνόλου, η αναγνώριση του Ιερού μαζί με την ανάγκη για το ανούσιο, η δίψα για την τελειότητα μαζί με την ανεπάρκεια την δική μας και του κόσμου, η ασυνέχεια των πραγμάτων με την συνέχεια και την ροή, η απαραίτητη μνήμη του θανάτου με την απαραίτητη λήθη του, η δίψα για το παρόν με την νοσταλγία για όσα βρίσκονται έξω από τον χρόνο… και τόσα άλλα. Πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Πολιτισμό, πράγματα κατά μίαν έννοια “αφύσικα” που ενώνονται στον ίδιο τον άνθρωπο, ενεργά και ενσυνείδητα. Μόνο μια κατασκευή μπορεί, να δημιουργήσει τις αντιφάσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε.

Και τι αλήθεια δεν είναι κατασκευή; Οι ερωτικές ιστορίες; Τα κράτη; Οι ιδεολογίες; Τα έθνη; Οι αξίες; Η έννοια π.χ. της ανθρωπότητας; Ή οι θρησκείες; Στο μέτρο που είναι κατασκευές είναι αφ’ ενός σημάδια της ανθρώπινης ελευθερίας, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις όσων στοιχειώνουν το ανθρώπινο, το ξεπερνούν, το διαπερνούν. Εν τέλει μια κατασκευή είναι τόπος φανέρωσης πραγμάτων που εκδηλώνονται στην ζωή και στο σώμα μας χωρίς να είναι δικά μας, είναι φωνές που μας ξεπερνούν, πράγματα πέρα από εμάς που εκκρεμούν.

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο τέρμα. Διότι και το τέρμα επιδιώκει να εκφράσει κάτι που καμία διατύπωση δεν εξαντλεί. Προσπαθεί να απεικονίσει το αόρατο. Είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό με την μπάλα. Είναι ελεύθερο από τον εαυτό του, από κάθε αναπαράσταση του εαυτού του. Είναι το όριο, το τέρμα, το Τέλος, και είναι αποτρόπαιο. Γι’αυτό το στήνουμε, για να ελαφρώσουμε τον τρόμο που προκαλεί και να παίξουμε μαζί του. Γι’αυτό ο Τερματοφύλακας μπορεί και δεν το κοιτά ποτέ. Του έχει γυρισμένη την πλάτη. Μπαίνει αδιάφορα μέσα. Ξαναβγαίνει. Είναι εκεί και δεν είναι.

γ) Οι αμίλητοι
Τις μέρες αυτές είναι πολλοί αυτοί που μένουν αμίλητοι. Τώρα που η αίσθηση του επείγοντος κυριαρχεί. Σε μια κρίση ευνοούνται όσοι έχουν απλουστευτικές, ισχυρές θέσεις που βρίσκουν “ποιος φταίει” ή πάλι θέσεις που υπόσχονται την “λύση” του προβλήματος, ερήμην του χρόνου και της υπομονής. Θέσεις δηλαδή που μειώνουν τον άνθρωπο. Οι μέρες αυτές δεν αγαπούν τις ερωτήσεις, βασανίζονται από την αμηχανία της ερώτησης. Δεν αντέχουν περισσότερη ευθραυστότητα.

Οι αμίλητοι βρίσκονται έξω από αυτό το κλίμα. Μόνοι μένουν και ύποπτοι τέτοιες εποχές. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Οι ερωτήσεις τους είναι περιττές. Διαρκώς διαφωνούν με όσους συμφωνούν και συμφωνούν με όσους διαφωνούν. Και οι ίδιοι εξαντλούνται και αναθεματίζουν την μοναξιά τους. Είναι, όμως, οι φύλακες της ανθρωπότητας μας. Ασήμαντοι εργάζονται την σιωπή, την δίψα για αλήθεια, για κατανόηση και διαύγεια. Είναι αυτοί που φυλάσσουν την πολύτιμη αμηχανία του νου απέναντι στην Ιστορία. Είναι αυτοί που απενοχοποιούν την αδυναμία. Που την φωνάζουν και της δίνουν σάρκα.

Οι αμίλητοι πεινάνε δυστυχούν και επείγονται, αλλά επιμένουν, τα πράγματα να είναι ολόκληρα, δηλαδή να τα αγκαλιάσουμε όπως είναι, μισά. Μέχρι την τελευταία στιγμή επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο σαν να έχουν μιαν αιωνιότητα μπροστά τους. Το αίνιγμα του παρόντος πάντα αναφέρεται στο αίνιγμα του παρελθόντος και του μέλλοντος. Καμμία επείγουσα συνθήκη δεν τους μετακινεί. Mόνον η κατανόηση. Η κατανόηση, όμως, δεν υπηρετεί την ισχύ αλλά το ανθρώπινο αίνιγμα.

Στέκονται μπροστά στον κόσμο. Και τον ρωτούν. Όταν πατούν το χώμα, ομολογούν πως δεν ξέρουν τι είναι. Είναι αλήθεια μπορετό να ζεις έτσι; Είναι όλος αυτός ο κόπος σωστός; Όλη αυτή η καταδίωξη του νου στο βάθος μιας ερήμου που κανείς δεν είδε; Μιας ερήμου που μοιάζει να γεννά από μόνο του το βλέμμα τους. Πώς να περπατήσεις από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη; Πώς να μιλήσεις και να μην νομίζουν οι άνθρωποι πως μίλησες; Να μη σε παρεξηγήσουν δηλαδή. Τα πράγματα δεν έχουν μέγεθος οριστικό και οι λεπτομέρειες είναι πάντα επίφοβες και τεράστιες. Όταν αισθάνεσαι εφήμερος τα επείγοντα θέματα μοιάζουν κι αυτά έτοιμα να μικρύνουν, μοιάζουν ερείπια του μέλλοντος, ψέμματα του χτες και σκιές πράξεων που έχουν χαθεί από μπροστά μας.

Μιλώ για εκείνους που στοχάζονται και βλέπουν μ’ όλο τους το σώμα και η σκέψη τους δεν είναι συλλογισμοί και ευφυΐα αλλά αίσθηση του ανθρώπινου και σύνδεση. Για όσους δεν αποκρύπτουν την αντίφαση αλλά την αγκαλιάζουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο για να τον μιλήσουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο μιλώντας. Για όσους μένουν αμίλητοι. Και δεν θέτουν διλήμματα, δεν κάνουν προβολές για να αντέξουν την δυσμένεια των ημερών. Όσους αρνούνται τις απλουστεύσεις, και δεν ενδίδουν στον πειρασμό της κατηγορίας. Οι αμίλητοι, αυτοί, είναι που κρυφά γονιμοποιούν τον δημόσιο λόγο. Είναι γενναίοι επειδή ξέρουν να φοβούνται.

Η αμηχανία δεν είναι σφάλμα αλλά δυνατότητα. Μόνο ένα ψέμα μπορεί να μην είναι εύθραυστο και γι’ αυτό όλο νικά και θριαμβεύει κι όλο απειλείται και φοβάται. Χωρίς την ευθραυστότητα η φτώχεια δεν έχει όρια, η απελπισία γίνεται κατάσταση και η καταστροφή στόχος. Η αμηχανία, από την άλλη, γεννά χώρο και χρόνο. Χώρο που αφάνισαν οι στόχοι, οι αγώνες, οι συνήθειες, οι ιδιοτέλειες και οι επιθυμίες, που κατέλαβαν οι παραδόσεις και οι ιδεολογίες. Και χρόνο, να σκύψουμε σε πράγματα που αφήσαμε πίσω και μας λείπουν. Μόνον η αμηχανία πάει εκεί που οι άλλοι δεν τολμούν και νομίζουν την δειλία τους γενναιότητα.

Η αμηχανία είναι η πρέπουσα κατάσταση. Αλλά εδώ θέλει προσοχή… δεν μιλάμε για κάποιαν επιλογή της ήττας ή της αδυναμίας, του ηρωικού περιθωρίου ή του θυματοποιημένου ανίσχυρου. Μιλάμε για το ηθικό σθένος και την διαύγεια. Η αμηχανία δεν είναι στόχος αλλά σύμπτωμα. Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη θέση για την οποία πάντοτε λογοδοτείς και βάλλεσαι. Όταν σε ρωτάν: Εσύ ποιός είσαι; Και δεν έχεις απάντηση. Αν απαντήσεις μέσα στις κατηγορίες που σου ζητούν να μπεις τότε θα αρνηθείς πως ο κόσμος μας έχει αποτύχει, θα αρνηθείς το δικαίωμα να φανταστείς τον κόσμο ξανά, να έχεις φωνή, γι’ αυτό μένεις άφωνος κι έτσι κραυγάζεις πως ο κόσμος μας είναι φυλακισμένος στις φαντασιώσεις άλλων. Το παρόν απουσιάζει όταν προϋπάρχει.

Η αμηχανία είναι ένα ρήγμα στον κόσμο και δεν εκχωρεί ούτε αποδέχεται την θέση του θύτη ή του θύματος. Δεν συμμετέχει στην συγκάλυψη του προφανούς. Στον ιδιοτελή προσεταιρισμό της τραγωδίας. Αποτελεί προστασία από ολοκληρωτικές απαντήσεις, ηθικισμούς, συναισθηματισμούς, θυματοποιήσεις, δαιμονοποιήσεις. Δεν συμμαχεί με το ψέμα της εξήγησης. Είναι το θεμέλιο του Μέλλοντος. Η επιτροπή της συνάντησης. Το καταφύγιο της ερώτησης. Είναι διωγμός ατέλειωτος, διηνεκής, αγέννητος. Είναι η αναπνοή της σκέψης και το κατόρθωμα του νου. Η προέλευση του “πολυμήχανου” ανθρώπου. Το “δέος” του αρχαίου κόσμου.
Πηγή της ποίησης, της προσευχής, της φιλοσοφίας, μένει αυτή.
Η αδυναμία, η άγνοια, η ήττα, όπως την νομίζουν,
όσοι αναζητούν την δύναμη, την ισχύ και την ηγεμονία.
Χρειάζονται κι αυτοί.

Jacques Tati στην (Αγγλική) Wikipedia

άλλες σχετικές αναρτήσεις:

Walk around a telephone booth ή Αν υπάρχει κάτι άδειο σ’αυτό τον κόσμο.. / από τον Dokugyunyu..

Ο Bill Viola “The Reflecting Pool”

Αυτό που είμαι.. /Ce que je suis HOLDEN

I AM ROBOT/ από τον “Ken Tanaka” allias David Ury/ ROBOTS #2

κ.α.

Advertisements

 

Εύχομαι διαύγεια, χαρά, υγεία, όρεξη για ζωή!

Εύχομαι και παίρνει φωτιά κάτι μέσα μου απέναντι σ’όλη αυτήν την βλακεία που παρατείνει την δυστυχία!
To video γιατην νέα χρονιά για το επίφοβο 2012 από το Rap News
Έχει έμπνευση, χιούμορ και πνοή. Έχει σκέψη και αυτοσαρκασμό. Έχει από αυτά που μας λείπουν. Αναφέρει και την Ελλάδα βεβαίως…

Έχουμε να μάθουμε πολλά τον χρόνο που έρχεται. Δεν περιμένω πραγματικά καλύτερες μέρες πριν τα τέλη του 2013 να πω την αλήθεια αλλά η δουλειά γίνεται τώρα. Αποφεύγω να μιλήσω αποσπασματικά για επικαιρότητα αλλά ο θυμός και η λύπη δεν μου φτάνουν, δεν πιστεύω σε αυτά. Έμπνευση δεν θα έρθει από όσους κατηγορούν.
Όσα λέγονται για το 2012 πατάνε σε μιαν επιθυμία της ανεπτυγμένης ΕυρωΑμερικής να ελευθερωθεί από αυτήν την αυτοκαταστροφή, από τον ίδιο της τον εαυτό. Το κάλεσμα του θανάτου είναι ταυτόχρονα κάλεσμα για την αλλαγή.

Υπάρχει μια χαρά που είναι έξω από κάθε συγκυρία. Αυτήν την χαρά την θυμίζει π.χ. ο ήλιος κάθε πρωί ή τα παιδιά με τα παιχνίδια και τις φωνές τους. Η χαρά που έχετε όταν βοηθάτε κάποιον άγνωστο, έστω με ένα χαμόγελο. Αυτά και άλλα που τα κάναμε κλισέ. Αυτά εύχομαι να ξαναβρούμε. Αυτήν την χαρά εύχομαι και για τις άλλες που χαθήκαν δε με αφορά.

[Το βίντεο είναι απόσπασμα από το “Sky And Ground” του Takahiko Iimura]

Αγαπητή Α. εύχομαι να είσαι χαρούμενη χωρίς ιδιαίτερη αιτία.
Τις τελευταίες μέρες έχω στον νου όσα είπες. Αυτό όχι λόγω της αδυναμίας που σου έχω. Οι ερωτήσεις σου είναι και δικές μου.
Αυτήν την περίοδο δουλεύω μέχρι να φανεί το πρώτο φως και μόλις ξυπνήσω τρέχω να ξαναρχίσω. Δεν υπάρχει εξήγηση, δεν ξέρω τι είναι Τέχνη, τι είναι Καλλιτέχνης και γιατί τα κάνουμε αυτά όλα. Μόνον ξέρω πως η σωστή απάντηση δεν μπορεί να αποκλείει κανέναν. Στην πράξη αυτό που λέω είναι παράδοξο και προφανές μαζί. Είμαι ερωτευμένος και δεν ξέρω τι πάει να πει έρωτας.

Γιατί γίνονται όλα αυτά; Και τι σημαίνουν; Προσπαθώ να σου απαντήσω χωρίς ευφυία. Η απάντηση μου θα κρατήσει το ερώτημα όρθιο. Δεν θα το αφανίσει. Δεν μπορεί. Η απάντηση μου απλώς θα του δώσει ζωή. Το ξέρω και το επιθυμώ. Το ερώτημα είναι αυτό που κάνει τον κόσμο μπορετό, ευρύχωρο, ικανό για την αγάπη, για το θαύμα, για την σοφία. Το ερώτημα συγκροτεί την συνάντηση, το συζήτημα, αυτό που ονομάζουμε αλήθεια. Το ερώτημα προάγει τον έρωτα, επιτρέπει την ζωή, συνιστά τον κόσμο ενώ τον κατασπαράζει. Το ερώτημα είναι που φωτίζει απλώνοντας το σκοτάδι του παντού, καταδιώκοντας τον άνθρωπο χωρίς έλεος για να του δώσει αυτό που ζητά χωρίς να τον τελειώσει.

[…]

Είναι μεγάλη η διαδρομή που κάνει ο νους όταν μιλά γι’ αυτά. Είναι μεγάλη γιατί προσπαθεί να μην αδικήσει, να μη μικρύνει τα πράγματα για να τα χωρέσει κι έτσι όταν μιλά για κίνηση να μιλα για ακινησία, όταν μιλά για σιωπή να μιλά για λόγο, οταν μιλά για την ανθρωπότητα να μιλά για κάποιον ένα ή για τον πλέον συγκεκριμένο εμένα, εμένα που σου γράφω στην πόλη του Ναυπλίου και κάνει κρύο στο σπιτι ενώ φίλοι κοιμούνται και τα σύννεφα απλώνουν πάνω από τις οικοδομές στην θάλασσα. Επάλληλα, τεράστια, σε κίνoύμενη ακινησία.

[…]

Α. που βρισκόμαστε; Τι κινείται όταν κινούμαστε; Καποια πράγματα μέσα μας μένουν ασάλευτα. Και κάποια άλλα πορεύονται σε άλλους χώρους που μοιραζόμαστε με τον νου. Υπάρχουν τόποι που δεν ξέρουμε αν βρίσκονται μπροστά ή πίσω μας, αν τους περιέχουμε ή αν μας περιέχουν. Σ’αυτούς τους τόπους ξεδιπλώνονται οι επιθυμίες οι σκέψεις και οι αισθήσεις, εμφανίζονται οι έννοιες και οι Ιστορίες σαν καθαροί όγκοι. Όλα, αν τα δεις από απόσταση, μοιάζουν με συχνότητες και ρυθμούς, με γραμμές και επίπεδα. Τι είναι, όμως, αυτό που τα κινεί είναι άγνωστο. Τι είναι αυτό που μας κινεί δεν γνωρίζουμε. Ποια είναι η ερώτηση-πηγή όλων των ερωτήσεων και ποια είναι η επιθυμία-πηγή όλων των επιθυμιών; Δεν ξέρουμε. Κι αυτή η επίγνωση, εκτός των άλλων, μπορεί να είναι γεμάτη ενθουσιασμό. Ο Έρωτας και η Ερώτηση έχουν κοινή ρίζα.

[…]

[Το κείμενο είναι απόσπασμα μιας επιστολής. Υπάρχει μια σειρά επιστολές, που κάποια στιγμή θα δημοσιεύσω, στις οποίες παρουσιάζω τον τρόπο που βλέπω μια σειρά θεμάτων.]

videopoem: Sky And Ground by Takahiko Iimura,
1994, DVD, color, sound, 30 min.
Sky and ground which was cut off momentarily
A camera wanders seeking its own shadow
The images explore the limit
of solitude in New York
A mythological verbal space in which
snakes and birds are intermingled
A unique world where these images
and words meet. (Takahiko Iimura)

o Takahiko Iimura στην wikipedia
ένα κάπως πιο διαφωτιστικό άρθρο εδώ

Στα σημειωματάρια μου υπάρχουν μνήμες, σκέψεις και κομμάτια από ιστορίες που φαντάστηκα. Πράγματα που επίτηδες δεν ορίζω. Είναι καιρός να ανοίξουν οι ντουλάπες, να βγουν πράγματα στο φως. Ειδικά τώρα που η βία των περιστάσεων επιβάλλει τα θέματα που συζητάμε. Ειδικά τώρα θέλω όλο και περισσότερο να μιλήσω για όσα μοιάζουν μικρά, ασήμαντα, ιδιωτικά… 
 

“Tu vas me manquer cette nuit!” Θα μου λείψεις αυτήν την νύχτα. Αυτές οι λέξεις ήταν δικές μου. Είχα σύρει το προσωπο μου στους μηρούς της, στην κοιλιά, στο λαιμό της. Είχα χαιδέψει το πόδι της κρυφά κάτω από το τραπέζι, απαλά σαν σκέψη, κρυφά όπως ταιριάζει στα μυστικά, γιατί ήταν μυστικές οι στιγμές μας.
Ξεχειλίζοντας στην θέα του προσώπου της νέας γυναίκας που ακόμα αμφιβάλλει τον θαυμασμό του άνδρα. Το χαμόγελο των ματιών της φανερώνει λίγες στιγμές αγάπη και τρυφερότητα. Τα χέρια της κρατούν το χέρι μου πάνω στο πρόσωπο της ενώ τα μάτια μας ποτίζονται στην αμοιβαία θέα. Πονάω να τα σκεφτώ όλα αυτά. Την βλέπω στο ίδιο σπίτι, λίγες μέρες πριν σαν δύο άγνωστοι, κανείς δεν πρέπει να μάθει και είναι η Σελήνη και είναι μπερδεμένη οπότε είμαι μπερδεμένος και δε μπορώ να μεταμορφωθώ σε άνδρα και καθησυχάζω τον πόθο αλλά είναι νύχτα κι αγκαλιαζόμαστε και είναι μικρή και θα ωριμάσουν τα φιλιά της με τον καιρό αλλά δεν την είδατε να κοιμάται ξαπλωμένη, απλή, αφημένη με τα πόδια της να διπλώνονται μεταξύ τους, πόση χάρη, απλόχερη και σιωπή στο μικρό δωμάτιο που ο χρόνος χάνεται.

Κάθε βράδι για χάρη της κοιμάμαι λίγα λεπτά λιγότερο ώστε να την θυμηθώ.

Για το βίντεο: superbien.fr


[ Το βίντεο ίσως δεν μπορείτε να το δείτε εδώ αλλά το κρατάω σαν εικονογράφηση. Μπορείτε να πατήσετε για να το δείτε ΕΔΩ. Σκηνοθεσία Patrick Daughters. Το διάλεξα για πολλούς και αρκετά αντιφατικούς λόγους.  Η μεταφορά είναι ιλιγγιώδης, μου διαφεύγει.]

το σκοτάδι είναι φοβερό
όχι επειδή δεν βλέπεις
αλλ’ επειδή δεν φαίνεται

Αυτοί οι καιροί είναι μυστήριοι, αυτοί οι καιροί είναι για μας. Ώρες ώρες μας κυκλώνει μια ανυπομονησία να έρθει, επιτέλους, η καταστροφή. Μετά το πρώτο μούδιασμα κινούμαστε ξανά. Αυτό αποτυπώνεται και στον χώρο της τέχνης. Είτε με ακόμα πιο επιφανειακές, θεαματικές, εκθέσεις εκδηλώσεις και θεάματα ή με προσπάθειες άλλες που επιχειρούν να βρουν ποιά είναι αυτά που μας μένουν πλέον. Δεν γνωρίζω πόσο ακόμα θα αντέξουμε όσοι παλεύουμε αυτό τον αγώνα αλλά θα συνεχίσουμε όσο μπορούμε.
Όχι από Ηρωισμό αλλά από Ανάγκη.

Η εποχή αντιμετωπίζει τον Πολιτισμό είτε σαν εργαλείο για να εμπορεύεται, είτε σαν πολυτέλεια, περιττή. Κι αυτό τώρα, που τον έχει ανάγκη
περισσότερο. Η Τέχνη, ειδικά, έχει ρόλο βαρύ. Καλείται να καλύψει τεράστιες εκτάσεις της ανθρώπινης κατάστασης που εκκρεμούν. Εκτάσεις τόσες και τέτοιες που δεν απαριθμούνται. Τη μνήμη του Ιερού και τη μνήμη του θανάτου, που γίνεται πλέον μόνο με μορφασμούς. Τη σεξουαλικότητα και την γενικευμένη κατανάλωση του σώματος. Τον παραλογισμό της αδικίας και την ελευθερία της συντροφικότητας. Τα κενά των κοινών τόπων και την μετάνοια των βεβαιοτήτων που μας καθησύχαζαν. Την δίψα ενός Έρωτα παντοτινού και την δύναμη της Πίστης.
Αυτά και άλλα πράγματα είναι η καθημερινή μας ζωή και πάλλονται διαρκώς μέσα της, ξεχασμένα.

Οι πρακτικές που δικαιώνονται επειδή είναι εναντίον του «κατεστημένου» δεν αρκούν. Οι εναλλακτικές του περιθωρίου όπου το σκοτάδι απαντά δια μαγείας στην ψεύτικη χαρά έχουν ολοκληρώσει. Είναι σημαντικό να πραγματοποιείς ή έστω να προτείνεις κάτι, η επιτηδευμένη μαυρίλα και οι κατασκευασμένες σιωπές, ο αντικομφορμισμός και η «ανδρεία» δεν κρύβουν πλέον την κενότητα. To ύφος [Lifestyle] μπορεί ενίοτε να μιλά για την απελπισία, τον σπαραγμό, την επαναστατικότητα κ.α. Δεν ευνοείς απαραιτήτως κάποιαν αλήθεια με το να καταγγέλλεις διαρκώς το ψέμα. Συνήθως με αυτό τον τρόπο το συντηρείς και σε συντηρεί. Το ότι πονάς δεν σε κάνει πιο γνήσιο. Δυστυχώς. Πολλοί με αυτά τα επιχειρήματα έκαναν καριέρα. Αν το βλέμμα μας δεν προσηλωθεί σ’ αυτά που επιθυμούμε είμαστε, πιθανότατα, μέρος του προβλήματος.

Έτσι λοιπόν ήρθε η στιγμή να εκτεθούμε, να πούμε λέξεις βαριές που οπωσδήποτε θα μας κρίνουν. Σαν ερωτευμένοι. Θα έλεγε κανείς πως είναι καλό που μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε για πράγματα που έμοιαζαν κουρασμένα και ξεπλυμμένα, μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε ακόμα και για την Αγάπη. Ως Αίνιγμα. Η Αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δε σταματά εκεί που σταματούν τα τραγούδια που ακούμε στα ταξί κι αναπάντεχα μας αφορούν. Συνεχίζει κι όσο προχωρά γίνεται πιο ελαφριά, σαν μια γνώση, σιωπηλή, ήρεμη, ανοικτή, απλωμένη σ’ όλα τα πράγματα, σαν ξένη.
Δεν γνωρίζω πόσο ακόμα θα αντέξουμε όσοι παλεύουμε αυτό τον αγώνα αλλά θα συνεχίσουμε όσο μπορούμε.
Όχι από Ηρωισμό αλλά από Ανάγκη.

Ρωτώντας τι είναι ένα συντριβάνι.

Γκρεμίζοντας τον κόσμο με φώς και με ήχους.

Ψελίζοντας την ελπίδα με πρώτη ύλη την αγωνία.

Βίντεο από ένα live στο τέλος ενός εργαστηρίου ψηφιακών εφαρμογών, το καλοκαίρι του 2008, με έμφαση στο Mapping. Η γωνιά κάποιου άγνωστου κήπου λειτουργεί ως τεράστια μεταφορά. Για την αφθονία. Γι’αυτό που ξεπηδά από άγνωστο τόπο. Γι’ αυτό που συνέβαινε πριν έρθουμε. Γι’ αυτό που κατάγεται περισσότερο από το τίποτα παρά από το κάτι.

[Φευγαλέο και ευθαρσώς “ποιητικό” αυτό το κομμάτι έχει γίνει με την τεχνική του mapping. Mapping λένε όσοι έρχονται από την Urban σκηνή κάποιες εφαρμογές που θυμίζουν άλλες ανάλογες της augmented reality(έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτά. π.χ. ΕΔΩ). Πρόκειται πάλι για προβολές που γίνονται σε τρισδιάστατους “πραγματικούς” χωρους και τους ντύνουν.

Ο όρος “augmented reality” είναι ακαδημαϊκής προέλευσης και για πολλούς φαντάζει φαντασμένος και περιοριστικός. Για το mapping η σύγχιση του πραγματικού με το υπολογιστικό-εικονικό(virtual) δεν είναι κεντρικό θέμα. Το θέμα δεν είναι το πραγματικό αλλά το παιχνίδι, οι αισθήσεις και μια ζωτικότητα χωρίς περιορισμούς θεωρητικούς. Ο όρος mapping έχει να κάνει με τις τεχνικές που χρησιμοποιούμε με τα προγράμματα τρισδιάστατου σχεδιασμού για να ντύσουμε με υφές τους όγκους που δημιουργούμε στην οθόνη του υπολογιστή, αφορά στον χρωματισμό-επένδυση των τρισδιάστατων μοντέλων. Το mapping είναι ένα ανάλογο σε πραγματικούς χώρους του Texture mapping που χρησιμοποιείται στα σχεδιαστικά περιβάλλοντα των υπολογιστών, για π.χ. βιντεοπαιχνίδια ή αρχιτεκτονικά σχέδια. ]

Το σκοτάδι της αρχής της performance είναι σαν μια προσπάθεια να ξεκινήσουμε από την αρχή, από το τίποτα, από κάπου, από τον ύπνο. Να ξεκινήσουμε. Το σκοτάδι φαντάζει σαν η πλέον τίμια αρχή. Ο ήχος μοιάζει συχνά σαν ανάσα. Είμαστε όλοι οι θεατές μέσα στο σώμα του χρόνου. Είμαστε το σώμα του χώρου, εμείς, και ανοίγουμε τα μάτια μας. Read the rest of this entry »

Leonard Cohen, Book of Mercy 1984.

In the Eyes of Men
In the eyes of men he falls, and in his own eyes too. He falls from his high place, he trips on his achievement. He falls to you, he falls to know you. It is sad, they say. See his disgrace, say the ones at his heel. But he falls radiantly toward the light to which he falls. They cannot see who lifts him as he falls, or how his falling changes, and he himself bewildered till his heart cries out to bless the one who holds him in his falling. And in his fall he hears his heart cry out, his heart explains why he is falling, why he had to fall, and he gives over to the fall. Blessed are you, clasp of the falling. He falls into the sky, he falls into the light, none can hurt him as he falls. Blessed are you, shield of the falling.

Wrapped in his fall, concealed within his fall, he finds the place, he is gathered in. While his hair streams back and his clothes tear in the wind, he is held up, comforted, he enters the place of his fall. Blessed are you, embrace of the falling, foundation of the light, master of the human accident.

Στα μάτια των ανθρώπων.
Στα μάτια των ανθρώπων πέφτει. Kαι στα δικά του επίσης. Πέφτει από την υψηλή θέση του. Πηγαίνει στο κατόρθωμα του. Κατευθείαν. Πέφτει σε σένα, πέφτει να σε γνωρίσει. Είναι κρίμα, λένε. Δείτε την ντροπή του φωνάζουν, όσοι τον ακολουθούν λίγο πιο πίσω. Αλλά αυτός πέφτει εκτυφλωτικά στο φως στο οποίο πέφτει. Δε βλέπουν ποιος τον σηκώνει ενώ πέφτει, ούτε πως η πτώση του με τον καιρό αλλάζει και μαζί της κι ο ίδιος παραδαρμένος μέχρις ότου η καρδιά του βάλει τις φωνές και ευλογήσει εκείνον που τον κρατά μέσα στην πτώση του. Και στην πτώση του μέσα ακούει, την καρδιά του να ουρλιάζει και η καρδιά του εξηγεί γιατί πέφτει, γιατί έπρεπε να πέσει, κι έτσι αφήνεται. Πέφτει. Ευλογημένο είσαι, σφιχταγκάλιασμα της πτώσης. Πέφτει μέσα στον ουρανό, πέφτει μέσα στο φως, τίποτε δε μπορεί να τον πληγώσει ενώ πέφτει. Ευλογημένη είσαι, ασπίδα της πτώσης.

Τυλιγμένος στην πτώση του, κρυμμένος μέσα σ’ αυτήν, βρίσκει χώρο και μαζεύει εκεί τον εαυτό του. Ενώ τα μαλλιά του φεύγουν πίσω ορμητικά και τα ρούχα του σκίζονται με λυγμούς στον αέρα κάτι τον κρατά όρθιο, τον παρηγορεί και έτσι μπαίνει στην πτώση του.
Ευλογημένο αγκάλιασμα της πτώσης.
Θεμέλιο του φωτός.
Αφέντη του ανθρώπινου ατυχήματος.

(μετάφραση Α. Μιστριώτης)

( αυτές οι γραμμές γράφτηκαν μ’αφορμή αυτό το βίντεο που μόλις “δημοσιεύτηκε”)

Δεν είμαστε το σώμα μας. Δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε τα αισθήματα μας. Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι του χρόνου σε μια πραγματικότητα που επιπλέει στο άγνωστο και πλησιάζουμε τα πράγματα, θαυμαστά και όμορφα μόνον και μόνον επειδή υπάρχουν. Αυτή η βάρκα δεν έχει επιβάτη διότι την επιβαίνει το βλέμμα μας που μας κοιτά. Το βλέμμα μας φεύγει κάνει τον γύρω του κόσμου ξανά και ξανά να βρει διεξόδους και θαύματα, κάτι ψάχνει. Δε σταματά. Αυτή η βάρκα είμαστε εμείς και όλα όσα μας δίνουν μορφή, όλα αυτά που δεν είμαστε. Διότι δεν είμαστε καμμία απο τις εκδηλώσεις μας. Οι σκέψεις και τα πράγματα, οι αριθμοί και τα σχήματα είναι υλικά του κόσμου. Η διαφορά των λέξεων από τις πέτρες δεν είναι ουσιαστική, είναι κάτι σαν αντικείμενα με διαφορετικές πυκνότητες. Το νερό είναι φευγαλέο κι ο αέρας ούτε καν ορατός αλλά είναι υλικά στοιχεία. Δεν ισχύει πάντα ο διαχωρισμός μεταξύ πνευματικού και υλικού, ψυχικού και σωματικού, άυλου και υλικού. Το υλικό του κόσμου είναι ουσιωδώς ένα και γι’ αυτό μπορούν τα πράγματα να αγγίζουν και να αποτυπώνουν το ένα το άλλο.

Το θαύμα του κόσμου είναι εκτυφλωτικό και διακριτικό, δε φωνάζει, δε φωνάζει διαρκώς, συχνά απλώς κάθεται εκεί κι αυτή του η ηρεμία απέναντι στον παραλογισμό του “είναι” μοιάζει με το αρχαϊκό μειδίαμα. Μοιάζει τρομακτική και καθησυχαστική.

Σ’ αυτή την περιπλάνηση δεν βλέπουμε την ουσία(;) των πραγμάτων, βλέπουμε όμως τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, τις γεωμετρίες και τα χάσματα, τις εκτάσεις που ανοίγουν σκοτεινές και γι’ αυτό γεμάτες υποσχέσεις. Κομμάτια από την επιφάνεια του κόσμου και κομμάτια από τα πλέγματα των γεγονότων και των εννοιών μας βοηθούν να πλοηγούμε, να προσανατολιστούμε και να παίξουμε την ζωή μας. Άλλα πλάσματα κάνουν κι αυτά την διαδρομή τους, άνθρωποι, ζώα και πουλιά υπακούοντας κι αυτά στις δικές τους γεωμετρίες, σε σχέσεις, σε ρυθμούς, μόνον έτσι υπάρχει ενέργεια στα πράγματα.

Κάνοντας τον γύρο του μικρού μας κόσμου τα πράγματα γυμνώνονται και μοιάζει ο χώρος κι ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη σκλαβιά. Στον Πάτο της “Μαύρης Λίμνης” βρίσκεται η “Μαύρη Λίμνη”. Και οι εποχές έρχονται ξανά και ξανά και τα κοπάδια κι ο βάτραχος που μας κοιτάει κρυμμένος, μένει εκεί ερμητικός στην υπόσχεση του. Η επιθυμία υπέρβασης του χώρου και του χρόνου χτυπά πάνω στην ίδια την “ύπαρξη”, που είναι λέει κάτω από μιαν αρχή(υπ-αρχή), από κάτω. Αυτή η περιοχή του χώρου και του χρόνου στην οποία είσαι κλεισμένος σε πλακώνει όταν ανέβεις στην κορυφή ενός βουνού, σε πλακώνει στην καρδιά της ερήμου και στον μυχό της νύχτας, σε πλησιάζει όταν βρίσκεσαι στην αγκαλιά αυτού που αγαπάς, σε αφορά όταν κερδίζεις στο χρηματιστήριο κι όταν παίρνεις τον μισθό σου, σε κυκλώνει όταν ταξιδεύεις στην Αργεντινή και την Ταΐλάνδη και τρως εξωτικά φρούτα. Καμμία πολιτική απ’ αυτές που ξέρουμε δε μπορεί να απαντήσει σ’ αυτην την σκλαβιά και δεν υπάρχει κανένα σύστημα να του τα ρίξουμε ή έστω να το αντιπαλέψουμε και να αξιοποιήσουμε την οργή μας, την μανία, την θλίψη. Βαθύτατες.

Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια, όμως, είναι η επιθυμία, η αίσθηση και η έννοια… του “σπιτιού”. Κανένας ορισμός του σπιτιού δεν επαρκεί. Το σπίτι είναι η μέσα μεριά του ορίου, το κέντρο του κύκλου που ανοίγει στο άπειρο, η ανάστροφη αλλά ταυτόσημη απόδοση του “ταξιδιού”, της αναζήτησης της γνώσης, της απόδρασης. Ένα σπίτι μπορεί να διαλυθεί, να πουληθεί να αλλάξει και να ξαναστηθεί αλλού, αλλά.. τίποτα δε μπορεί να ξεριζώσει την ανάγκη του. Το μόνο που γίνεται είναι να ανοίξει, να γίνει τεράστιο, να απλωθεί παντού αυτή η αίσθηση, έστω για μια στιγμή, να μπορέσεις να αποκοιμηθείς σε μέρη άγνωστα. Το σπίτι δεν είναι το σπίτι. Το σπίτι είναι η σύνδεση μας με τα πράγματα, με την καταγωγή μας, με το γεγονός πως γεννηθήκαμε, κάποια στιγμή(!). Αυτή η καταγωγή είναι η πρώτη ύλη από την οποία είμαστε φτιαγμένοι, και έννοιες όπως Πατρίδα, Έθνος, Πατέρας, Μάνα από κει πηγάζουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητες. Διότι είναι υπαρξιακά θεμελιωμένες. Αν δεν ήταν θα ήμασταν έτοιμοι για το μηδέν και το μη-είναι, πράγμα που είναι επίσης παράλογο για τον ασυνείδητο εαυτό. Η Κοινωνία, η Ιστορία, η Οικονομία δεν είναι έξω από τα πρώτα ερωτήματα, δε στερείται την σωματικότητα της φιλοσοφίας αλλά την εμφανίζει. Δεν αποσβέννει την αναγκαιότητα της Θεολογίας αλλά την εξωθεί. Δεν προσπερνά και υπερκαλύπτει τα οντολογικά, απλά, ερωτήματα αλλά τα επιβάλλει. Ένα παιδί φωνάζει μέσα σ’ όλα αυτά τους γονείς του πριν καν ρωτήσει τον εαυτό του: “Γιατί;”

Θα τελειώσω αυτές τις γραμμές με τρόπο αυθαίρετο, με αναφορά στην επιθυμία για Φως, για Ζέστη, απεριόριστο Ουρανό και άπλετο Ήλιο. &)

Για τον David OReilly έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση.

Για τον Jon Klassen αλλά και το Black Lake δείτε εδώ!

Το Μάρτιο του 2008 ο Randy Peters, ένα εννεάχρονο αγόρι από το Σικάγο ανέβασε το πρώτο μέρος του animation: Octocat. Έδωσε ηλικία 13 χρόνων για να μη του σβήσουν τον λογαριασμό οι διαχειριστές του YOUTUBE.

Πρόκειται για την Ιστορία ενός γατιού με οκτώ πόδια που ψάχνει τους γονείς του. Ο Octocat περπατά σ’έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και γρίφους. Η άτσαλη ομορφιά της εικόνας ασκεί μιαν απαράμιλλη γοητεία. Ένα παράλογο χιούμορ ανατρέπει ανεπαίσθητα τον εαυτό του συνεχώς και ένας διαρκής ρυθμός οδηγεί τα πράγματα χωρίς να σταματά πουθενά. Η αυτόματη γραφή, η ροή των συνειρμών που έχουν ΚΑΙ τα παιδιά όταν φτιάχνουν τους κόσμους τους, αγκαλιάζει τα αισθήματα ακέραια αλλά δε μένει πουθενά, συνεχίζει, ρέει ακάθεκτη, γεμάτη αίματα και γέλια, για πάντα.. Υπάρχει Μυστήριο, Οργή, Αγωνία και Μελαγχολία σε αμείωτη, παράφορη ένταση, μαζί με διαρκές, υπόγειο, χιούμορ. Ζητά τους γονείς του. Τι σημαίνει αυτό; Η ένταση και η εμμονή του αιτήματος έτσι απομονωμένου γίνεται φιλοσοφική.

Η επιτυχία ήταν άμεση, τεράστια και μη αναμενόμενη, το πρώτο μέρος έφτασε τις 100.000 επισκέψεις σε δύο μέρες. Όλοι περίμεναν το επόμενο. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος έγινε μια ανατροπή.. το παιδικό σχέδιο μετατρέπεται σε τρισδιάστατο animation! Πως; Σok!!! Τι έγινε;

Το παιδί πίσω από το Octocat ήταν τελικά ο 23χρονος σχεδιαστής David OReilly… Θα πει έπειτα πως το Octocat ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελε να ελέγξει και να στηρίξει την πεποίθηση του πως: Το κοινό δε χρειάζεται καθωσπρέπει εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα σχέδια και γραφικά για να εμπλακεί σε μια ιστορία. Το κοινό χαίρεται να παρακολουθεί και το πιο κακότεχνο, άτσαλο, κακοδουλεμένο στον ήχο και στο Ντουμπλάζ  κατασκεύασμα όλων των εποχών και μπορεί να γελάσει και να κλάψει όπως και με τα κινούμενα σχέδια των μεγάλων στούντιο.
“audiences don’t need polished, slick animation to find a story engaging. They are happy to follow the worst animated, worst designed and worst dubbed film of all time, and still laugh and cry and do all the things you do watching a so-called “high end” film. Its amazing, I’ve never been so excited about independent animation.”
Ο Γιάννης Τσαρούχης είπε κάτι απολύτως σχετικό. Δε το θυμάμαι επακριβώς αλλά ήταν κάτι του στυλ: Το μεγαλύτερο μάθημα της “Μοντέρνας” Τέχνης είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να αποδώσει ένα θέμα άσχετα από την τεχνική και τις ικανότητες του, αρκεί να έχει μια πραγματική συγκίνηση. Το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού λοιπόν, κάπου στον άνθρωπο, στο στίγμα που διαπερνά αυτά που κάνουμε κι όχι σ’αυτά που κάνουμε καθ’αυτά.

Το OCTOCAT ήταν μια μεγάλη επιτυχία. (Υπάρχουν αρκετά σχετικά άρθρα, ο ίδιος ο OReilly προτείνει αυτό) Έκτοτε, όμως, δε σταμάτησε να συνθέτει, να διασκεδάζει και να υπερασπίζεται τα εξαιρετικά και κάποτε εξαιρετικά δύσκολα έργα του. Η δουλειά του είναι ταυτόχρονα Ζωγραφική, Βίντεο, Ποίηση, Πειραματικός Κινηματογράφος. Όπως και να χει αυτά δεν έχουν σημασία..
Κι αν μιλά συχνά για νεωτερισμό τελικά φαίνεται πως αυτός είναι ο τρόπος του να ψάξει μια περιοχή όπου μπορεί να αναπνεύσει και να πει, ή μάλλον κάνει, αυτά που του φαίνονται αναγκαία, ευχάριστα, προφανή. Η Μοντέρνα εμμονή στον νεωτερισμό, που σήμερα ακόμα επιβιώνει, ευθύνεται για πολλές επηρμένες κουταμάρες. Εδώ έχουμε κάτι άλλο.

Καλή δουλειά λοιπόν σε οποιονδήποτε θέλει να πιάσει ένα μολύβι, μια κιθάρα, ένα ακαταλαβίστικο 3d πρόγραμμα, ένα οτιδήποτε απ’όσα απαρτίζουν αυτόν τον κόσμο!

Δείτε εδώ, πρόκειται για την συμβολή του σε ένα ομαδικό project που ονομάζεται psst. Εδώ ένα κείμενο του περί αισθητικής

Τα ζάρια (που δεν παίζει ο Θεός κατά τον Αινστάιν) φτιάχνουν τις εικόνες του κόσμου και εμάς. Σωματίδια στοιχειώδη σε συνδυασμούς. Η ύλη του κόσμου μπορεί να αθροιστεί όλη μαζί σ’ ένα ξέφρενο ερώτημα, επιφανειακά ψύχραιμο κι αμίλητο.
Ακόμα και στην πιο ανόητη και βαρετή εικόνα του κόσμου κάτι απίθανο επιμένει, κάτι ανεξήγητο και ρευστό. Ναι. Μ’ένα κουβά ζάρια φτιάχνεται ένας κόσμος άπειρος.

Υπάρχει ο ενθουσιασμός
από τη μια για την γεωμετρία και τους αριθμούς που φτιάχνουν κόσμους ολόκληρους
και απ’ την άλλη για την αίσθηση πως τα πράγματα είναι απερίγραπτα, πιο μεγάλα από τον εαυτό τους.
Τα πράγματα είναι πάντοτε ξένα. Αντιφατικά. Ταιριάζει να μένουμε σιωπηλοί μπροστά τους. Όπως ταιριάζει να παίζουμε μαζί τους. Η αίσθηση αυτή, αυτό το ξένο, μας αποτρέπει να ταυτιστούμε μ’ όσα λέγονται και φαίνονται. Κάθε λέξη κάθε κόκκος ρυζιού μοιάζει ακατανόητος. Η αίσθηση αυτή παίρνει πολλές γεύσεις, μοιάζει με μοναξιά ή με ελευθερία ή ακόμα και βλακεία όταν κάτι ελάχιστο επιμένεις να το ρωτάς για την ουσία του…

Κι ενώ το ζητάμε με λύσσα το νόημα των πραγμάτων, αυτό μας απειλεί. Η ανάγκη για νόημα μας κατατρώει, όσο και η αβάσταχτη τυχαιότητα της ζωής, που μας κάνει ασήμαντους. Η αλυσίδες των γεγονότων που οδηγούν; αποχτούν νόημα από τα αποτελέσματα τους; Και ποιό είναι το σημείο που μπορούμε να σταματήσουμε να κάνουμε τον απολογισμό; Ποιό είναι το πλέον ακραίο αποτέλεσμα; Ο θάνατος; Είναι το τέλος αυτό;

Κι εδώ θέλω να σταματήσω αλλά δε μπορώ.

Χρειαζόμαι, μάλλον, ένα τραγούδι. Για την ελευθερία από το νόημα. Ένα τραγούδι που δε θα ‘ναι μηδενιστικό αλλά θα είναι και μηδενιστικό. Ένα Ναι, μια Ναιότητα διαφορετική..  “_”     Θα ακούσω το τραγούδι που υπέρκειται σα να είναι κομμάτι της δικής μου ζωής.

________

Έχω περπατήσει στους δρόμους έχω δει τοίχους να πέφτουν και έχω σκουπιστεί με χαρτοπετσέτες, έχω αγαπήσει ανθρώπους που δεν είδα ποτέ, έχω πιει κόκα κόλα, έχω πέσει με το ποδήλατο, με την μηχανή, με το αυτοκίνητο, έχω ένα ταξίδι στο μυαλό που γελά με τα ταξίδια, έχω έναν φόβο δίχως όνομα που με τρώει, έχω πράγματα ξεχασμένα παντού και τραγουδώ όταν πλένω τα πιάτα, έχω περάσει μέρες και μέρες αμίλητος, έχω διασχίσει έντρομος σκοτεινούς διαδρόμους πολυκατοικίας φωνάζοντας την μαμά μου για να πάρω κουράγιο, έχω τρέξει σε στενά για να μη με μαχαιρώσουν κι έχω χάσει αεροπλάνο, έχω φάει πολλά αμυγδαλωτά σήμερα, έχω μπλούζες που δε μου κάνουν, έχω χάσει πολλά κλειδιά, έχω γελάσει σε σημεία που κανείς άλλος δε γελά σε θέατρα και σινεμά και βιβλία, έχω μια φίλη από την Ιαπωνία που ζει στον Καναδά και δεν έχω μιλήσει μαζί της εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, έχω το τηλέφωνο δίπλα και έχω δει αυτό το βίντεο, έχω τηλέφωνα να πάρω και έχω αναβάλει ότι μπορώ να αναβάλω αρκετές φορές, έχω ψάξει αυτά που δεν έχασα ποτέ και δε χρειάζομαι, σε κανέναν.
Σας εύχομαι μια φωνή που να σας ξεπερνά, να ανακαλύπτεται με έκπληξη στα λόγια σας τον κόσμο. Σας εύχομαι να πηγαίνετε χωρίς προσπάθεια στην χαρά. Σας εύχομαι να ξυπνάτε μέσα στην νύχτα και να βρίσκεστε μέσα στην ησυχία κι αυτή η ησυχία να μη σας βλάπτει, να σας δυναμώνει.

________

οι δυό αυτοί τύποι στη wikipedia
Οι στίχοι ακολουθούν:
Read the rest of this entry »

.

Το πρώτο δείγμα (που γνωρίζω) keyframe animation.
Όπου το σχέδιο γίνεται με το χέρι και ο υπολογιστής το εξελίσσει. Για την ακρίβεια σχεδιάζουμε δύο διαφορετικά σημεία και ο υπολογιστής υπολογίζει την μετάβαση από το ένα στο άλλο. Πρόκειται για ένα παιχνίδι χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό που βλέπεται είναι ένα απόσπασμα αλλά δε βρίσκονται εύκολα ταινίες του Foldes. Αποτελεί μια χαμένη σελίδα της ιστορίας των “κινούμενων εικόνων”.

Ας επιμείνουμε στον όρο κινούμενες εικόνες μια που το Video-Art είναι τελείως ασαφές και παραπλανητικό. Θα επανέλθω αλλά το ζητούμενο είναι να ενωθούν τα διάφορα ανθυποείδη και τα έργα να πάρουν την θέση τους ανάλογα με το τι έχουν να πουν.

Στα δύο παραδείγματα που έχουμε εδώ το δεύτερο (το “La Faim”), στο τέλος της ανάρτησης, είναι, σαφώς, μνημειώδες. Και στα δύο οι ποιότητες των γραμμών είναι σημαντικές, και γεννιούνται, εκτός των άλλων, από τους περιορισμούς του μέσου. Οι γραμμές έχουν ζωή δική τους, η αδεξιότητα τους είναι γεμάτη αίσθηση. Η εικόνα δεν είναι βυθισμένη στην αναπαράσταση, στο αληθοφανές. Φαίνεται το σώμα της εικόνας, φαίνεται και είναι πλούτος. Όπως η βραχνή φωνή των L.Cohen και Μ.Βαμβακάρη, όπως οι πινελιές του Βαν Γκογκ, όπως οι ντομάτες που δεν είναι μόνο αναπαράσταση της ντομάτας αλλά και γεύση και άρωμα, είναι παρούσες.

Ο Peter Foldes, γεννήθηκε Ούγγρος αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Γαλλία. Το συγκεκριμένο βίντεο το δούλεψε στον Καναδά. Πρόκειται για μια πολύ πρώιμη τεχνολογική εφαρμογή, σε συνεργασία με ένα ερευνητικό εργαστήριο. Η διαδικασία είναι: Ο Foldes κάνει ένα σχέδιο, μετά ένα δεύτερο και ο υπολογιστής αυτόματα φτιάχνει την μετάβαση από το ένα σχέδιο στο άλλο. Ο σχεδιαστής-ζωγράφος κοιτά τι προτείνει η μηχανή και το ξαναδουλεύει. (Στις αυτόματες μεταβάσεις συμβαίνουν αυτά που ο Φ.Μπέικον θα ονόμαζε “ατυχήματα” ) Ξαναπροσαρμόζει το αρχικό σχέδιο το κάνει πιο πυκνό και του δίνει, σιγά-σιγά, ποιό “ωραίο” νόημα και πιο εύστοχη μορφή.

1ο Μέρος

2ο Μέρος

Σήμερα υπάρχει μια τεράστια φιλολογία για την ανάγκη να ακούμε το σώμα μας. Το σώμα όμως μπορεί να λέει και άστοχα πράγματα.

Τι κρύβεται πίσω από την Πείνα; Δεν είναι προφανές. Η επιθυμία για την ζωή είναι κάτι που δε ξέρουμε αν διαλέξαμε.

Η επιθυμία για ζωή και η επιθυμία για το τέλος αυτής της ζωής δεν είναι καθόλου αντιφατικές.

Υπάρχει ένας σωλήνας που περνά απο μέσα μας ένα κενό που είναι δικό μας, μια περιοχή που είναι ταυτόχρονα και “μέσα” και “έξω”. Μέσα από κει μας διαπερνούν κομμάτια του κόσμου και μας δίνουν την ζωή που τους παίρνουμε.

Δεν υπαρχει τρόπος η δική μας χαρά να σταθεί ακέραιη και δικαιη μπροστά στην δυστυχία των άλλων ανθρώπων. Και ζώων. Και φυτών. Πέρα, όμως, από τον ηθικισμό και τις ενοχικές λογικές διαφόρων “πολιτικά ορθών”, μήπως η ζωή μας κοστίζει υπερβολικά πολύ; Οι αστοχίες μας αποκαλύπτονται χυδαίες και τεράστιες κάπου που εμείς δε βλέπουμε και με τρόπο που δε φανταζόμαστε. Για να ζεσταίνονται τα σπίτια μας, άθρωποι φτάνουν σε σημείο να βάζουν “υπόθετα” εκρηκτικές ύλες και να μετατρέπονται σε βόμβες και τιναγμένα στον αέρα κρέατα. Για να μη πέσει η τιμή του ψωμιού που τρώμε, πέφτουν βόμβες σε σπίτια και πεθαίνουν άνθρωποι. Παιδιά, άνδρες και γυναίκες, απροετοίμαστοι, πεινασμένοι ακόμα για ζωή. Δε γίνεται να είμαστε σωστοί και γι’αυτό ο εισαγγελικός τρόπος καταγγελίας είναι καταδικαστέος και ύποπτος. Παρόλαυτα ας προσπαθήσουμε να έχουμε μέτρο, να επανακτήσουμε την αξιοπρέπεια μας.

Το “La Faim” είχε προταθεί, μεταξύ άλλων διακρίσεων, για Όσκαρ το 1975,κέρδισε και το βραβείο της επιτροπής στις Κάννες το 1974. Εντούτοις σήμερα μοιάζει ξεχασμένο. Χαρακτηρίζεται από δυνατή αφήγηση και δυνατή εικόνα. Δυνατή με όρους ποιητικούς και εικαστικούς. Μια γιορτή της αίσθησης και της ακρίβειας. Καμμία μετάβαση δεν είναι ανακριβής ή “εντυπωσιακή”. Αλλά ενώ το “νόημα” διατρέχει τα πράγματα, δεν αποξηραίνει, δεν τα κάνει εγκεφαλικά, κάθε άλλο. Χιούμορ (τοξικό) και αίσθημα διαπερνά όλο το έργο. Και γεύση ονείρου, η φαντεζί αυστηρότητα του ονείρου.

Ίσως το τέλος να είναι πολύ σχολιαστικό για μερικούς, αλλά κι αυτό τελικά έχει τον λόγο του. Προσωπικά έχω κάποιες ενστάσεις. Πάντως μια πολύ προσωπική φωνή διατρέχει όλη την ταινία. Κι αν είναι πικρή, αυτή η φωνή, δεν είναι αυτάρεσκη.

Ο Foldes πέθανε πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου. Λίγα πράγματα υπάρχουν στο διαδίκτυο σχετικά.

Ένα από τα λίγα που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο εδώ! Κι εδώ
(ίσως το χάσετε αυτό επειδή είναι στα σχόλια οπότε:Δείτε εδώ

(Τέτοια έργα, είναι αλήθεια, λειτουργούν στους χώρους που παρουσιάζονται και οι διαστάσεις τους πρέπει να είναι τέτοιες ώστε ο θεατής να μπορεί να βυθιστεί σ’αυτά. Οι υπολογιστές δεν έχουν τέτοιες διαστάσεις…)

Vagina Cosmica. Ένα ταξίδι στην καθαρή αίσθηση, στα στοιχεία τα πρώτα της εικόνας, μια επιχείρηση μυστηρίου. Ο ήχος και η εικόνα έχουν υπνωτικό χαρακτήρα. Ερωτισμός και technoλαγνεία συνδυάζονται κι εκεί εμφανίζεται ένα σκοτάδι από καθαρή ενέργεια. Σίγουρα δεν είναι για όλες τις ώρες της ημέρας..

Οι Otolab είναι μια Ιταλική κολεκτίβα με έδρα το Μιλάνο. Αποτελείται από  καλλιτέχνες τις κινούμενης εικόνας και του ήχου, σχεδιαστές,  αρχιτέκτονες κ.α. Η δουλειά τους έχει άμεση σχέση με τους προβληματισμούς άλλων καλλιτεχνών ανά την Ευρώπη και τον κόσμο. Στο χώρο της Ηλεκτρονικής Τέχνης. Τους ενώνει κάτι που έχει χαρακτηριστικά μόδας, ρεύματος-trend, στυλ, δίχως όμως να στερείται ουσίας. Αυτή η ουσία, το θέμα όλης αυτής της έρευνας και το αντικείμενο όλου αυτού του ενθουσιασμού συχνά χάνεται, δε φαίνεται. Τα πλακώνει ένα ύφος μια “trend” ανοησία, ένα στύλ. Το “ύφος” είναι τόσο βαρύ που φιμώνει το έργο. Ας το δούμε όμως πιο προσεκτικά.

Εδώ όπως κι αλλού. Όλα αντιμετωπίζονται ως πληροφορία ή ως “σήμα” εξ’ου και η εμμονή στην μη διαφοροποίηση μεταξύ ήχου και εικόνας. Έχουμε πολλά εγχειρήματα που ο ήχος γεννά με τρόπο “μηχανικό” την εικόνα ή η εικόνα μετατρέπεται αυτόματα σε ήχο. Κάθε πίξελ της οθόνης αποτελείται από παλλόμενο φως. Και η εικόνα και ο ήχος σε ένα βαθύτερο επίπεδο είναι το ίδιο πράγμα. Όλα είναι παλμοί, συχνότητες, καθαρή ενέργεια σε αέναη κίνηση. Στο τέλος το μόνο που μένει είναι αυτή η ροή, τίποτε άλλο. Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι κάτι τεχνολογικό αλλά μια εμφάνιση κοσμική ή αν θέλετε μια μεταφορά για την “ενέργεια”.

Όλα τείνουν σε μια αισθητική του Ηλεκτρισμού, των συχνοτήτων και των Πίξελ. Μια αισθητική της ωμής ηλεκτρομαγνητικής μηχανής, μια ανάδειξη της σάρκας της ψηφιακής πληροφορίας, μια ανάληψη του στοιχειώδους πέρα από την αναπαράσταση και την περιγραφή. Πέρα από την ανοησία της προοπτικής της Αναγέννησης, πέρα από αυτό τον κόσμο και βαθιά μέσα σ’ αυτόν. Όσο πιο βαθιά γίνεται πέρα από σχόλια και σκέψεις, έξω από το χιούμορ και τις ιστορίες, χωρίς συλλογισμούς, φτιάχνοντας μια νέα περιοχή του ωραίου που δεν είναι καθόλου καινούρια που επιστρέφει στα ηλεκτρικά φορτία των νεύρων, στη νοσταλγία του σώματος και στην πανηγυρική του επιστροφή. Πέρα από την ηθική, τον φόβο, την ελπίδα και την προσδοκία. Στο ωμό παρόν.

Το θέμα δεν είναι τόσο απλό βέβαια. Εδώ λειτουργώ ως απολογητής μιας προσέγγισης που έχει κάποια κενά… Μπορούμε επίσης να κάνουμε και σκληρή κριτική. Τα κύρια θέματα που προκύπτουν είναι, πάλι, το θέμα της μηχανής, της γνώσης/πληροφορίας και του Όντος. Ο χώρος της Τέχνης, αυτού του είδους της τέχνης, είναι πολυφωνικός, πολύπλευρος. Οι τάσεις δεν συμφωνούν πάντα και κάποιες μοιάζει να διαβάζουν τον κόσμο με έναν τρόπο επίπεδο, μηχανικό. Ή για να το πούμε αλλιώς δίχως την απαραίτητη επίγνωση του φιλοσοφικού βάρους των πραγμάτων. Παρουσιάζουν μια επηρμένη και ναρκισσιστική απερισκεψία που στην πράξη αρνείται οιεσδήποτε άλλες ερωτήσεις ή το ενδεχόμενο κάτι να αποκαλυφτεί σε ένα επόμενο βήμα.
Κάποιοι άλλοι, όμως, κάνουν ανοίγματα και σώζουν την κατάσταση.

Η θρησκεία της τεχνολογικότητας, της επιστήμης, έχει κι αυτή τις αιρέσεις της. Ο δρόμος αυτός είναι γεμάτος κινδύνους, ξεκινά από αλλού όμως, έχει φοβερές δυνατότητες. Είναι αλήθεια πως αισθητικοποιείται (life-stylοποιείται) κι αδειάζει από νόημα με τρόπο μοιραίο. Εμείς όμως μπορούμε να ασχολούμαστε μ’αυτά που έχουν κάτι να πουν.