You are currently browsing the category archive for the ‘Uncategorized’ category.


.

Τα σύννεφα θολώνουν τον ήλιο όπως πέφτει στις ταράτσες
ακούγονται φωνές και πουλιά, ενίοτε σκυλιά
και ένας βόμβος ασταμάτητος ακλόνητος βαθύς συντριπτικός αδιόρατος
αυτός ο βόμβος είναι η πιο σπουδαία μεταφορά που μου δίνει αυτή η στιγμή
για την ζωή
και για τον θάνατο

Advertisements

Cleopatra. Ένα έργο του χορογράφου WAGNER SHWARTZ. από την Βραζιλία. Ένα πρόσωπο ερμηνεύει ένα τραγούδι. Πολύ γνωστό. Στην πιο γνωστή του ερμηνεία. Το ερμηνεύει με τα μάτια. Ενώ κουνά τα χείλη εν-νοεί τι “λέει”. Μας κρατά μαζί του. Με τα μάτια. Και συκώνεται όρθιο πάλι το “έργο”, το τραγούδι. Την πρώτη φορά που είδα ποτέ το πρόσωπο σου (The first time ever I saw your face). Ένα κάτι, που κάτι το διαπερνά και μιλά. Για την πρώτη φορά. Για το βλέμμα, για την γη και τον ουρανό. Για τους ανθρώπους που έζησαν και κανείς δεν τους θυμάται. Για την υπέρτατη δυναμη που αισθάνεται ο ελάχιστος άνθρωπος όταν τον φωτίζει ο έρωτας. Κι αυτό το πρόσωπο έχει στραβά δόντια κι έτσι γίνεται δικό μας και δεχόμαστε να μας μιλά για την ευτυχία των ανθρώπων που συναντήθηκαν. Ακόμα κι αν οι άνθρωποι δεν συναντιόνται ποτέ, εκτός αν συναντιόνται συνέχεια. Κι έτσι χάνονται μόλις βρεθούν για να μπορούν αδιάλειπτα να συναντιούνται οι άνθρωποι. Και να βλέπουν τότε πως ο άλλος είναι μακριά. Πόσο μακρινός είναι ο άλλος! Τα μάτια μας το λένε γεμάτα δίψα. Ας μιλήσουμε για τον έρωτα. Ότι πιο κουρασμένο. Το θέμα το πιο άδικοξοδεμένο. Ένα ακόμα τραγούδι ερωτικό. Αισθηματικό αλλά μ’επίγνωση του φωτός που δίνει το σκοτάδι. Είδα το πρόσωπο σου. Είδα. Πρόσωπο. Πρώτη φορά. Ακατανόητα πράγματα.

Τι είναι ένα πρόσωπο; τι το καθιστά σημαντικό; Γιατί διαρκώς επανερχόμαστε και δεν το χορταίνουμε; ίσως το γεγονός ότι δεν είναι κάτι, αλλά κάτι που διαρκώς αλλάζει. αυτό το πρόσωπο, σε αυτό το βίντεο, δεν υπάρχει πια, ενώ ο άνθρωπος αυτός κατά πάσα πιθανότητα ακόμα κάπου κάθεται και μιλά με φίλους του ή διαβάζει η κοιτά την οθόνη του κινητού του τηλεφωνου. ένα πρόσωπο είναι κάτι πέρα από αυτό που εκπροσωπεί και κάπου ένα αγόρι με γαλάζια μάτια ανακοινώνει πως θέλει να παντρευτεί ένα κορίτσι, που τελικά είναι η ανύπαρκτη επίπεδη χρωματιστή ηρωίδα ενός κινούμενου σχεδίου, κι ένα κορίτσι κάποτε αγάπησε τον “ΚΙΤ“, το θρυλικό αυτοκίνητο, του “Ιππότη της Ασφάλτου”. τι ερωτευόμαστε; τι αποκαλύπτει ένα πρόσωπο; μια παρουσία; έναν άνθρωπο; και τι είναι ένας άνθρωπος; κάτι που φεύγει και είναι εδώ, κάτι που μένει, κάτι περαστικό και θολό, κάτι που θα χαθεί. κάτι που είναι κι όταν δεν κάνει τίποτα, κάτι ανεξάντλητο και εντοπισμένο, κατι που ξεχειλίζει μέσα σου, κάτι που αναγνωρίζεις, κάτι που δεν είναι ποτέ τετελεσμένο, κάτι κρυφό που πιστεύεις πως είναι εκεί, μέσα και πίσω από το πρόσωπο, και το έχεις αρπάξει και σ’ έχει αρπάξει με την ομορφιά και την ορμή και την ησυχία και το εύρος του, στο νου. κάτι που πιστεύουμε. κι έτσι το ονομάζουμε πραγματικό. και ξανά η λάμψη του χάνεται και την ψάχνουμε αλλού, αλλά το πρόσωπο συκώνεται και γίνεται μεγάλο σαν εποχή σαν βουνο που χάθηκε σαν αστερισμός που έσβησαν τα σύννεφα, αόρατα απόψε. Πίστεψα στον έρωτα που ο έρωτας προσπαθεί να αποκαλύψει ξανά και ξανά, σαν άνθρωπος, σαν φύλλο που παίρνει ο άνεμος, σαν θυμωμένος σκύλος, σαν ψάρι που πεθαίνει και χοροπηδά στα βράχια. δε μπορείς να είσαι ερωτευμένος χωρίς μοναξιά. το σώμα και η παρουσία του παραμένει απρόσιτη. αυτό διαβλέπει ο έρωτας. γι’ αυτό αγκαλιαζόμαστε συνέχεια. αυτό είναι το πρόσωπο, σε στάσεις του μετρό, ανάμεσα στα σεντόνια, στις οθόνες αυτού του κόσμου και στα τραγούδια του. φωνές που ακούμε. αυτό είναι το πρόσωπο, αυτό είναι το οικείο σημείο του κόσμου, αυτό είναι το σπίτι και η θαλπωρή, η ελπίδα να υπάρξεις, κι ο τρόμος πως θα χάσεις, το πρόσωπο, πράγμα σπουδαίο νομίζω. κοιτάξαμε τον κόσμο και χαθήκαμε μέσα του ξανά και ξανά. ο τρόμος και η προσμονή, η χαρά και η φρίκη, η ανία και η υλικότητα του χρόνου όταν δε συμβαίνει κάτι και αναδύεται σε ραντεβού σε στάσεις λεοφωρείου σκοπιές σε περιόδους πολιτικής αβεβαιότητας σε καιρούς που κάτι κρίνεται κι ανοίγει. κοιτάξαμε τον κόσμο και θέλαμε να δούμε το φως του. αλλά η πίστη μας σ’ αυτό, από πριν, μοιάζει με ψέμμα, ποιο το θεμέλιο ατής της απόφασης; μια φωνή λέει πως δεν πρέπει να πιστεύεις σε αυτό το φως. παραχαράσσεις το βλέμμα σου, είσαι τυφλός, αλλά δεν υπάρχει βλέμμα χωρίς πίστη, δεν υπάρχει βλέμμα που δεν είναι τυφλό, ούτε λέξεις χωρίς το παρελθόν που σου τις έδωσε, δεν υπάρχει θέα του κόσμου χωρίς προβολές και επιθυμίες και ελπίδες και φόβους. δε μπορώ να πω τι είναι αυτό που πιστεύει μέσα μου. αν μιλά για κάτι που ξέρει ή για κάτι που ελπίζει ή για κάτι που το διευκολύνει ή για κάτι που του έβαλαν μπροστά του σε μιαν αρχαία στιγμή που ξέχασε. ξέρω όμως πως προχωρά μέσα στους δρόμους κάθε μέρα και ανοίγει τα μάτια του το πρωί. ξέρω πως χτυπά η καρδιά του και δεν ξέρω γιατί. ξέρω πως δε μπορώ να αρνηθώ αυτήν την φωνή που διαρκώς αρπάζει τις φωτιές του κόσμου και τις κάνει δικές της. και κοιτά τους τοίχους με μάτια ορθάνοικτα περιμένοντας κάτι που δεν χρειάζεται να έρθει για να το πιστέψει. αν μπορούμε να βαδίσουμε μέσα στο δωμάτιο είναι γιατί πιστεύουμε. και είναι αυτή μια ζωτική διάσταση του ανθρώπινου που αν χαθεί πεθαίνουμε. αμέσως. σαν να μη χτυπά η καρδιά σα να μην ανασαίνει ο πνεύμωνας, κι όπως δεν τα βλέπουμε αυτά, και δεν τα ακούμε που χτυπιούνται και μεταβολίζουν τα υλικά του κόσμου και τα κάνουν ζωή δική μας, έτσι δεν βλέπουμε πόσο πιστεύουμε σε όσα προδίδουμε όλες τις μέρες της ζωής μας. κι όσο κι αν μοιάζει δίκαιο δε μπορούμε να μη πιστεύουμε στα φώτα του έρωτα και στην οικειότητα των προσώπων, και στην μάχη της Ιστορίας. αυτό πάλι είναι μια επιλογή και δεν μπορούμε να διαλέξουμε μονο τον φόβο. μόνο τον θάνατο. μόνο την απουσία. κι αυτό μια απόφαση είναι από μια περιοχή πληρότητας και βεβαιότητας, ένα σημείο ασφάλειας, οικείο και συμπαγές. μέσα στον κόσμο τα σημεία της οικειότητας είναι τα πρόσωπα, τα σημεία που μπορούμε να απευθυνθούμε, να διαπραγματευτούμε, όσα μπορούμε να αλλάξουμε, οι πέτρες και τα χώματα δεν αλλάζουν βλέμμα όταν σε κοιτούν, αλλάζουν με τον έρχομο του ήλιου και με την βροχή με το πέρασμα των εποχών αλλά δεν, δεν, δεν έχουμε αυτόν τον χρόνο για μέτρο της καρδιάς, η καρδιά μας δεν τον ακούει, θέλουμε ένα πρόσωπο, για μας, ένα πρόσωπο, ένα τίποτα που συκώνει το βλέμμα του στα σύννεφα και κοιτάζει τους ανθρώπους όλους ίδιους όλους μοναδικούς, εκεί βρίσκεται το θαύμα και ο τρόμος, εκεί διαρκεί η στιγμή, εκεί ο χρόνος έχει πραγματοποιηθεί ολάκερος. άνοιξε το παράθυρο ο ήλιος έξω γιορτάζει ενώ πεθαίνουμε ήσυχα μέσα στο ανέλπιστο της ζωής.

The VIDEO HERE/ Το βίντεο στα αγγλικά ΕΔΩ/

The English text HERE  —-> TOMORROW IETM 2013

Το κείμενο στην Ελληνική —-> TOMORROW IETM 2013 GREEK

I was invited to give the opening speech of an international meeting that took place in Athens. The atmosphere was nice and the public was also “fantastic”. The whole 4 day meeting was under the general title “TOMORROW”. Προσκλήθηκα να κάνω την εναρκτήρια ομιλία του συνεδρίου του Διεθνούς Δικτύου IETM** στην Αθήνα. Ο γενικός τίτλος ήταν το: “Αύριο”. Η Ατμόσφαιρα ήταν ζεστή και το κοινό εξαιρετικό.

Where are we going? Why Athens? What about Art?

Που πάμε; Γιατί η Αθήνα; Και η Τέχνη;

The speech revolves around three themes, Athens, Art, Tomorrow. All of them, of course under the shadow of the current crisis.

Η ομιλία εξελίσσεται γύρω από τρεις άξονες, Αθήνα, Τέχνη, Αύριο. Όλα αυτά βεβαίως κάτω από την σκιά της “κρίσης”.

Είδα προ καιρού αυτό το βίντεο και στάθηκα. Δεν ήξερα γιατί. Κατάλαβα όταν τελικά άρχισα να γράφω.

α) Jacques Tati 
O Jacques Tati είναι ο παιδικός ήρωας που δεν είχα. Ο ευγενέστερος των άτσαλων ποιητών, ο βέλτιστος των καπνιστών πίπας, ο αστειότερος των σοβαρών ανθρώπων. Τον βλέπω. Απελευθερωτής του “Λόγου” από τις λέξεις. Mόνος. Κανένας άλλος δεν φόρεσε καπαρντίνα μετά από αυτόν και κανείς δεν έκανε καλύτερα ποδήλατο. Φιλοσοφεί απευθυνόμενος σε ολόκληρο τον άνθρωπο, λέγοντας ιστορίες. Είναι ο ντροπαλός φιλόσοφος. Είναι αυτός που αποκάλυψε τις κάλτσες του. Ηττημένος χωρίς να το επιδιώξει. Έντιμος μέχρι σπαραγμού. Ο Jacques Tati. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε κινηματογραφικές ταινίες.

Τα πράγματα στις ταινίες του είναι ολόκληρα κι έτσι μοναδικά. Όλα είναι ευρύχωρα, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, οι ιστορίες, οι τόποι που συνθέτει. Ακόμα κι όταν όλα καταστρέφονται υπάρχει χρόνος. Όλοι έχουν μια θέση, γελοίοι, μισοί, επηρμένοι, ικανοί κι ανίκανοι, νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει χώρος και για τους ασήμαντους και για τους κακούς. Και για τα ζώα και για τα πράγματα. Όλα έχουν φωνή. Η ερμηνεία του έχει, επίσης, μια αισθηματική και διανοητική ετοιμότητα που δεν γίνεται εξυπνάδα ή συναισθηματική εκτόνωση, μόνον χρησιμεύει για να κατανοήσει την ζωή των άλλων και την δική του. Όλα αυτά με μια λεπτή και αδιάλειπτη αποστασιοποίηση. Βλέπει από μακριά την Ιστορία σαν κίνηση παράφορη που ενώνει χωρίς να ομογενοποιεί.

Η σπαρακτική έλλειψη νοήματος στην ζωή και την Ιστορία δεν παραβλέπεται. Ούτε γίνεται βία κι απόγνωση. Αντιθέτως γίνεται γνώση, δηλαδή κατανόηση, δηλαδή άρνηση της “κατηγορίας”, δηλαδή άρνηση κάθε σχήματος που εξηγεί με απλουστευτικούς όρους, τα πράγματα, τα γεγονότα, τις ζωές. Ασκεί κριτική, δείχνει ανθρώπους, φορείς, και της αδικίας και της καταστροφικής ανοησίας αλλά ποτέ δεν κλείνει το κάδρο γύρω τους, δεν επικεντρώνει σε αυτούς, είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την Ιστορία, της ταινίας και του κόσμου. Το κακό μένει ανεξήγητο. Δεν υπάρχουν “φταίχτες” στους κόσμους που κατασκευάζει. Ναι, υπάρχει διάκριση στο έργο αυτού του ανθρώπου που δεν αποκλείει την καταστροφή και την αποτυχία. Υπάρχει αγάπη για την γη, ουράνια, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από χώμα.

Ο Jacques Tati, όμως, είναι η αφορμή, άλλο είναι το θέμα μας…

β) Η Μπάλα-Ο Τερματοφύλακας-Το Τέρμα
Λοιπόν; Τι είναι μια μπάλα; Η Μπάλα δεν είναι ένα πράγμα. Η μπάλα είναι η ελάχιστη μορφή. Ένα “διογκωμένο” σημείο. Η μπάλα είναι ένας χώρος κλεισμένος στον εαυτό του, μια ταυτολογία, μια κατασκευή χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς γωνίες, χωρίς σχήμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην μπάλα βρίσκεται ένα κομμάτι σκοταδιού. Και το σκοτάδι αυτό μένει πάντοτε ακίνητο. Όσο κι αν η μπάλα μετακινείται.

Γύρω της τοποθετούμαστε. Άλλος κοντά, άλλος μακριά, άλλος αμυντικά άλλος επιθετικά. Άλλος με πεποίθηση, άλλος ξέπνοα. Είμαστε παίκτες, θεατές, οπαδοί ή τελείως αδιάφοροι. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων και τα κενά που εμφανίζει, ορίζει αυτό που ονομάζουμε “χώρο”.

Η μπάλα παραμένει χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή αόριστη κι έτσι μπορεί να γίνει τόπος προβολής κάθε επιθυμίας. Μ’αυτόν τον τρόπο επιτρέπει ενώ διαφέρουμε να επιθυμούμε κάτι μαζί. Η μπάλα με την απολύτως συγκεκριμένη αοριστία της μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε, να συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Ο άνθρωπος χτίζεται και αντλεί την ζωή του από την επιθυμία δηλαδή από την ατέλεια, την απουσία και την έλλειψη. Η ανακάλυψη του “τραγικού” είναι ακριβώς συντονισμένη με αυτήν την γνώση και περιέχει τον θρήνο του ανθρώπινου απέναντι στο ανέφικτο, του καλού του ωραίου και του αληθινού. Είναι σκληρό αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος παρεκτός αν το αντικείμενο των επιθυμιών του παραμένει απών ή έστω έρχεται και φεύγει συνέχεια σε συχνότητα τέτοια που αν το δει κανείς από μακριά να μοιάζει πως και είναι εδώ και δεν είναι. Αυτός είναι ο ρυθμός όλων των πραγμάτων, της ύλης και της ενέργειας. Αυτόν τον ρυθμό εκδηλώνει η κυκλική εναλλαγή των εποχών, των καθημερινών γευμάτων και η παλινδρομική διείσδυση της σεξουαλικής πράξης όπως επίσης σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο ερχομό αναφέρεται η σπαρακτική και τρυφερή, σχεδόν αστεία, Πορεία προς Εμμαούς.

Κάποιες φορές αυτό το βάσανο μας εξωθεί σε εύκολες λύσεις και αφηνόμαστε σε μια φτωχή εκδοχή της απουσίας ή της παρουσίας, χωρίς αίνιγμα.
Οι επιπτώσεις είναι δεινές και πολλαπλές. Για παράδειγμα τότε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του πνεύματος και του γράμματος του νόμου και κυριαρχεί η απώθηση, η σκληρότητα και η τυφλότητα. Τότε αφανίζεται η ανάγκη και η δυνατότητα για ερμηνεία και αγκαλιάζουμε το “sola scriptura” που θαρραλέα πλην απελπισμένα πρότεινε ο προτεσταντικός κόσμος. Τότε τα πράγματα είναι επίπεδα, οι άνθρωποι είτε καλοί είτε κακοί και η γλώσσα νεκρή επειδή είναι παντοδύναμη. Τότε ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός απλώνεται γύρω μας επαιρόμενος για το θάρρος του. Τότε τα πράγματα δεν οδηγούν πουθενά, αλλού, δε μας αποκαλύπτουν μόνο μας καθρεφτίζουν. Τότε είμαστε φυλακισμένοι στα φαινόμενα.
Τότε, χαρακτηριστικά, ζητάμε μια λύση αμέσως στα προβλήματα μας ενώ δεν τα έχουμε κατανοήσει. Η κατανόηση όμως απαιτεί χρόνο και από μας κι από τα πράγματα, δεν έρχεται όσο κι αν πεισμώνουμε, ακόμα κι αν πεθαίνουμε θα απαιτήσει χρόνους που πιθανώς μας ξεπερνούν.

Θέλουμε να ελευθερωθούμε από την βάσανο της ερώτησης, του πόθου, της υπομονής απέναντι στο ανέφικτο της Ιστορίας. Πως μπορεί αυτό το σχήμα να μείνει ανοικτό; Αντιφατικό και περιεκτικό; Η μπάλα είναι ένας τρόπος να εντοπίσουμε το κενό, την έλλειψη, την απορία. Κάτι που μοιάζει επαρκώς με το τίποτα ώστε να μπορεί να αποκαλύψει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία. Στην παρούσα απουσία καθρεπτίζεται και ενεργοποιείται η επιθυμία κι όπως κινείται αρχίζει να “υπάρχει” και να οργανώνεται. Γι’ αυτό το θαύμα μιλούν όσοι γεύτηκαν την επήρεια της γραφής που μοιάζει να μιλά πέρα από αυτόν που γράφει. Γι’ αυτό όταν κινούμαστε να μιλήσουμε σε κάποιον άλλο, συχνά δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα πούμε και μιλώντας φωτιζόμαστε και μας ακούμε κι ο Λόγος μας συντάσσεται και αποκτά δομές, ουσία γεωμετρίες σχέσεις.
Ο πόθος του εραστή, το ερώτημα του στοχαστή, η προσευχή του ασκητή και η λαχτάρα του καταναλωτή, όλα, κινούνται προς το σημείο μιας εντοπισμένης έλλειψης. Μιας έλλειψης που έχουμε ονομάσει. Έτσι, γύρω από την έλλειψη και το κενό, χτίζονται όλα τα πράγματα.

Η μπάλα, λοιπόν, δεν μαγεύει αδίκως τα πλήθη. Η σημασία της βαθαίνει και η γοητεία της εντείνεται από το γεγονός πως αυτήν τη λειτουργία την επιτελούν κι άλλες έννοιες, λέξεις, αντικείμενα, αξίες, σύμβολα. Αυτά βρίσκονται παντού και συνθέτουν την κοινότητα μας επειδή ακριβώς μένουν ανοικτά και ενδεχόμενα, σαν καθρέφτες, σε αναμονή του νοήματος που θα τους δώσουμε. Η μπάλα όμως είναι παιχνίδι.
Είναι περιορισμένη σε έναν χώρο κι έτσι δεν κινδυνεύει κανένας και τίποτα από την ασάφεια της. Μπορεί να παραμείνει σε μια περιοχή όπου οι ηθικές κατηγορίες δεν επαρκούν, κι εμείς να την κυνηγάμε. Χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε πως τρέχουμε τον πιο σοβαρό αγώνα της ζωής μας. Όπως όταν παίζουμε “πόλεμο” μικροί, δίχως να πεθαίνουμε. Γι’αυτό καθησυχάζει και παρηγορεί. Έτσι θεραπεύει και καλλιεργεί, την επιθυμία. Ακόμα κι αν όλα χαθούν δεν έχουμε ανάγκη τίποτα για να έχουμε κάτι.

Κι ο τερματοφύλακας;

Περιμένει. Μόνος. Το ερχόμενο. Εξαγριωμένος από την αναμονή, δέσμιος της αγωνίας, του αγώνα δηλαδή που έγινε κατάσταση του πνεύματος. Η “ζωή” είναι αλλού. Κάθεται και την βλέπει, μακριά από τις γιορτές και τις μάχες, έξω από τις ακολουθίες των γεγονότων, τις πάσες, τις ανταλλαγές, τις συζητήσεις.
Αυτός είναι ο φύλακας. Παραστέκει το αμετάκλητο. Μόνον αυτό αποτελεί ευθύνη του. Όλα τα άλλα θα ξεχαστούν. Τα γκολ θα μείνουν. Ο Τερματοφύλακας έχει το βλέμμα του στραμμένο στην Ιστορία. Στην ποδοσφαιρική αιωνιότητα. Στην πιο απόλυτη πραγματικότητα. Σε αυτό που κρίνει τον αγώνα. Στην τελική κρίση. Δηλαδή αυτός μόνον ασχολείται με την Κρίση καταπρόσωπο, αυτός που πενθεί την αχρηστία του και βαριέται πλάι στην πύλη του Τέρματος, ενώ οι γιορτές και οι μάχες μαίνονται και ανάβουν φωτίζοντας τα πλήθη και τα παιχνίδια της Ιστορίας.
Βρίσκεται μακριά από τους θριάμβους, όσο πιο μακριά γίνεται από τις νικηφόρες στιγμές, αγκαλιασμένος με την ήττα. Μόνον την ήττα πραγματεύεται. Γιατί δεν κυνηγά κι αυτός τα γκολ; Είναι αδικημένος; Έχει κατάθλιψη; Δεν είναι ελεύθερος; Μήπως αυτός είναι ελεύθερος; Γιατί “παίζει” έτσι; Δε θα δημιουργήσει ποτέ κάτι. Δεν θα δώσει ποτέ μια “Νίκη”. Μόνον θα αποτρέπει ήττες.
Αυτός που δίνει νόημα σε όσα καινούρια έρχονται επειδή τους αντιστέκεται. Αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση των γκολ. Αυτός. Είναι εχθρός τους; Και γιατί έχει το δικαίωμα να αγγίξει, με τα χέρια του, την μπάλα; Και γιατί επιμένει σε ένα σημείο όταν όλοι ποθούν ταξίδια κι αποδράσεις; Τον ενδιαφέρει ο Τόπος αλήθεια; Γιατί ζει, τον αγώνα, με το βλέμμα; Αντί να τρέχει, να ιδρώνει, να χαίρεται όλη αυτήν την σωματικότητα; Γιατί δεν καταναλώνει τις διαδρομές να μη βαριέται; Τον δένει κάτι; Το διάλεξε ο ίδιος; Καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι; Και πόσο ανόητος;

Ο Τερματοφύλακας παραστέκει, και είναι, το τέλος και η αρχή κάθε διαδρομής. Είναι πολύ κοντά στο τέλος και η αγωνία του έχει κάτι από την αγωνία του τέλους. Του τέλους της ζωής, της αλήθειας, του αμετάκλητου. Ο άνθρωπος του Τέλους, ο Τελευταίος. Εκεί ορίζονται τα πράγματα κι εκεί συντρίβονται. Στο Τέρμα.
Όμως για κάτσε…
Το Τέρμα; Τι είναι το Τέρμα;

Αφού είναι τόσο σημαντικό γιατί του έχει γυρίσει την πλάτη; Αυτό το τέρμα γιατί το φυλάει αλήθεια; Δεν είναι όμορφο, δεν έχει κάτι πολύτιμο ή ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα! Αν τον άφηναν μαζί με το Τέρμα, αφού τόσο το αγαπάει, τι θα έκανε; Το Τέρμα πρέπει μάλλον να μείνει κενό. Πρέπει να υπάρχει πάντα κενό κάπου, δηλαδή μια ερώτηση, δηλαδή η επιθυμία, δηλαδή κάτι αφόρητο, αποτρόπαιο, αιώνιο. Κάτι που συντρίβει και ο αγώνας να το αποκτήσεις σε βοηθά όσο τίποτα να το ξεχάσεις, να πάρεις μιαν ανάσα.
Κι αυτό το κενό κοστίζει. Μέρες και νύχτες. Αβέβαιες διαδρομές και μεγάλες σιωπές. Απέναντι σε όσους θέλουν επειγόντως απαντήσεις. Τεράστια μοναξιά.

Το Τέρμα είναι φτιαχτό. Είναι μια κατασκευή. Κι αυτό δεν το καθιστά ψέμα. Οι κατασκευές είναι συνθέσεις των πραγμάτων που επειδή δεν μπορούμε να τα ακυρώσουμε τα λέμε αλήθειες. Μόνο μια κατασκευή μπορεί να στεγάσει του κόσμου τις ετερόκλητες αλήθειες που ποθούμε, που είμαστε, που θεριεύουν αν τις αγνοήσουμε, που σβήνουν όταν γίνονται απόλυτες. Τις αλήθειες που αναγνωρίζουμε και δεν ενώνονται αυτόματα, όπως η δικαιοσύνη με την συγχώρεση και την καλοσύνη, το Παρόν με το Παρελθόν και το Μέλλον, η προσωπική ζωή με αυτήν του συνόλου, η αναγνώριση του Ιερού μαζί με την ανάγκη για το ανούσιο, η δίψα για την τελειότητα μαζί με την ανεπάρκεια την δική μας και του κόσμου, η ασυνέχεια των πραγμάτων με την συνέχεια και την ροή, η απαραίτητη μνήμη του θανάτου με την απαραίτητη λήθη του, η δίψα για το παρόν με την νοσταλγία για όσα βρίσκονται έξω από τον χρόνο… και τόσα άλλα. Πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Πολιτισμό, πράγματα κατά μίαν έννοια “αφύσικα” που ενώνονται στον ίδιο τον άνθρωπο, ενεργά και ενσυνείδητα. Μόνο μια κατασκευή μπορεί, να δημιουργήσει τις αντιφάσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε.

Και τι αλήθεια δεν είναι κατασκευή; Οι ερωτικές ιστορίες; Τα κράτη; Οι ιδεολογίες; Τα έθνη; Οι αξίες; Η έννοια π.χ. της ανθρωπότητας; Ή οι θρησκείες; Στο μέτρο που είναι κατασκευές είναι αφ’ ενός σημάδια της ανθρώπινης ελευθερίας, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις όσων στοιχειώνουν το ανθρώπινο, το ξεπερνούν, το διαπερνούν. Εν τέλει μια κατασκευή είναι τόπος φανέρωσης πραγμάτων που εκδηλώνονται στην ζωή και στο σώμα μας χωρίς να είναι δικά μας, είναι φωνές που μας ξεπερνούν, πράγματα πέρα από εμάς που εκκρεμούν.

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο τέρμα. Διότι και το τέρμα επιδιώκει να εκφράσει κάτι που καμία διατύπωση δεν εξαντλεί. Προσπαθεί να απεικονίσει το αόρατο. Είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό με την μπάλα. Είναι ελεύθερο από τον εαυτό του, από κάθε αναπαράσταση του εαυτού του. Είναι το όριο, το τέρμα, το Τέλος, και είναι αποτρόπαιο. Γι’αυτό το στήνουμε, για να ελαφρώσουμε τον τρόμο που προκαλεί και να παίξουμε μαζί του. Γι’αυτό ο Τερματοφύλακας μπορεί και δεν το κοιτά ποτέ. Του έχει γυρισμένη την πλάτη. Μπαίνει αδιάφορα μέσα. Ξαναβγαίνει. Είναι εκεί και δεν είναι.

γ) Οι αμίλητοι
Τις μέρες αυτές είναι πολλοί αυτοί που μένουν αμίλητοι. Τώρα που η αίσθηση του επείγοντος κυριαρχεί. Σε μια κρίση ευνοούνται όσοι έχουν απλουστευτικές, ισχυρές θέσεις που βρίσκουν “ποιος φταίει” ή πάλι θέσεις που υπόσχονται την “λύση” του προβλήματος, ερήμην του χρόνου και της υπομονής. Θέσεις δηλαδή που μειώνουν τον άνθρωπο. Οι μέρες αυτές δεν αγαπούν τις ερωτήσεις, βασανίζονται από την αμηχανία της ερώτησης. Δεν αντέχουν περισσότερη ευθραυστότητα.

Οι αμίλητοι βρίσκονται έξω από αυτό το κλίμα. Μόνοι μένουν και ύποπτοι τέτοιες εποχές. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Οι ερωτήσεις τους είναι περιττές. Διαρκώς διαφωνούν με όσους συμφωνούν και συμφωνούν με όσους διαφωνούν. Και οι ίδιοι εξαντλούνται και αναθεματίζουν την μοναξιά τους. Είναι, όμως, οι φύλακες της ανθρωπότητας μας. Ασήμαντοι εργάζονται την σιωπή, την δίψα για αλήθεια, για κατανόηση και διαύγεια. Είναι αυτοί που φυλάσσουν την πολύτιμη αμηχανία του νου απέναντι στην Ιστορία. Είναι αυτοί που απενοχοποιούν την αδυναμία. Που την φωνάζουν και της δίνουν σάρκα.

Οι αμίλητοι πεινάνε δυστυχούν και επείγονται, αλλά επιμένουν, τα πράγματα να είναι ολόκληρα, δηλαδή να τα αγκαλιάσουμε όπως είναι, μισά. Μέχρι την τελευταία στιγμή επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο σαν να έχουν μιαν αιωνιότητα μπροστά τους. Το αίνιγμα του παρόντος πάντα αναφέρεται στο αίνιγμα του παρελθόντος και του μέλλοντος. Καμμία επείγουσα συνθήκη δεν τους μετακινεί. Mόνον η κατανόηση. Η κατανόηση, όμως, δεν υπηρετεί την ισχύ αλλά το ανθρώπινο αίνιγμα.

Στέκονται μπροστά στον κόσμο. Και τον ρωτούν. Όταν πατούν το χώμα, ομολογούν πως δεν ξέρουν τι είναι. Είναι αλήθεια μπορετό να ζεις έτσι; Είναι όλος αυτός ο κόπος σωστός; Όλη αυτή η καταδίωξη του νου στο βάθος μιας ερήμου που κανείς δεν είδε; Μιας ερήμου που μοιάζει να γεννά από μόνο του το βλέμμα τους. Πώς να περπατήσεις από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη; Πώς να μιλήσεις και να μην νομίζουν οι άνθρωποι πως μίλησες; Να μη σε παρεξηγήσουν δηλαδή. Τα πράγματα δεν έχουν μέγεθος οριστικό και οι λεπτομέρειες είναι πάντα επίφοβες και τεράστιες. Όταν αισθάνεσαι εφήμερος τα επείγοντα θέματα μοιάζουν κι αυτά έτοιμα να μικρύνουν, μοιάζουν ερείπια του μέλλοντος, ψέμματα του χτες και σκιές πράξεων που έχουν χαθεί από μπροστά μας.

Μιλώ για εκείνους που στοχάζονται και βλέπουν μ’ όλο τους το σώμα και η σκέψη τους δεν είναι συλλογισμοί και ευφυΐα αλλά αίσθηση του ανθρώπινου και σύνδεση. Για όσους δεν αποκρύπτουν την αντίφαση αλλά την αγκαλιάζουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο για να τον μιλήσουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο μιλώντας. Για όσους μένουν αμίλητοι. Και δεν θέτουν διλήμματα, δεν κάνουν προβολές για να αντέξουν την δυσμένεια των ημερών. Όσους αρνούνται τις απλουστεύσεις, και δεν ενδίδουν στον πειρασμό της κατηγορίας. Οι αμίλητοι, αυτοί, είναι που κρυφά γονιμοποιούν τον δημόσιο λόγο. Είναι γενναίοι επειδή ξέρουν να φοβούνται.

Η αμηχανία δεν είναι σφάλμα αλλά δυνατότητα. Μόνο ένα ψέμα μπορεί να μην είναι εύθραυστο και γι’ αυτό όλο νικά και θριαμβεύει κι όλο απειλείται και φοβάται. Χωρίς την ευθραυστότητα η φτώχεια δεν έχει όρια, η απελπισία γίνεται κατάσταση και η καταστροφή στόχος. Η αμηχανία, από την άλλη, γεννά χώρο και χρόνο. Χώρο που αφάνισαν οι στόχοι, οι αγώνες, οι συνήθειες, οι ιδιοτέλειες και οι επιθυμίες, που κατέλαβαν οι παραδόσεις και οι ιδεολογίες. Και χρόνο, να σκύψουμε σε πράγματα που αφήσαμε πίσω και μας λείπουν. Μόνον η αμηχανία πάει εκεί που οι άλλοι δεν τολμούν και νομίζουν την δειλία τους γενναιότητα.

Η αμηχανία είναι η πρέπουσα κατάσταση. Αλλά εδώ θέλει προσοχή… δεν μιλάμε για κάποιαν επιλογή της ήττας ή της αδυναμίας, του ηρωικού περιθωρίου ή του θυματοποιημένου ανίσχυρου. Μιλάμε για το ηθικό σθένος και την διαύγεια. Η αμηχανία δεν είναι στόχος αλλά σύμπτωμα. Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη θέση για την οποία πάντοτε λογοδοτείς και βάλλεσαι. Όταν σε ρωτάν: Εσύ ποιός είσαι; Και δεν έχεις απάντηση. Αν απαντήσεις μέσα στις κατηγορίες που σου ζητούν να μπεις τότε θα αρνηθείς πως ο κόσμος μας έχει αποτύχει, θα αρνηθείς το δικαίωμα να φανταστείς τον κόσμο ξανά, να έχεις φωνή, γι’ αυτό μένεις άφωνος κι έτσι κραυγάζεις πως ο κόσμος μας είναι φυλακισμένος στις φαντασιώσεις άλλων. Το παρόν απουσιάζει όταν προϋπάρχει.

Η αμηχανία είναι ένα ρήγμα στον κόσμο και δεν εκχωρεί ούτε αποδέχεται την θέση του θύτη ή του θύματος. Δεν συμμετέχει στην συγκάλυψη του προφανούς. Στον ιδιοτελή προσεταιρισμό της τραγωδίας. Αποτελεί προστασία από ολοκληρωτικές απαντήσεις, ηθικισμούς, συναισθηματισμούς, θυματοποιήσεις, δαιμονοποιήσεις. Δεν συμμαχεί με το ψέμα της εξήγησης. Είναι το θεμέλιο του Μέλλοντος. Η επιτροπή της συνάντησης. Το καταφύγιο της ερώτησης. Είναι διωγμός ατέλειωτος, διηνεκής, αγέννητος. Είναι η αναπνοή της σκέψης και το κατόρθωμα του νου. Η προέλευση του “πολυμήχανου” ανθρώπου. Το “δέος” του αρχαίου κόσμου.
Πηγή της ποίησης, της προσευχής, της φιλοσοφίας, μένει αυτή.
Η αδυναμία, η άγνοια, η ήττα, όπως την νομίζουν,
όσοι αναζητούν την δύναμη, την ισχύ και την ηγεμονία.
Χρειάζονται κι αυτοί.

Jacques Tati στην (Αγγλική) Wikipedia

άλλες σχετικές αναρτήσεις:

Walk around a telephone booth ή Αν υπάρχει κάτι άδειο σ’αυτό τον κόσμο.. / από τον Dokugyunyu..

Ο Bill Viola “The Reflecting Pool”

Αυτό που είμαι.. /Ce que je suis HOLDEN

I AM ROBOT/ από τον “Ken Tanaka” allias David Ury/ ROBOTS #2

κ.α.

Ίσως δεν ξέρετε πως ήδη ξέρετε τον Winsor MacCay και τον Little Nemo. Η επιροή του, σήμερα ακόμη, είναι τεράστια. Στα κόμιξ αποτελεί μια απόλυτη αναφορά που συγκρίνεται ίσως μόνον με τον Hergé τον δημιουργό του Tin tin. Αποτελεί υπόδειγμα καθαρής και τολμηρής γραφής τόσο στις εικόνες όσο και στις ιστορίες του. Τον οδηγεί η διαδικασία του σχεδίου όπως ένα μεγάλο αριθμό λογοτεχνών η “γραφή”. Ενώ αυτό στην λογοτεχνία συχνά δίνει “δύσκολα” έργα, περιθωριακά, στην περίπτωση του MacCay το αποτέλεσμα καταφέρνει να έχει κάτι γλυκό κι ανάλαφρο, ενώ υπάρχει η αγωνία του παιδικού κόσμου, ο ενθουσιασμός και ο τρόμος, το αποτέλεσμα παραμένει προσβάσιμο και σχεδόν λαϊκό, αμερικανικό θα τολμούσα να πω. Μπορείτε να δείτε μερικά παραδείγματα εδώ ή να χαθείτε στο άπειρο υλικό του διαδικτύου εδώ

Το φιλμ “Little Nemo” είναι επίσης πολύ σημαντικό για την ιστορία του κινούμενου σχεδίου. Είναι απόγονος του Émile Cohl (έχουμε ήδη μιλήσει για την “Fantasmagorie”) Και πρόγονος του Walt Disney που, ελπίζω, θα παρουσιάσω αργότερα. Η μίξη του πραγματικού με το άψυχο που κινείται με τρόπο εύλογο, μαγικό είναι απαραίτητη στα κινούμενα σχέδια. Το έχουμε ξαναπεί πως το βασικό θέμα του “κινούμενου σχεδίου” είναι ακριβώς πως δίνει ζωή, πως άψυχα πράγματα, κατασκευασμένα, μιλούν κινούνται και ενίοτε λένε πράγματα σημαντικά. Το κινούμενο σχέδιο το κινεί ένας παιδικός ενθουσιασμός, έχει την ανάμνηση του παιχνιδιού με τις κούκλες και με τα στρατιωτάκια. Είναι ένα σχόλιο στο “πραγματικό”, στην “ζωή” και συγγενεύει βαθιά με το θέατρο. Και τα δύο (και το θέατρο και το κινούμενο σχέδιο) λένε ξεκάθαρα πως είναι “απάτη”, σύμβαση, ψέμα κι έτσι ανοίγουν την πόρτα του ονειρικού/εφιαλτικού, του θαυμαστού και ελευθερώνουν από την “πραγματικότητα” για να μιλήσουν καθαρά. Στο τέλος επιτρέπουν να ξαναβάλουμε τα πράγματα σε σειρά. Να κερδίσουμε λίγο χώρο να δούμε τον εαυτό μας ακόμα κι αν αυτό έχει σα σκοπό να δούμε ότι δεν βλέπουμε καθαρά.

Το Little Nemo είναι δροσερό. Αποτελεί ένα παιχνίδι. Μια νέα “Φαντασμαγορία”. Έχει ακόμα την γέυση του ενθουσιασμού της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης ενώ ταυτόχρονα μετέχει του τρόμου που φέρνει ο νέος αιώνας. Η χρονιά είναι το 1911. Έρχεται η μεγάλη ανθρωπιστική διάψευση. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο Δεύτερος απλώς τον ολοκληρώνει αλλά αυτός αποτελεί το πραγματικό γεγονός. Οι βλακείες που έλεγαν οι εξελιγμένοι άγριοι του αναπτυγμένου κόσμου θα σκάσουν στα μούτρα τους. Τα σχέδια του MacCay μιλούν γι’ αυτά. Ο παλιάτσος και ο”άγριος” είναι οι φίλοι του μικρού Ήρωα που αν και απολαμβάνει τους καρπούς αυτού του άδικου κόσμου δεν έχει ακριβώς ευθύνη. Αυτοί θα σηκώσουν στο τέλος τον πεσμένο κύριο με το ημίψηλο(!) όταν η “μηχανή”, το αυτοκίνητο, τιναχτεί. Το αυτο-κίνητο. Το μνημείο της αυτάρκειας, του καταναλωτικού μύθου που πατά στην λήθη της φιλοσοφίας, του μέτρου, που επιδιώκει την ύπνωση της ανθρώπινης αγωνίας για να μπορεί να αναπτύσσεται ανεμπόδιστα. Το στόμα που φιλοξενεί το ζεύγος είναι το Τέρας της Ιστορίας που τους πηγαίνει και τους ταξιδεύει. Το χαμόγελο δεν σβήνει, τα λουλούδια δεν μαραίνονται αλλά… η καρέκλα τους είναι μέσα στο στόμα του Τερατώδους. Ο μικρός Νέμο είναι αξιολάτρευτος. Στα κόμικ κι εδώ, κυριευμένος από την περιέργεια και την διάθεση για παιχνίδι ζει κάτω από την σκιά μιας ανησυχίας βαθιάς, αληθινής, ανθρώπινης. Αυτή η ανησυχία είναι από την μία Ιστορική κι από την άλλη Υπαρξιακή. Ο MacCay έχει φτιάξει έναν ήρωα σπαραχτικό και διασκεδαστικό συνάμα. Ένα αριστούργημα. Κάτι βαθιά αληθινό και ευφάνταστο. Ναι. Νέμο!

Winsor McCay στην wikipedia
Little Nemo στην wikipedia

Άλλες σχετικές με τις απαρχές του “κινουμένου σχεδίου” αναρτήσεις:
Το πρώτο κινούμενο σχέδιο στην ιστορία από τον Émile Cohl που έχουμε ήδη δει.
Τα “θαύματα” του Bruce Bickford
και το ψηφιακό MetaData του Peter Foldes

Ένα τραγούδι που έγινε επιτυχία λόγω του τολμηρού του βίντεο. Γυμνά κορίτσια αυτάρεσκα περπατούν στο πραγματικό Παρίσι και τραγουδούν στίχους εξοργιστικούς και αποκαλυπτικά ευθείς. Το βασικό θέμα είναι τα “θέλω” τους. Τα “θέλω” τους αφορούν ΣΕΞ, ΑΓΑΘΑ, και ΔΟΞΑ-ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ. Για όσους δε ξέρουν Γαλλικά ή ακόμα καλύτερα την Γαλλική πραγματικότητα η μετάφραση τα λόγια τα κάνει κάπως αφηρημένα και δεν αποδίδει την ειρωνία, τον σαρκασμό, την τσαχπινιά και την χυδαιότητα του ύφους, το τσουχτερό χιούμορ και τις πολύ συγκεκριμένες αναφορές στην μιντιακή καθημερινότητα, σε σταρ, δημοσιογράφους κλπ.
Ο κόσμος που περιγράφουν είναι γνώριμος. Δε μπορούμε όμως να πούμε πως αυτό είναι μια κριτική ματιά… Οι μοντέλες παραμένουν μοντέλες. Το σώμα τους δεν είναι γυμνό μέσα στη γυμνότητα του. Είναι ένα νέο σώμα, που προκαλεί πόθο κι έτσι διατηρεί την ισχύ του. Δεν είναι ακριβώς εύθραυστο ή ευάλωτο, ταυτόχρονα φέρνει μιαν έπαρση κι ένα ύφος αυτάρεσκο και ένα βάδισμα πασαρέλας τυποποιημένο σε σημείο ώστε να γίνεται στολή. Από την μία δείχνουν την γύμνια ενός κόσμου και την ίδια στιγμή τον αναπαράγουν και τον ενισχύουν κι αποδυκνύουν πόσο η γύμνια είναι, φευ, ανέφικτη πια. Κοροϊδεύουν με συγκεκριμένες αναφορές το μηντιακό σύστημα του θεάματος στη Γαλλία αλλά με κανέναν τρόπο δεν υποδεικνύουν κάτι έξω από αυτό, είναι πολύ πιθανό πως αυτοί που αναφέρουν είναι ή έγιναν φίλοι τους μετά. Αυτή η δήθεν κριτική είναι το τελευταίο αποκούμπι ενός κόσμου που λέει φωναχτά πως είναι αηδιασμένος με τον εαυτό του και γι’ αυτό έχει το δικαίωμα να παραμένει αηδιαστικός. Το σύστημα, έχει γραφεί, μισεί πλέον τον εαυτό του, αυτοσαρκάζεται κι έτσι μοιάζει ακόμα πιο άτρωτο, μοιάζει η απελπισία του να το τονώνει, και συνεχίζει απελπισμένα ο κόσμος με πλήρη επίγνωση, χωρίς διάθεση να αλλάξει, χωρίς πρόθεση να κινηθεί προς την (αποτολμώ αυτή τη θέση) πραγματική του επιθυμία για άλλο φως, για άλλες χαρές.
Αυτές οι “άλλες” αισθήσεις μοιάζουν πλέον άγευστες, ανύπαρκτες, μυστικές-μυστικιστικές, ύποπτες. Ποιος τις έχει ανάγκη; Κυριαρχεί η τελείως αφομοιωμένη ιδέα πως “στην κόλαση έχει χαβαλέ!”
Αυτός ο χυλός από “αλήθειες” που τελικά έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία για “μια αλήθεια” που να ενώνει τα πράγματα είναι χαρακτηριστικό αυτού που ονομάστηκε καλώς ή κακώς μετα-μοντέρνο. Αυτή η αλήθεια που ποτέ δεν “βρίσκεται” είναι αντικείμενο σκληρής κριτικής διότι από κάτω κρύβει κάποιον ολοκληρωτισμό. Το μεταμοντέρνο σε αυτό το κομμάτι παρουσιάζεται και είναι απελευθερωτικό. Δεν παλεύει για μια περιεκτική πιο πολύπλοκη αλήθεια αλλά προσπερνά την αλήθεια συνολικά. Εδώ θέλει να κάνουμε όμως μια διάκριση, άλλο η διάφορες ολοκληρωτικές φωνές που είπαν, πονηρά, πως εκπροσωπούν και κατέχουν αυτήν την αλήθεια κι άλλο η επιθυμία γι’ αυτήν, μια επιθυμία που τελικά ούτε ξεριζώνεται ούτε κατασκευάζεται, είναι άλλωστε η άλλη πλευρά της επιθυμίας για έναν καλύτερο κόσμο. Όποιος φιλοδοξεί να την ξεριζώσει επειδή θέλει να καλυτερέψει τον κόσμο μοιάζει να ξεριζώνει την ίδια την βάση του εγχειρήματος του.

Προσωπικά θεωρώ τη συζήτηση γύρω από τον όρο “μεταμοντέρνο” σκέτη ζαλάδα αλλά έχει κάποια σημασία. Είναι σημάδι μιας φάσης του μοντερνισμού ο οποίος πλέον καταστρέφει τον ίδιο του τον εαυτό. Αν ο όρος βοηθά να καταλάβουμε αυτή τη νέα φάση έχει καλώς. Αν κατασκευάζει μιαν δήθεν άλλη περιοχή και εμποδίζει μια κριτική συνειδητοποίηση του αδιεξόδου που γεννήθηκε πολύ καιρό πριν, τότε, ο όρος αυτός είναι στάχτη στα μάτια μας.

Ένα άλλο θέμα που κραυγάζει και δε μπορούμε να αγνοήσουμε τελείως είναι η αναπαράσταση της δήθεν, θηλυκής σκέψης (εδώ γελάμε ή κλαίμε αναλόγως) όπως αυτή (αυτο)παρουσιάζεται. Σε όσα αυτοσαρκαστικά και αυθαδέστατα λένε αυτές οι ωραίες και νέες γυναίκες (και μόνον γυναίκες), εμφανίζεται από πίσω ένας ολόκληρος κόσμος εσωτερικών χαοτικών μονολόγων και επιθυμιών που ανοίγονται στο ανεξέλεγκτο, χωρίς συστολή κι αναστολές. Μονολόγων κατά τεκμήριο πολύ τρομακτικών, πολύ ευαίσθητων, πολύ οτιδήποτε. Έχει σημασία να θυμηθούμε πως όλο το Φροϋδικό πείραμα ξεκινά, όπως  αναφέρει ο ίδιος,  όταν ο Σιγισμούνδος Φρόυδ άρχισε να ακούει τις γυναίκες, έτσι διέκρινε πως αυτό που θεωρούσαμε ως αρρώστια, το παραλήρημα,  ήταν μια προσπάθεια για ίαση, ήταν το πιο φωτεινό σημάδι ενός σκοταδιού απωθημένου. Αλλά το θέμα δε σταματά εδώ. Υπάρχουν πολλά που λέγονται, κοινοί τόποι που ενώ μοιάζει να είναι “προοδευτικοί” και να παλεύουν ενάντια στην αδικία και το “κακό” τελικά περιορίζουν στενά τη συζήτηση, αποτελούν έκπτωση της.
Η διάχυτη επιπολαιότητα της κριτικής της “Πατριαρχίας” την οποία βρίσκουμε πλέον σχεδόν παντού, ανοίγει την πόρτα μιας συστηματικής θυματοποίησης των γυναικών και το αντίστοιχο αδιέξοδο της ενοχοποίησης των ανδρών. Πρόκειται για ευκολία που επειδή δείχνει κάποιον φταίχτη προσφέρει εύκολες βεβαιότητες. Κι ενώ αυτή η σκέψη έμοιαζε γερασμένο αντανακλαστικό της δεκαετίας του 60 με τόνους χίπικης εξιδανίκευσης του “φυσικού” της “φύσης” και της “αγάπης” τώρα έρχεται ξανά με νέα αμιγώς ηθικίστικη ορμή χωρίς χαϊμαλιά και χωρίς επιθυμία για έναν άλλο κόσμο, μόνο στεγνή κατηγορία. Αν ενδώσουμε στην κριτική της Πατριαρχίας ως αιτίας του κακού τότε υπονοούμε πως το πρόβλημα θα λυθεί με Μητριαρχία; Διότι αυτή η σκέψη πρυτανεύει στην πρώιμη φάση αυτής της σκέψης, πως βρέθηκε το “καλό” και εντοπίστηκε το “κακό”… Είμαστε στον προθάλαμο του ολοκληρωτισμού ήδη. Διότι το “κακό” παραμένει διαρκώς απροσδιόριστο και μπορεί να αναδυθεί παντού και γι’ αυτό όποιος παλεύει για κάτι καλύτερο μιλά με προσοχή, χωρίς βεβαιότητες. Αν είμαστε σίγουροι πως δεν είναι το θέμα η πατριαρχία αλλά οι δομές εξουσίας, τότε να ξεκαθαρίσουμε αν είναι όλες οι δομές εξουσίας που είναι κακές. Και τελικά, ποιό σύστημα δεν έχει σχέσεις εξουσίας;
Αυτά, η σύγχρονη πολιτική σκέψη, τα ξεχνά εύκολα και τελικά δεν έχει να απαντήσει ουσιαστικά στα περισσότερα προβλήματα διότι απλούστατα δεν το χρειάζεται. Έχει λύσει το πρόβλημα της. Φασίστες, φαλοκράτες, ρατσιστές δίνουν μιαν ηθική ασφάλεια, μια σιγουριά πως είναι από την μεριά του καλού κι αυτή η ωραία κατάσταση είναι καλύτερη (πιο σταθερή πιο σίγουρη, ήδη παρούσα) από κάθε αγώνα για κάποιον -πραγματικά- καλύτερο κόσμο.

Εδώ θα προσθέσω κάτι ακόμα…  Το λεγόμενο “Σύστημα” είναι μια έννοια ελλιπής και παραπλανητική. Κατά βάθος μεταφέρει το βάρος της επιλογής από τα πρόσωπα, αποκλειστικά, στις δομές. Στην πράξη αυτό καθιστά τη σκέψη μας μονοκόμματη και τυφλή. Μπορούμε χωρίς να κοιταχτούμε στο καθρέφτη να μιλήσουμε για όλα. Μπορούμε ακόμα να φτιάξουμε τρομοκρατική οργάνωση, να σκοτώσουμε άλλους ανθρώπους, να γράψουμε και προκηρύξεις χοντροκοπιάς και ανοησίας. Ο πολιτικός λόγος για να μη πέσει στα δίχτυα της ψυχολογίας και της θρησκείας αντικειμενοποιεί τα πράγματα και τα αποξηραίνει. Το να φταίει το “Σύστημα” είναι μια βολική λύση αλλά διαχωρίζει τις δομές από τα όντα σαν να είναι αυθύπαρκτες. Τελικά δε καταφέρνει να συμπεριλάβει τον άνθρωπο. Το βάθος και το αίνιγμα του “κακού” δε περιγράφεται μόνο συστημικά. Το γιατί δε μπορούμε να έχουμε έναν δίκαιο κόσμο δεν έχει ούτε και θα απαντηθεί με την περιγραφή των μηχανισμών της κοινωνίας. Το βάθος του “κακού” και του εσφαλμένου δεν έχει τέλος. Είμαστε όλοι χρεώστες κάπου. Και οι Ποιητές και οι Συνδικαλιστές οφείλουν στο αίνιγμα της ζωής λίγη προσοχή, λίγη σεμνότητα. Κι αυτό δε θα τελειώσει ποτέ και με κανένα σύστημα.

Baby baby baby

Je veux des plans sur la commode
Je veux Tellier sur mon iPod
Je veux l’amex black de ta mère
Je veux la voiture de ton père

Je veux sortir avec tes potes
Je mettrai ma plus belle culotte
Je veux une session un peu hot
Je veux bien que tu regardes mais pas que tu pelotes

Baby baby baby

Je veux être dans le top de justice
La main gaspard sur ma cuisse
Je veux compter même sans les doigts
Je veux les tiens au bon endroit

Je veux pas prendre les escaliers
Tiens c’est parfait tu vas me porter
Je veux que moi sur les photos
Et je veux poser pour St-Lau

Je veux des enfants surdoués
Et je veux que mon chien soit diplôme
Je veux ta téte sur un plateau
Je veux la mienne chez Denisot

Baby baby baby

Je veux pas de cake je veux de la coke
Je veux pas de Kate je veux Ethan Hawk
Je veux sauter d’une grand échelle
Toi tu te démerdes pour l’arc en ciel

Je veux des glaces choco vanille
Je veux tes boules a la myrtille
Je veux danser comme Vanessa
Je veux voir son mec a Ibiza

Je veux dormir quand tu te réveilles
Et je veux le même t-shirt que Yelle
Je veux rentrer dans tout mes jeans
Et je veux que tu me rinces avec ta prime

Je veux des glaçons dans mon verre
Faire une soufflette a ta grand-mère
J’ai vu ton ex tu sais la sotte
Dis lui que j’ai retrouve ses bottes

Je veux pas de noyau dans ma cerise
Je veux que tu redresses la tour de Pise
Je veux jouir dans une 2 chevaux
Et je vais le faire derrière ton dos

Μια αγγλική μετάφραση με hyperlinks(!) εδώ

Και το BONUS!!! Μια ακόμα πιο χυδαία εκδοχή! Για την προώθηση ενός Βίντεο παιχνιδιού…
Ο Βόθρος δεν έχει όρια! Και το λέω αυτό χωρίς υποκριτικές καταδίκες. Τα βλέπω όλα αυτά και παράλληλα με την όποια κριτική απόσταση μου φαίνονται πιο εύστοχα και ειλικρινή και επικίνδυνα από πολλές φιλανθρωπικές ψευτιές που κυκλοφορούν!
Όλα αυτά δείχνουν πως η κριτική έχει φτάσει στα όρια της και πρέπει να κάνουμε στην ζωή μας πράξη τα όσα αναζητούμε. Χαίρετε!

Κάποιες δουλειές νικούν αυτόματα τις επιφυλλάξεις μας απέναντι στο “Ωραίο”. Ο τρόπος που αγκαλιάζει κάποια πρόσωπα η κάμερα.. Ο τρόπος που κάθε τι έχει την θέση του. Η αναντίρρητη τρυφερότητα που εύκολα μπορούν όλοι να την χλευάσουν αλλά παραμένει ένα ζητούμενο. Read the rest of this entry »

Μα τι γίνεται με τους νεκρούς; Όλοι τους διεκδικούν όπως τους αρέσει..
Θεωρώ χυδαία την πρόσκληση σε μίσος να την θεωρεί κανείς σαν “προσφορά” στον νεκρό. Υπάρχει μια προβολή της βλακείας των “ζωντανών” πάνω σ’ όσους έφυγαν.
Ήθελα συχνά να περπατούσα τον κόσμο σα νεκρός. Όταν κάθομαι στο λεοφωρείο να μην παίρνω την θέση κανενός, η χαρά μου να μην κοστίζει σε κανένα, να μη σκοτώνεται καμμιά ντομάτα και κανένα αρνί για να ζήσω, να μην έχω τίποτα να αρπάξω από τους άλλους (συναισθηματικά ή “πραγματικά”), να μη τρέχω να γεμίσω το κενό με “αισθήματα” και ιδέες. Να κοιτάω και να βλέπω.

Κοιτώντας τον κόσμο από ψηλά θέλουμε να καταλάβουμε. Κάτι δικό μας και κάτι ξένο υπάρχει εκεί. Μια δίψα μας κυνηγά και μας βαραίνει.
Σκοντάφτουμε και νομίζουμε πως είμαστε εμείς που πέφτουμε και δε βλέπουμε πως όλη η ανθρωπότητα σκοντάφτει και δε βλέπουμε πως αυτό δεν άλλαξε ποτέ.
Όσα αισθανόμαστε μοιάζουν με παγίδες. Πότε με χαρά πότε με θλίψη δηλητηριάζουν τον άνθρωπο.
Τον άνθρωπο που ξεχνά πως είναι ξένος απ’ όλα.
Υπάρχει μια άλλη χαρά γεμάτη διαύγεια, απλή, η χαρά που βρίσκεται πίσω από τις άλλες μια χαρά πολύ λεπτή και σιγανή αυτή που δε φεύγει σχεδόν ποτέ, αυτή που σαν ηλίθιοι αντιλαμβανόμαστε μετά από καιρό και τη νοσταλγούμε. Αυτή η χαρά που πολλοί από μας δε προλαβαίνουμε ποτέ να ζήσουμε.

Δεν είμαι αυτό που είμαι! Τι μου συμβαίνει;

Το τραγούδι ξεκινα με διεκδίκηση (j’ai bien le droit.. Έχω το δικαίωμα…)με μια τρύπια δίκαιο-λογία αλλά λέει μια μεγάλη αλήθεια. Μην μας μπερδεύει πως αρκείται στην “έκφραση” κι έτσι καθιστά την γνώση αυτή καταναλώσιμο συναίσθημα. Έχει κι αυτό την στιγμή του, έχει δίκιο.

Αισθανόμαστε χαμένοι κι αυτό μας ανησυχεί.
Όλοι κάποτε το λέμε και νομίζουμε πως είναι κάτι σοβαρό, κάτι εξαίρετο…

Λοιπόν όχι! Δηλαδή Ναι! Αυτή η κατάσταση είναι η πλέον τίμια και ταιριαστή στον άνθρωπο. Οι πιο πολλοί την εξαργυρώνουμε με αμάσητη θλίψη και απόλυτη παράδοση σε συναισθηματισμούς κι όμως..
Αυτή η κατάσταση δεν είναι κατάληξη αλλά αφετηρία.
Read the rest of this entry »

ανέβηκε στο VIMEO το Elephant’s Dream!
Απολαύστε το!


και για όσους θέλουν…
η τελευταία παραγωγή του BLENDER FOUNDATION
το… Big Buck Bunny

1 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος.
2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν.
3 πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν.
4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων.
5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.
6 Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης·
7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι’ αὐτοῦ.
8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ’ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός.
9 Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον.
10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω.
11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.
12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ,
13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν.
14 Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας.

Είναι βράδι, έχει καιρό να γράψει. Η Μπλογκόσφαιρα είναι γεμάτη κουταμάρες και εκτόνωση, έτσι μερικές φορές χάνει το κουράγιο του. Βρέχει και αυτό του φέρνει ηρεμία. Όλη μέρα τρέχει με την μηχανή.  Το μεγάλο μάθημα της Αθήνας μέσα σ’ όλη αυτή την ακραία άρνηση του άλλου είναι η απελευθέρωση από την ομορφιά και το φαίνεσθαι. Η άσκηση αυτή είναι ακραία και δύσκολή και αέναη.