You are currently browsing the tag archive for the ‘χιούμορ’ tag.

Είδα προ καιρού αυτό το βίντεο και στάθηκα. Δεν ήξερα γιατί. Κατάλαβα όταν τελικά άρχισα να γράφω.

α) Jacques Tati 
O Jacques Tati είναι ο παιδικός ήρωας που δεν είχα. Ο ευγενέστερος των άτσαλων ποιητών, ο βέλτιστος των καπνιστών πίπας, ο αστειότερος των σοβαρών ανθρώπων. Τον βλέπω. Απελευθερωτής του “Λόγου” από τις λέξεις. Mόνος. Κανένας άλλος δεν φόρεσε καπαρντίνα μετά από αυτόν και κανείς δεν έκανε καλύτερα ποδήλατο. Φιλοσοφεί απευθυνόμενος σε ολόκληρο τον άνθρωπο, λέγοντας ιστορίες. Είναι ο ντροπαλός φιλόσοφος. Είναι αυτός που αποκάλυψε τις κάλτσες του. Ηττημένος χωρίς να το επιδιώξει. Έντιμος μέχρι σπαραγμού. Ο Jacques Tati. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε κινηματογραφικές ταινίες.

Τα πράγματα στις ταινίες του είναι ολόκληρα κι έτσι μοναδικά. Όλα είναι ευρύχωρα, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, οι ιστορίες, οι τόποι που συνθέτει. Ακόμα κι όταν όλα καταστρέφονται υπάρχει χρόνος. Όλοι έχουν μια θέση, γελοίοι, μισοί, επηρμένοι, ικανοί κι ανίκανοι, νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει χώρος και για τους ασήμαντους και για τους κακούς. Και για τα ζώα και για τα πράγματα. Όλα έχουν φωνή. Η ερμηνεία του έχει, επίσης, μια αισθηματική και διανοητική ετοιμότητα που δεν γίνεται εξυπνάδα ή συναισθηματική εκτόνωση, μόνον χρησιμεύει για να κατανοήσει την ζωή των άλλων και την δική του. Όλα αυτά με μια λεπτή και αδιάλειπτη αποστασιοποίηση. Βλέπει από μακριά την Ιστορία σαν κίνηση παράφορη που ενώνει χωρίς να ομογενοποιεί.

Η σπαρακτική έλλειψη νοήματος στην ζωή και την Ιστορία δεν παραβλέπεται. Ούτε γίνεται βία κι απόγνωση. Αντιθέτως γίνεται γνώση, δηλαδή κατανόηση, δηλαδή άρνηση της “κατηγορίας”, δηλαδή άρνηση κάθε σχήματος που εξηγεί με απλουστευτικούς όρους, τα πράγματα, τα γεγονότα, τις ζωές. Ασκεί κριτική, δείχνει ανθρώπους, φορείς, και της αδικίας και της καταστροφικής ανοησίας αλλά ποτέ δεν κλείνει το κάδρο γύρω τους, δεν επικεντρώνει σε αυτούς, είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την Ιστορία, της ταινίας και του κόσμου. Το κακό μένει ανεξήγητο. Δεν υπάρχουν “φταίχτες” στους κόσμους που κατασκευάζει. Ναι, υπάρχει διάκριση στο έργο αυτού του ανθρώπου που δεν αποκλείει την καταστροφή και την αποτυχία. Υπάρχει αγάπη για την γη, ουράνια, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από χώμα.

Ο Jacques Tati, όμως, είναι η αφορμή, άλλο είναι το θέμα μας…

β) Η Μπάλα-Ο Τερματοφύλακας-Το Τέρμα
Λοιπόν; Τι είναι μια μπάλα; Η Μπάλα δεν είναι ένα πράγμα. Η μπάλα είναι η ελάχιστη μορφή. Ένα “διογκωμένο” σημείο. Η μπάλα είναι ένας χώρος κλεισμένος στον εαυτό του, μια ταυτολογία, μια κατασκευή χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς γωνίες, χωρίς σχήμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην μπάλα βρίσκεται ένα κομμάτι σκοταδιού. Και το σκοτάδι αυτό μένει πάντοτε ακίνητο. Όσο κι αν η μπάλα μετακινείται.

Γύρω της τοποθετούμαστε. Άλλος κοντά, άλλος μακριά, άλλος αμυντικά άλλος επιθετικά. Άλλος με πεποίθηση, άλλος ξέπνοα. Είμαστε παίκτες, θεατές, οπαδοί ή τελείως αδιάφοροι. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων και τα κενά που εμφανίζει, ορίζει αυτό που ονομάζουμε “χώρο”.

Η μπάλα παραμένει χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή αόριστη κι έτσι μπορεί να γίνει τόπος προβολής κάθε επιθυμίας. Μ’αυτόν τον τρόπο επιτρέπει ενώ διαφέρουμε να επιθυμούμε κάτι μαζί. Η μπάλα με την απολύτως συγκεκριμένη αοριστία της μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε, να συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Ο άνθρωπος χτίζεται και αντλεί την ζωή του από την επιθυμία δηλαδή από την ατέλεια, την απουσία και την έλλειψη. Η ανακάλυψη του “τραγικού” είναι ακριβώς συντονισμένη με αυτήν την γνώση και περιέχει τον θρήνο του ανθρώπινου απέναντι στο ανέφικτο, του καλού του ωραίου και του αληθινού. Είναι σκληρό αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος παρεκτός αν το αντικείμενο των επιθυμιών του παραμένει απών ή έστω έρχεται και φεύγει συνέχεια σε συχνότητα τέτοια που αν το δει κανείς από μακριά να μοιάζει πως και είναι εδώ και δεν είναι. Αυτός είναι ο ρυθμός όλων των πραγμάτων, της ύλης και της ενέργειας. Αυτόν τον ρυθμό εκδηλώνει η κυκλική εναλλαγή των εποχών, των καθημερινών γευμάτων και η παλινδρομική διείσδυση της σεξουαλικής πράξης όπως επίσης σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο ερχομό αναφέρεται η σπαρακτική και τρυφερή, σχεδόν αστεία, Πορεία προς Εμμαούς.

Κάποιες φορές αυτό το βάσανο μας εξωθεί σε εύκολες λύσεις και αφηνόμαστε σε μια φτωχή εκδοχή της απουσίας ή της παρουσίας, χωρίς αίνιγμα.
Οι επιπτώσεις είναι δεινές και πολλαπλές. Για παράδειγμα τότε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του πνεύματος και του γράμματος του νόμου και κυριαρχεί η απώθηση, η σκληρότητα και η τυφλότητα. Τότε αφανίζεται η ανάγκη και η δυνατότητα για ερμηνεία και αγκαλιάζουμε το “sola scriptura” που θαρραλέα πλην απελπισμένα πρότεινε ο προτεσταντικός κόσμος. Τότε τα πράγματα είναι επίπεδα, οι άνθρωποι είτε καλοί είτε κακοί και η γλώσσα νεκρή επειδή είναι παντοδύναμη. Τότε ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός απλώνεται γύρω μας επαιρόμενος για το θάρρος του. Τότε τα πράγματα δεν οδηγούν πουθενά, αλλού, δε μας αποκαλύπτουν μόνο μας καθρεφτίζουν. Τότε είμαστε φυλακισμένοι στα φαινόμενα.
Τότε, χαρακτηριστικά, ζητάμε μια λύση αμέσως στα προβλήματα μας ενώ δεν τα έχουμε κατανοήσει. Η κατανόηση όμως απαιτεί χρόνο και από μας κι από τα πράγματα, δεν έρχεται όσο κι αν πεισμώνουμε, ακόμα κι αν πεθαίνουμε θα απαιτήσει χρόνους που πιθανώς μας ξεπερνούν.

Θέλουμε να ελευθερωθούμε από την βάσανο της ερώτησης, του πόθου, της υπομονής απέναντι στο ανέφικτο της Ιστορίας. Πως μπορεί αυτό το σχήμα να μείνει ανοικτό; Αντιφατικό και περιεκτικό; Η μπάλα είναι ένας τρόπος να εντοπίσουμε το κενό, την έλλειψη, την απορία. Κάτι που μοιάζει επαρκώς με το τίποτα ώστε να μπορεί να αποκαλύψει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία. Στην παρούσα απουσία καθρεπτίζεται και ενεργοποιείται η επιθυμία κι όπως κινείται αρχίζει να “υπάρχει” και να οργανώνεται. Γι’ αυτό το θαύμα μιλούν όσοι γεύτηκαν την επήρεια της γραφής που μοιάζει να μιλά πέρα από αυτόν που γράφει. Γι’ αυτό όταν κινούμαστε να μιλήσουμε σε κάποιον άλλο, συχνά δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα πούμε και μιλώντας φωτιζόμαστε και μας ακούμε κι ο Λόγος μας συντάσσεται και αποκτά δομές, ουσία γεωμετρίες σχέσεις.
Ο πόθος του εραστή, το ερώτημα του στοχαστή, η προσευχή του ασκητή και η λαχτάρα του καταναλωτή, όλα, κινούνται προς το σημείο μιας εντοπισμένης έλλειψης. Μιας έλλειψης που έχουμε ονομάσει. Έτσι, γύρω από την έλλειψη και το κενό, χτίζονται όλα τα πράγματα.

Η μπάλα, λοιπόν, δεν μαγεύει αδίκως τα πλήθη. Η σημασία της βαθαίνει και η γοητεία της εντείνεται από το γεγονός πως αυτήν τη λειτουργία την επιτελούν κι άλλες έννοιες, λέξεις, αντικείμενα, αξίες, σύμβολα. Αυτά βρίσκονται παντού και συνθέτουν την κοινότητα μας επειδή ακριβώς μένουν ανοικτά και ενδεχόμενα, σαν καθρέφτες, σε αναμονή του νοήματος που θα τους δώσουμε. Η μπάλα όμως είναι παιχνίδι.
Είναι περιορισμένη σε έναν χώρο κι έτσι δεν κινδυνεύει κανένας και τίποτα από την ασάφεια της. Μπορεί να παραμείνει σε μια περιοχή όπου οι ηθικές κατηγορίες δεν επαρκούν, κι εμείς να την κυνηγάμε. Χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε πως τρέχουμε τον πιο σοβαρό αγώνα της ζωής μας. Όπως όταν παίζουμε “πόλεμο” μικροί, δίχως να πεθαίνουμε. Γι’αυτό καθησυχάζει και παρηγορεί. Έτσι θεραπεύει και καλλιεργεί, την επιθυμία. Ακόμα κι αν όλα χαθούν δεν έχουμε ανάγκη τίποτα για να έχουμε κάτι.

Κι ο τερματοφύλακας;

Περιμένει. Μόνος. Το ερχόμενο. Εξαγριωμένος από την αναμονή, δέσμιος της αγωνίας, του αγώνα δηλαδή που έγινε κατάσταση του πνεύματος. Η “ζωή” είναι αλλού. Κάθεται και την βλέπει, μακριά από τις γιορτές και τις μάχες, έξω από τις ακολουθίες των γεγονότων, τις πάσες, τις ανταλλαγές, τις συζητήσεις.
Αυτός είναι ο φύλακας. Παραστέκει το αμετάκλητο. Μόνον αυτό αποτελεί ευθύνη του. Όλα τα άλλα θα ξεχαστούν. Τα γκολ θα μείνουν. Ο Τερματοφύλακας έχει το βλέμμα του στραμμένο στην Ιστορία. Στην ποδοσφαιρική αιωνιότητα. Στην πιο απόλυτη πραγματικότητα. Σε αυτό που κρίνει τον αγώνα. Στην τελική κρίση. Δηλαδή αυτός μόνον ασχολείται με την Κρίση καταπρόσωπο, αυτός που πενθεί την αχρηστία του και βαριέται πλάι στην πύλη του Τέρματος, ενώ οι γιορτές και οι μάχες μαίνονται και ανάβουν φωτίζοντας τα πλήθη και τα παιχνίδια της Ιστορίας.
Βρίσκεται μακριά από τους θριάμβους, όσο πιο μακριά γίνεται από τις νικηφόρες στιγμές, αγκαλιασμένος με την ήττα. Μόνον την ήττα πραγματεύεται. Γιατί δεν κυνηγά κι αυτός τα γκολ; Είναι αδικημένος; Έχει κατάθλιψη; Δεν είναι ελεύθερος; Μήπως αυτός είναι ελεύθερος; Γιατί “παίζει” έτσι; Δε θα δημιουργήσει ποτέ κάτι. Δεν θα δώσει ποτέ μια “Νίκη”. Μόνον θα αποτρέπει ήττες.
Αυτός που δίνει νόημα σε όσα καινούρια έρχονται επειδή τους αντιστέκεται. Αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση των γκολ. Αυτός. Είναι εχθρός τους; Και γιατί έχει το δικαίωμα να αγγίξει, με τα χέρια του, την μπάλα; Και γιατί επιμένει σε ένα σημείο όταν όλοι ποθούν ταξίδια κι αποδράσεις; Τον ενδιαφέρει ο Τόπος αλήθεια; Γιατί ζει, τον αγώνα, με το βλέμμα; Αντί να τρέχει, να ιδρώνει, να χαίρεται όλη αυτήν την σωματικότητα; Γιατί δεν καταναλώνει τις διαδρομές να μη βαριέται; Τον δένει κάτι; Το διάλεξε ο ίδιος; Καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι; Και πόσο ανόητος;

Ο Τερματοφύλακας παραστέκει, και είναι, το τέλος και η αρχή κάθε διαδρομής. Είναι πολύ κοντά στο τέλος και η αγωνία του έχει κάτι από την αγωνία του τέλους. Του τέλους της ζωής, της αλήθειας, του αμετάκλητου. Ο άνθρωπος του Τέλους, ο Τελευταίος. Εκεί ορίζονται τα πράγματα κι εκεί συντρίβονται. Στο Τέρμα.
Όμως για κάτσε…
Το Τέρμα; Τι είναι το Τέρμα;

Αφού είναι τόσο σημαντικό γιατί του έχει γυρίσει την πλάτη; Αυτό το τέρμα γιατί το φυλάει αλήθεια; Δεν είναι όμορφο, δεν έχει κάτι πολύτιμο ή ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα! Αν τον άφηναν μαζί με το Τέρμα, αφού τόσο το αγαπάει, τι θα έκανε; Το Τέρμα πρέπει μάλλον να μείνει κενό. Πρέπει να υπάρχει πάντα κενό κάπου, δηλαδή μια ερώτηση, δηλαδή η επιθυμία, δηλαδή κάτι αφόρητο, αποτρόπαιο, αιώνιο. Κάτι που συντρίβει και ο αγώνας να το αποκτήσεις σε βοηθά όσο τίποτα να το ξεχάσεις, να πάρεις μιαν ανάσα.
Κι αυτό το κενό κοστίζει. Μέρες και νύχτες. Αβέβαιες διαδρομές και μεγάλες σιωπές. Απέναντι σε όσους θέλουν επειγόντως απαντήσεις. Τεράστια μοναξιά.

Το Τέρμα είναι φτιαχτό. Είναι μια κατασκευή. Κι αυτό δεν το καθιστά ψέμα. Οι κατασκευές είναι συνθέσεις των πραγμάτων που επειδή δεν μπορούμε να τα ακυρώσουμε τα λέμε αλήθειες. Μόνο μια κατασκευή μπορεί να στεγάσει του κόσμου τις ετερόκλητες αλήθειες που ποθούμε, που είμαστε, που θεριεύουν αν τις αγνοήσουμε, που σβήνουν όταν γίνονται απόλυτες. Τις αλήθειες που αναγνωρίζουμε και δεν ενώνονται αυτόματα, όπως η δικαιοσύνη με την συγχώρεση και την καλοσύνη, το Παρόν με το Παρελθόν και το Μέλλον, η προσωπική ζωή με αυτήν του συνόλου, η αναγνώριση του Ιερού μαζί με την ανάγκη για το ανούσιο, η δίψα για την τελειότητα μαζί με την ανεπάρκεια την δική μας και του κόσμου, η ασυνέχεια των πραγμάτων με την συνέχεια και την ροή, η απαραίτητη μνήμη του θανάτου με την απαραίτητη λήθη του, η δίψα για το παρόν με την νοσταλγία για όσα βρίσκονται έξω από τον χρόνο… και τόσα άλλα. Πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Πολιτισμό, πράγματα κατά μίαν έννοια “αφύσικα” που ενώνονται στον ίδιο τον άνθρωπο, ενεργά και ενσυνείδητα. Μόνο μια κατασκευή μπορεί, να δημιουργήσει τις αντιφάσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε.

Και τι αλήθεια δεν είναι κατασκευή; Οι ερωτικές ιστορίες; Τα κράτη; Οι ιδεολογίες; Τα έθνη; Οι αξίες; Η έννοια π.χ. της ανθρωπότητας; Ή οι θρησκείες; Στο μέτρο που είναι κατασκευές είναι αφ’ ενός σημάδια της ανθρώπινης ελευθερίας, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις όσων στοιχειώνουν το ανθρώπινο, το ξεπερνούν, το διαπερνούν. Εν τέλει μια κατασκευή είναι τόπος φανέρωσης πραγμάτων που εκδηλώνονται στην ζωή και στο σώμα μας χωρίς να είναι δικά μας, είναι φωνές που μας ξεπερνούν, πράγματα πέρα από εμάς που εκκρεμούν.

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο τέρμα. Διότι και το τέρμα επιδιώκει να εκφράσει κάτι που καμία διατύπωση δεν εξαντλεί. Προσπαθεί να απεικονίσει το αόρατο. Είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό με την μπάλα. Είναι ελεύθερο από τον εαυτό του, από κάθε αναπαράσταση του εαυτού του. Είναι το όριο, το τέρμα, το Τέλος, και είναι αποτρόπαιο. Γι’αυτό το στήνουμε, για να ελαφρώσουμε τον τρόμο που προκαλεί και να παίξουμε μαζί του. Γι’αυτό ο Τερματοφύλακας μπορεί και δεν το κοιτά ποτέ. Του έχει γυρισμένη την πλάτη. Μπαίνει αδιάφορα μέσα. Ξαναβγαίνει. Είναι εκεί και δεν είναι.

γ) Οι αμίλητοι
Τις μέρες αυτές είναι πολλοί αυτοί που μένουν αμίλητοι. Τώρα που η αίσθηση του επείγοντος κυριαρχεί. Σε μια κρίση ευνοούνται όσοι έχουν απλουστευτικές, ισχυρές θέσεις που βρίσκουν “ποιος φταίει” ή πάλι θέσεις που υπόσχονται την “λύση” του προβλήματος, ερήμην του χρόνου και της υπομονής. Θέσεις δηλαδή που μειώνουν τον άνθρωπο. Οι μέρες αυτές δεν αγαπούν τις ερωτήσεις, βασανίζονται από την αμηχανία της ερώτησης. Δεν αντέχουν περισσότερη ευθραυστότητα.

Οι αμίλητοι βρίσκονται έξω από αυτό το κλίμα. Μόνοι μένουν και ύποπτοι τέτοιες εποχές. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Οι ερωτήσεις τους είναι περιττές. Διαρκώς διαφωνούν με όσους συμφωνούν και συμφωνούν με όσους διαφωνούν. Και οι ίδιοι εξαντλούνται και αναθεματίζουν την μοναξιά τους. Είναι, όμως, οι φύλακες της ανθρωπότητας μας. Ασήμαντοι εργάζονται την σιωπή, την δίψα για αλήθεια, για κατανόηση και διαύγεια. Είναι αυτοί που φυλάσσουν την πολύτιμη αμηχανία του νου απέναντι στην Ιστορία. Είναι αυτοί που απενοχοποιούν την αδυναμία. Που την φωνάζουν και της δίνουν σάρκα.

Οι αμίλητοι πεινάνε δυστυχούν και επείγονται, αλλά επιμένουν, τα πράγματα να είναι ολόκληρα, δηλαδή να τα αγκαλιάσουμε όπως είναι, μισά. Μέχρι την τελευταία στιγμή επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο σαν να έχουν μιαν αιωνιότητα μπροστά τους. Το αίνιγμα του παρόντος πάντα αναφέρεται στο αίνιγμα του παρελθόντος και του μέλλοντος. Καμμία επείγουσα συνθήκη δεν τους μετακινεί. Mόνον η κατανόηση. Η κατανόηση, όμως, δεν υπηρετεί την ισχύ αλλά το ανθρώπινο αίνιγμα.

Στέκονται μπροστά στον κόσμο. Και τον ρωτούν. Όταν πατούν το χώμα, ομολογούν πως δεν ξέρουν τι είναι. Είναι αλήθεια μπορετό να ζεις έτσι; Είναι όλος αυτός ο κόπος σωστός; Όλη αυτή η καταδίωξη του νου στο βάθος μιας ερήμου που κανείς δεν είδε; Μιας ερήμου που μοιάζει να γεννά από μόνο του το βλέμμα τους. Πώς να περπατήσεις από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη; Πώς να μιλήσεις και να μην νομίζουν οι άνθρωποι πως μίλησες; Να μη σε παρεξηγήσουν δηλαδή. Τα πράγματα δεν έχουν μέγεθος οριστικό και οι λεπτομέρειες είναι πάντα επίφοβες και τεράστιες. Όταν αισθάνεσαι εφήμερος τα επείγοντα θέματα μοιάζουν κι αυτά έτοιμα να μικρύνουν, μοιάζουν ερείπια του μέλλοντος, ψέμματα του χτες και σκιές πράξεων που έχουν χαθεί από μπροστά μας.

Μιλώ για εκείνους που στοχάζονται και βλέπουν μ’ όλο τους το σώμα και η σκέψη τους δεν είναι συλλογισμοί και ευφυΐα αλλά αίσθηση του ανθρώπινου και σύνδεση. Για όσους δεν αποκρύπτουν την αντίφαση αλλά την αγκαλιάζουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο για να τον μιλήσουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο μιλώντας. Για όσους μένουν αμίλητοι. Και δεν θέτουν διλήμματα, δεν κάνουν προβολές για να αντέξουν την δυσμένεια των ημερών. Όσους αρνούνται τις απλουστεύσεις, και δεν ενδίδουν στον πειρασμό της κατηγορίας. Οι αμίλητοι, αυτοί, είναι που κρυφά γονιμοποιούν τον δημόσιο λόγο. Είναι γενναίοι επειδή ξέρουν να φοβούνται.

Η αμηχανία δεν είναι σφάλμα αλλά δυνατότητα. Μόνο ένα ψέμα μπορεί να μην είναι εύθραυστο και γι’ αυτό όλο νικά και θριαμβεύει κι όλο απειλείται και φοβάται. Χωρίς την ευθραυστότητα η φτώχεια δεν έχει όρια, η απελπισία γίνεται κατάσταση και η καταστροφή στόχος. Η αμηχανία, από την άλλη, γεννά χώρο και χρόνο. Χώρο που αφάνισαν οι στόχοι, οι αγώνες, οι συνήθειες, οι ιδιοτέλειες και οι επιθυμίες, που κατέλαβαν οι παραδόσεις και οι ιδεολογίες. Και χρόνο, να σκύψουμε σε πράγματα που αφήσαμε πίσω και μας λείπουν. Μόνον η αμηχανία πάει εκεί που οι άλλοι δεν τολμούν και νομίζουν την δειλία τους γενναιότητα.

Η αμηχανία είναι η πρέπουσα κατάσταση. Αλλά εδώ θέλει προσοχή… δεν μιλάμε για κάποιαν επιλογή της ήττας ή της αδυναμίας, του ηρωικού περιθωρίου ή του θυματοποιημένου ανίσχυρου. Μιλάμε για το ηθικό σθένος και την διαύγεια. Η αμηχανία δεν είναι στόχος αλλά σύμπτωμα. Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη θέση για την οποία πάντοτε λογοδοτείς και βάλλεσαι. Όταν σε ρωτάν: Εσύ ποιός είσαι; Και δεν έχεις απάντηση. Αν απαντήσεις μέσα στις κατηγορίες που σου ζητούν να μπεις τότε θα αρνηθείς πως ο κόσμος μας έχει αποτύχει, θα αρνηθείς το δικαίωμα να φανταστείς τον κόσμο ξανά, να έχεις φωνή, γι’ αυτό μένεις άφωνος κι έτσι κραυγάζεις πως ο κόσμος μας είναι φυλακισμένος στις φαντασιώσεις άλλων. Το παρόν απουσιάζει όταν προϋπάρχει.

Η αμηχανία είναι ένα ρήγμα στον κόσμο και δεν εκχωρεί ούτε αποδέχεται την θέση του θύτη ή του θύματος. Δεν συμμετέχει στην συγκάλυψη του προφανούς. Στον ιδιοτελή προσεταιρισμό της τραγωδίας. Αποτελεί προστασία από ολοκληρωτικές απαντήσεις, ηθικισμούς, συναισθηματισμούς, θυματοποιήσεις, δαιμονοποιήσεις. Δεν συμμαχεί με το ψέμα της εξήγησης. Είναι το θεμέλιο του Μέλλοντος. Η επιτροπή της συνάντησης. Το καταφύγιο της ερώτησης. Είναι διωγμός ατέλειωτος, διηνεκής, αγέννητος. Είναι η αναπνοή της σκέψης και το κατόρθωμα του νου. Η προέλευση του “πολυμήχανου” ανθρώπου. Το “δέος” του αρχαίου κόσμου.
Πηγή της ποίησης, της προσευχής, της φιλοσοφίας, μένει αυτή.
Η αδυναμία, η άγνοια, η ήττα, όπως την νομίζουν,
όσοι αναζητούν την δύναμη, την ισχύ και την ηγεμονία.
Χρειάζονται κι αυτοί.

Jacques Tati στην (Αγγλική) Wikipedia

άλλες σχετικές αναρτήσεις:

Walk around a telephone booth ή Αν υπάρχει κάτι άδειο σ’αυτό τον κόσμο.. / από τον Dokugyunyu..

Ο Bill Viola “The Reflecting Pool”

Αυτό που είμαι.. /Ce que je suis HOLDEN

I AM ROBOT/ από τον “Ken Tanaka” allias David Ury/ ROBOTS #2

κ.α.

Advertisements

 

Εύχομαι διαύγεια, χαρά, υγεία, όρεξη για ζωή!

Εύχομαι και παίρνει φωτιά κάτι μέσα μου απέναντι σ’όλη αυτήν την βλακεία που παρατείνει την δυστυχία!
To video γιατην νέα χρονιά για το επίφοβο 2012 από το Rap News
Έχει έμπνευση, χιούμορ και πνοή. Έχει σκέψη και αυτοσαρκασμό. Έχει από αυτά που μας λείπουν. Αναφέρει και την Ελλάδα βεβαίως…

Έχουμε να μάθουμε πολλά τον χρόνο που έρχεται. Δεν περιμένω πραγματικά καλύτερες μέρες πριν τα τέλη του 2013 να πω την αλήθεια αλλά η δουλειά γίνεται τώρα. Αποφεύγω να μιλήσω αποσπασματικά για επικαιρότητα αλλά ο θυμός και η λύπη δεν μου φτάνουν, δεν πιστεύω σε αυτά. Έμπνευση δεν θα έρθει από όσους κατηγορούν.
Όσα λέγονται για το 2012 πατάνε σε μιαν επιθυμία της ανεπτυγμένης ΕυρωΑμερικής να ελευθερωθεί από αυτήν την αυτοκαταστροφή, από τον ίδιο της τον εαυτό. Το κάλεσμα του θανάτου είναι ταυτόχρονα κάλεσμα για την αλλαγή.

Υπάρχει μια χαρά που είναι έξω από κάθε συγκυρία. Αυτήν την χαρά την θυμίζει π.χ. ο ήλιος κάθε πρωί ή τα παιδιά με τα παιχνίδια και τις φωνές τους. Η χαρά που έχετε όταν βοηθάτε κάποιον άγνωστο, έστω με ένα χαμόγελο. Αυτά και άλλα που τα κάναμε κλισέ. Αυτά εύχομαι να ξαναβρούμε. Αυτήν την χαρά εύχομαι και για τις άλλες που χαθήκαν δε με αφορά.

Οι μέρες είναι δικές μας αλλά δε τους φαίνεται. Μόλις διηγούμαστε τη άδεια ζωή μας βλέπουμε πως κάτι έχουμε να πούμε. Εκεί που όλα έμοιαζαν άδεια και μικρά. Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, έτσι αλλάζουν τα πράγματα χωρίς να αλλάξουν.

Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, ανακαλύπτεις πόσα πράγματα ζουν μέσα σου ακόμα και τα χεις κουκουλώσει και ξε-χάσει και πόσες ευκαιρίες έχεις πετάξει να παλέψεις μέσα σου και μοιάζεις φτωχός ενώ όσα κάνεις θρέφονται από το βάθος του χρόνου.

Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, βλέπεις πως πολλά από αυτά που νομίζεις δικά σου είναι ξένα και τα βάζεις στην άκρη και παίρνεις λίγο από αυτό τον χώρο να ζήσεις μέσα στην κατανόηση, ελαφρύτερος.

Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, έτσι η Nouvelle Vague του Γαλλικού Σινεμα απλώς είπε την καθημερινότητα της και έκανε το τότε Παρίσι έναν τόπο μαγικό. Έτσι οι Beatnicks έκαναν την Αμερική ένα όνειρο ατόφιο. Έτσι η Βρετανική Μιζέρια είναι κάτι σα φαντασίωση και ξεχειλίζει στα περιοδικά μόδας και στις φωτογραφίες νεανικής και άλλης μόδας
και τα νέα αγόρια και κορίτσια στις αυλές των σχολίων ονειρεύονται πως ζουν στο Χάρλεμ ή στο Λίβερπουλ. Ανάλογα την εποχή και την παρέα, ανάλογος και ο πρωταθλητισμός της δυστυχίας. Η δική μας ακόμα περιμένει την αφήγηση της. Κάτι πήγε να κάνει το ελληνικό σινεμά, αλλά ακόμα το πράγμα εκκρεμεί. Ονειρεύομαι ακόμα αυτές τις ταινίες που θα έρθουν όταν ήρεμοι θα αγαπήσουμε τον εαυτό μας, την πόλη μας, την ζωή μας. Δεν είναι τόσο δύσκολο.

Είναι μεσημέρι, έφαγα ένα παξιμάδι και καθαρισμένους ηλιόσπορους με αλάτι, ο ήλιος μπαίνει από την μπαλκονόπορτα κι, ενώ εδώ όλα γύρω είναι αντίθετα* από το Ποίημα του Αυστραλού φίλου Sean O’Callaghan, αισθάνομαι πως είμαστε στο ίδιο σημείο.

Νύχτα-Μέρα, Περπατά-Κάθομαι, τρώει το απόλυτο Βρετανικό junkfood-τρώω υγιεινιστικά φούμαρα Σαρακοστιανού Τύπου, Κρυώνει-Ζεσταίνομαι, Φεγγάρι-Ήλιος

Υπάρχει κάτι που ονομάζουμε αλήθεια, όσο πιο κοντά του πας τόσο πιο απλό είναι. Εκεί το γέλιο και το κλάμμα συνυπάρχουν ειρηνικά.

το site της ταινίας Young@Heart εδώ

Δείτε τους νέους μας φίλους ενώ εγώ θα πάω να πλύνω πιάτα πετώντας!

Το Μάρτιο του 2008 ο Randy Peters, ένα εννεάχρονο αγόρι από το Σικάγο ανέβασε το πρώτο μέρος του animation: Octocat. Έδωσε ηλικία 13 χρόνων για να μη του σβήσουν τον λογαριασμό οι διαχειριστές του YOUTUBE.

Πρόκειται για την Ιστορία ενός γατιού με οκτώ πόδια που ψάχνει τους γονείς του. Ο Octocat περπατά σ’έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και γρίφους. Η άτσαλη ομορφιά της εικόνας ασκεί μιαν απαράμιλλη γοητεία. Ένα παράλογο χιούμορ ανατρέπει ανεπαίσθητα τον εαυτό του συνεχώς και ένας διαρκής ρυθμός οδηγεί τα πράγματα χωρίς να σταματά πουθενά. Η αυτόματη γραφή, η ροή των συνειρμών που έχουν ΚΑΙ τα παιδιά όταν φτιάχνουν τους κόσμους τους, αγκαλιάζει τα αισθήματα ακέραια αλλά δε μένει πουθενά, συνεχίζει, ρέει ακάθεκτη, γεμάτη αίματα και γέλια, για πάντα.. Υπάρχει Μυστήριο, Οργή, Αγωνία και Μελαγχολία σε αμείωτη, παράφορη ένταση, μαζί με διαρκές, υπόγειο, χιούμορ. Ζητά τους γονείς του. Τι σημαίνει αυτό; Η ένταση και η εμμονή του αιτήματος έτσι απομονωμένου γίνεται φιλοσοφική.

Η επιτυχία ήταν άμεση, τεράστια και μη αναμενόμενη, το πρώτο μέρος έφτασε τις 100.000 επισκέψεις σε δύο μέρες. Όλοι περίμεναν το επόμενο. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος έγινε μια ανατροπή.. το παιδικό σχέδιο μετατρέπεται σε τρισδιάστατο animation! Πως; Σok!!! Τι έγινε;

Το παιδί πίσω από το Octocat ήταν τελικά ο 23χρονος σχεδιαστής David OReilly… Θα πει έπειτα πως το Octocat ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελε να ελέγξει και να στηρίξει την πεποίθηση του πως: Το κοινό δε χρειάζεται καθωσπρέπει εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα σχέδια και γραφικά για να εμπλακεί σε μια ιστορία. Το κοινό χαίρεται να παρακολουθεί και το πιο κακότεχνο, άτσαλο, κακοδουλεμένο στον ήχο και στο Ντουμπλάζ  κατασκεύασμα όλων των εποχών και μπορεί να γελάσει και να κλάψει όπως και με τα κινούμενα σχέδια των μεγάλων στούντιο.
“audiences don’t need polished, slick animation to find a story engaging. They are happy to follow the worst animated, worst designed and worst dubbed film of all time, and still laugh and cry and do all the things you do watching a so-called “high end” film. Its amazing, I’ve never been so excited about independent animation.”
Ο Γιάννης Τσαρούχης είπε κάτι απολύτως σχετικό. Δε το θυμάμαι επακριβώς αλλά ήταν κάτι του στυλ: Το μεγαλύτερο μάθημα της “Μοντέρνας” Τέχνης είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να αποδώσει ένα θέμα άσχετα από την τεχνική και τις ικανότητες του, αρκεί να έχει μια πραγματική συγκίνηση. Το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού λοιπόν, κάπου στον άνθρωπο, στο στίγμα που διαπερνά αυτά που κάνουμε κι όχι σ’αυτά που κάνουμε καθ’αυτά.

Το OCTOCAT ήταν μια μεγάλη επιτυχία. (Υπάρχουν αρκετά σχετικά άρθρα, ο ίδιος ο OReilly προτείνει αυτό) Έκτοτε, όμως, δε σταμάτησε να συνθέτει, να διασκεδάζει και να υπερασπίζεται τα εξαιρετικά και κάποτε εξαιρετικά δύσκολα έργα του. Η δουλειά του είναι ταυτόχρονα Ζωγραφική, Βίντεο, Ποίηση, Πειραματικός Κινηματογράφος. Όπως και να χει αυτά δεν έχουν σημασία..
Κι αν μιλά συχνά για νεωτερισμό τελικά φαίνεται πως αυτός είναι ο τρόπος του να ψάξει μια περιοχή όπου μπορεί να αναπνεύσει και να πει, ή μάλλον κάνει, αυτά που του φαίνονται αναγκαία, ευχάριστα, προφανή. Η Μοντέρνα εμμονή στον νεωτερισμό, που σήμερα ακόμα επιβιώνει, ευθύνεται για πολλές επηρμένες κουταμάρες. Εδώ έχουμε κάτι άλλο.

Καλή δουλειά λοιπόν σε οποιονδήποτε θέλει να πιάσει ένα μολύβι, μια κιθάρα, ένα ακαταλαβίστικο 3d πρόγραμμα, ένα οτιδήποτε απ’όσα απαρτίζουν αυτόν τον κόσμο!

Δείτε εδώ, πρόκειται για την συμβολή του σε ένα ομαδικό project που ονομάζεται psst. Εδώ ένα κείμενο του περί αισθητικής


(το βίντεο παίζει σε “λούπα” δύο φορές τις ίδιες εικόνες)

Το Βίντεο που βλέπετε είναι παραγωγή του Fame Festival που οργανώνεται σε μια μικρή υποβαθμισμένη πόλη της Ιταλίας, την Grottaglie από το STUDIOCROMIE. Το STUDIOCROMIE είναι μια μικρή επιχείρηση κάποιου Angelo Milano που εκδίδει βιβλία και χαρακτικά κι αγκαλιάζει καλλιτέχνες των πόλεων.
Ο τίτλος του Festival: FAME, είναι ένα λογοπαίγνιο. Αναφέρεται ταυτόχρονα στην “Αγγλική” ΔΟΞΑ και την “Ιταλική” ΠΕΙΝΑ που γράφονται με τον ίδιο τρόπο. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ που οργανώνεται απέναντι στην αδιαφορία των πολιτικών και των γενεών που νέμονται τα πράγματα εαυτιστικά. Ένα φεστιβάλ που στρέφεται προς την υποβαθμισμένη πόλη, στους τοίχους του κόσμου που από ερείπιο γίνεται καθρέφτης να δει κανείς τέρατα και θαύματα. Σ’αυτό τον καθρέφτη μπορεί κανείς να δει την επιθυμία κάποιων να ζήσουν μια ζωή ζωντανή. Κι αυτό σημαίνει να αφήσουν όλες τις ερωτήσεις, χωρίς λουριά, να ραπίζουν τον νου. Σημαίνει να επιτραπούν όλα τα ενδεχόμενα, να ανοίξει έστω για λίγο το πλαίσιο της σκέψης και της αίσθησης σε όσα πιθανώς δε περιέχει κι ας τα έχει ανάγκη. Σ’αυτά τα πολύτιμα κι αναγκαία ανήκει βέβαια κι ο φόβος κι ο τρόμος.
Το φεστιβάλ τοποθετείται δυναμικά χωρίς να ζητά βοήθειες, χωρίς να χάνει χρόνο γκρινιάζοντας. Δίνει στην Πόλη, στο σώμα της κοινής μας ζωής, το φως και την προσοχή, την δυνατότητα του.

Το βίντεο είναι ωραίο και γεμάτο αφορμές. Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα κουρασμένο κομμάτι της πόλης, σε μια της ρυτίδα, σε κάποια γωνία της μάλλον κρυφή. Εκεί γράφεται ένα έξαλλο ποίημα με εικόνες.

Τι είναι το παιχνίδι;
Το ζητούμε και με ανακούφιση το υποδεχόμαστε όποτε μπορούμε.

Εδώ ένα κτήριο, μια αυλή, ξύλα και πέτρες, σκουπίδια των γύρω δρόμων, γίνονται τα playmobil με τα οποία ένα μικρό παραλήρημα ξεσπάει για να μας θυμίσει μια ποιότητα βασανιστικά μετέωρη και ερεθιστική. Μια τελετή, ενίοτε από φάρσες φτιαγμένη, που θυμίζει την αίσθηση της ζωής, ρευστής, πυκνής, πηγαίας, ανακόλουθης.
Υπάρχει σ’αυτό το χορό κάτι σκοτεινό και συνάμα γιορτινό. Υπάρχει μαζί η χαρά της μεταμόρφωσης και η μετουσίωση της μνήμης… σε κάτι άλλο, πολύ κοντινό, όσο μια σκέψη δική μας, πολύ μακρινό, όσο ένα σύννεφο που περνά στον ορίζοντα
και το νόημα του το σβήνει το ίδιο το ταξίδι του.

Δε ζητάω από αυτά τα έργα να μου οργανώσουν την εικόνα που έχω για τον κόσμο. Να φωτίσουν το μέλλον, δε περιμένω. Μου αρκεί το θάμπωμα που έχουν και δίνουν. Η αγωνία τους που απλώς εμφανίζεται και φεύγει.
Δε τους ζητώ να ξεπερνούν τα ψευτοδιλήμματα του ηλίθιου αναπτυγμένου πολιτισμού μας.
Αυτό που έχουν μου αρκεί.
Η ωμή ζωτικότητα.
Η δίψα και το
φίλεργο
κέφι.

Ένα τραγούδι που έγινε επιτυχία λόγω του τολμηρού του βίντεο. Γυμνά κορίτσια αυτάρεσκα περπατούν στο πραγματικό Παρίσι και τραγουδούν στίχους εξοργιστικούς και αποκαλυπτικά ευθείς. Το βασικό θέμα είναι τα “θέλω” τους. Τα “θέλω” τους αφορούν ΣΕΞ, ΑΓΑΘΑ, και ΔΟΞΑ-ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ. Για όσους δε ξέρουν Γαλλικά ή ακόμα καλύτερα την Γαλλική πραγματικότητα η μετάφραση τα λόγια τα κάνει κάπως αφηρημένα και δεν αποδίδει την ειρωνία, τον σαρκασμό, την τσαχπινιά και την χυδαιότητα του ύφους, το τσουχτερό χιούμορ και τις πολύ συγκεκριμένες αναφορές στην μιντιακή καθημερινότητα, σε σταρ, δημοσιογράφους κλπ.
Ο κόσμος που περιγράφουν είναι γνώριμος. Δε μπορούμε όμως να πούμε πως αυτό είναι μια κριτική ματιά… Οι μοντέλες παραμένουν μοντέλες. Το σώμα τους δεν είναι γυμνό μέσα στη γυμνότητα του. Είναι ένα νέο σώμα, που προκαλεί πόθο κι έτσι διατηρεί την ισχύ του. Δεν είναι ακριβώς εύθραυστο ή ευάλωτο, ταυτόχρονα φέρνει μιαν έπαρση κι ένα ύφος αυτάρεσκο και ένα βάδισμα πασαρέλας τυποποιημένο σε σημείο ώστε να γίνεται στολή. Από την μία δείχνουν την γύμνια ενός κόσμου και την ίδια στιγμή τον αναπαράγουν και τον ενισχύουν κι αποδυκνύουν πόσο η γύμνια είναι, φευ, ανέφικτη πια. Κοροϊδεύουν με συγκεκριμένες αναφορές το μηντιακό σύστημα του θεάματος στη Γαλλία αλλά με κανέναν τρόπο δεν υποδεικνύουν κάτι έξω από αυτό, είναι πολύ πιθανό πως αυτοί που αναφέρουν είναι ή έγιναν φίλοι τους μετά. Αυτή η δήθεν κριτική είναι το τελευταίο αποκούμπι ενός κόσμου που λέει φωναχτά πως είναι αηδιασμένος με τον εαυτό του και γι’ αυτό έχει το δικαίωμα να παραμένει αηδιαστικός. Το σύστημα, έχει γραφεί, μισεί πλέον τον εαυτό του, αυτοσαρκάζεται κι έτσι μοιάζει ακόμα πιο άτρωτο, μοιάζει η απελπισία του να το τονώνει, και συνεχίζει απελπισμένα ο κόσμος με πλήρη επίγνωση, χωρίς διάθεση να αλλάξει, χωρίς πρόθεση να κινηθεί προς την (αποτολμώ αυτή τη θέση) πραγματική του επιθυμία για άλλο φως, για άλλες χαρές.
Αυτές οι “άλλες” αισθήσεις μοιάζουν πλέον άγευστες, ανύπαρκτες, μυστικές-μυστικιστικές, ύποπτες. Ποιος τις έχει ανάγκη; Κυριαρχεί η τελείως αφομοιωμένη ιδέα πως “στην κόλαση έχει χαβαλέ!”
Αυτός ο χυλός από “αλήθειες” που τελικά έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία για “μια αλήθεια” που να ενώνει τα πράγματα είναι χαρακτηριστικό αυτού που ονομάστηκε καλώς ή κακώς μετα-μοντέρνο. Αυτή η αλήθεια που ποτέ δεν “βρίσκεται” είναι αντικείμενο σκληρής κριτικής διότι από κάτω κρύβει κάποιον ολοκληρωτισμό. Το μεταμοντέρνο σε αυτό το κομμάτι παρουσιάζεται και είναι απελευθερωτικό. Δεν παλεύει για μια περιεκτική πιο πολύπλοκη αλήθεια αλλά προσπερνά την αλήθεια συνολικά. Εδώ θέλει να κάνουμε όμως μια διάκριση, άλλο η διάφορες ολοκληρωτικές φωνές που είπαν, πονηρά, πως εκπροσωπούν και κατέχουν αυτήν την αλήθεια κι άλλο η επιθυμία γι’ αυτήν, μια επιθυμία που τελικά ούτε ξεριζώνεται ούτε κατασκευάζεται, είναι άλλωστε η άλλη πλευρά της επιθυμίας για έναν καλύτερο κόσμο. Όποιος φιλοδοξεί να την ξεριζώσει επειδή θέλει να καλυτερέψει τον κόσμο μοιάζει να ξεριζώνει την ίδια την βάση του εγχειρήματος του.

Προσωπικά θεωρώ τη συζήτηση γύρω από τον όρο “μεταμοντέρνο” σκέτη ζαλάδα αλλά έχει κάποια σημασία. Είναι σημάδι μιας φάσης του μοντερνισμού ο οποίος πλέον καταστρέφει τον ίδιο του τον εαυτό. Αν ο όρος βοηθά να καταλάβουμε αυτή τη νέα φάση έχει καλώς. Αν κατασκευάζει μιαν δήθεν άλλη περιοχή και εμποδίζει μια κριτική συνειδητοποίηση του αδιεξόδου που γεννήθηκε πολύ καιρό πριν, τότε, ο όρος αυτός είναι στάχτη στα μάτια μας.

Ένα άλλο θέμα που κραυγάζει και δε μπορούμε να αγνοήσουμε τελείως είναι η αναπαράσταση της δήθεν, θηλυκής σκέψης (εδώ γελάμε ή κλαίμε αναλόγως) όπως αυτή (αυτο)παρουσιάζεται. Σε όσα αυτοσαρκαστικά και αυθαδέστατα λένε αυτές οι ωραίες και νέες γυναίκες (και μόνον γυναίκες), εμφανίζεται από πίσω ένας ολόκληρος κόσμος εσωτερικών χαοτικών μονολόγων και επιθυμιών που ανοίγονται στο ανεξέλεγκτο, χωρίς συστολή κι αναστολές. Μονολόγων κατά τεκμήριο πολύ τρομακτικών, πολύ ευαίσθητων, πολύ οτιδήποτε. Έχει σημασία να θυμηθούμε πως όλο το Φροϋδικό πείραμα ξεκινά, όπως  αναφέρει ο ίδιος,  όταν ο Σιγισμούνδος Φρόυδ άρχισε να ακούει τις γυναίκες, έτσι διέκρινε πως αυτό που θεωρούσαμε ως αρρώστια, το παραλήρημα,  ήταν μια προσπάθεια για ίαση, ήταν το πιο φωτεινό σημάδι ενός σκοταδιού απωθημένου. Αλλά το θέμα δε σταματά εδώ. Υπάρχουν πολλά που λέγονται, κοινοί τόποι που ενώ μοιάζει να είναι “προοδευτικοί” και να παλεύουν ενάντια στην αδικία και το “κακό” τελικά περιορίζουν στενά τη συζήτηση, αποτελούν έκπτωση της.
Η διάχυτη επιπολαιότητα της κριτικής της “Πατριαρχίας” την οποία βρίσκουμε πλέον σχεδόν παντού, ανοίγει την πόρτα μιας συστηματικής θυματοποίησης των γυναικών και το αντίστοιχο αδιέξοδο της ενοχοποίησης των ανδρών. Πρόκειται για ευκολία που επειδή δείχνει κάποιον φταίχτη προσφέρει εύκολες βεβαιότητες. Κι ενώ αυτή η σκέψη έμοιαζε γερασμένο αντανακλαστικό της δεκαετίας του 60 με τόνους χίπικης εξιδανίκευσης του “φυσικού” της “φύσης” και της “αγάπης” τώρα έρχεται ξανά με νέα αμιγώς ηθικίστικη ορμή χωρίς χαϊμαλιά και χωρίς επιθυμία για έναν άλλο κόσμο, μόνο στεγνή κατηγορία. Αν ενδώσουμε στην κριτική της Πατριαρχίας ως αιτίας του κακού τότε υπονοούμε πως το πρόβλημα θα λυθεί με Μητριαρχία; Διότι αυτή η σκέψη πρυτανεύει στην πρώιμη φάση αυτής της σκέψης, πως βρέθηκε το “καλό” και εντοπίστηκε το “κακό”… Είμαστε στον προθάλαμο του ολοκληρωτισμού ήδη. Διότι το “κακό” παραμένει διαρκώς απροσδιόριστο και μπορεί να αναδυθεί παντού και γι’ αυτό όποιος παλεύει για κάτι καλύτερο μιλά με προσοχή, χωρίς βεβαιότητες. Αν είμαστε σίγουροι πως δεν είναι το θέμα η πατριαρχία αλλά οι δομές εξουσίας, τότε να ξεκαθαρίσουμε αν είναι όλες οι δομές εξουσίας που είναι κακές. Και τελικά, ποιό σύστημα δεν έχει σχέσεις εξουσίας;
Αυτά, η σύγχρονη πολιτική σκέψη, τα ξεχνά εύκολα και τελικά δεν έχει να απαντήσει ουσιαστικά στα περισσότερα προβλήματα διότι απλούστατα δεν το χρειάζεται. Έχει λύσει το πρόβλημα της. Φασίστες, φαλοκράτες, ρατσιστές δίνουν μιαν ηθική ασφάλεια, μια σιγουριά πως είναι από την μεριά του καλού κι αυτή η ωραία κατάσταση είναι καλύτερη (πιο σταθερή πιο σίγουρη, ήδη παρούσα) από κάθε αγώνα για κάποιον -πραγματικά- καλύτερο κόσμο.

Εδώ θα προσθέσω κάτι ακόμα…  Το λεγόμενο “Σύστημα” είναι μια έννοια ελλιπής και παραπλανητική. Κατά βάθος μεταφέρει το βάρος της επιλογής από τα πρόσωπα, αποκλειστικά, στις δομές. Στην πράξη αυτό καθιστά τη σκέψη μας μονοκόμματη και τυφλή. Μπορούμε χωρίς να κοιταχτούμε στο καθρέφτη να μιλήσουμε για όλα. Μπορούμε ακόμα να φτιάξουμε τρομοκρατική οργάνωση, να σκοτώσουμε άλλους ανθρώπους, να γράψουμε και προκηρύξεις χοντροκοπιάς και ανοησίας. Ο πολιτικός λόγος για να μη πέσει στα δίχτυα της ψυχολογίας και της θρησκείας αντικειμενοποιεί τα πράγματα και τα αποξηραίνει. Το να φταίει το “Σύστημα” είναι μια βολική λύση αλλά διαχωρίζει τις δομές από τα όντα σαν να είναι αυθύπαρκτες. Τελικά δε καταφέρνει να συμπεριλάβει τον άνθρωπο. Το βάθος και το αίνιγμα του “κακού” δε περιγράφεται μόνο συστημικά. Το γιατί δε μπορούμε να έχουμε έναν δίκαιο κόσμο δεν έχει ούτε και θα απαντηθεί με την περιγραφή των μηχανισμών της κοινωνίας. Το βάθος του “κακού” και του εσφαλμένου δεν έχει τέλος. Είμαστε όλοι χρεώστες κάπου. Και οι Ποιητές και οι Συνδικαλιστές οφείλουν στο αίνιγμα της ζωής λίγη προσοχή, λίγη σεμνότητα. Κι αυτό δε θα τελειώσει ποτέ και με κανένα σύστημα.

Baby baby baby

Je veux des plans sur la commode
Je veux Tellier sur mon iPod
Je veux l’amex black de ta mère
Je veux la voiture de ton père

Je veux sortir avec tes potes
Je mettrai ma plus belle culotte
Je veux une session un peu hot
Je veux bien que tu regardes mais pas que tu pelotes

Baby baby baby

Je veux être dans le top de justice
La main gaspard sur ma cuisse
Je veux compter même sans les doigts
Je veux les tiens au bon endroit

Je veux pas prendre les escaliers
Tiens c’est parfait tu vas me porter
Je veux que moi sur les photos
Et je veux poser pour St-Lau

Je veux des enfants surdoués
Et je veux que mon chien soit diplôme
Je veux ta téte sur un plateau
Je veux la mienne chez Denisot

Baby baby baby

Je veux pas de cake je veux de la coke
Je veux pas de Kate je veux Ethan Hawk
Je veux sauter d’une grand échelle
Toi tu te démerdes pour l’arc en ciel

Je veux des glaces choco vanille
Je veux tes boules a la myrtille
Je veux danser comme Vanessa
Je veux voir son mec a Ibiza

Je veux dormir quand tu te réveilles
Et je veux le même t-shirt que Yelle
Je veux rentrer dans tout mes jeans
Et je veux que tu me rinces avec ta prime

Je veux des glaçons dans mon verre
Faire une soufflette a ta grand-mère
J’ai vu ton ex tu sais la sotte
Dis lui que j’ai retrouve ses bottes

Je veux pas de noyau dans ma cerise
Je veux que tu redresses la tour de Pise
Je veux jouir dans une 2 chevaux
Et je vais le faire derrière ton dos

Μια αγγλική μετάφραση με hyperlinks(!) εδώ

Και το BONUS!!! Μια ακόμα πιο χυδαία εκδοχή! Για την προώθηση ενός Βίντεο παιχνιδιού…
Ο Βόθρος δεν έχει όρια! Και το λέω αυτό χωρίς υποκριτικές καταδίκες. Τα βλέπω όλα αυτά και παράλληλα με την όποια κριτική απόσταση μου φαίνονται πιο εύστοχα και ειλικρινή και επικίνδυνα από πολλές φιλανθρωπικές ψευτιές που κυκλοφορούν!
Όλα αυτά δείχνουν πως η κριτική έχει φτάσει στα όρια της και πρέπει να κάνουμε στην ζωή μας πράξη τα όσα αναζητούμε. Χαίρετε!

Πρέπει να κοιτάς εκεί που θέλεις να πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς“.

(ποιός το είπε αυτό αλήθεια; )

 

Ήθελα και πολύ το σκεφτόμουν να ανεβάσω αυτές τις εικόνες. Εξ’ άλλου είναι τόσο φωτεινή και όμορφη η σημερινή ημέρα, είναι τόσο γλυκό αυτό το Σάββατο που ντρέπεται κανείς να προπαγανδίζει σκοτάδια.
Έτσι αν και αυτή την περίοδο επιθυμώ την σιωπή αποφάσισα να κάνω ένα σχόλιο.

Το τραγούδι μιλά για διαφορετικά πράγματα από το βίντεο. Το βίντεο έχει μια αφήγηση αρκετά ελεύθερη, με επάλληλα στρώματα αφήγησης που θέτουν διαφορετικά θέματα κι αυτά όχι απαραιτήτως ομόκεντρα. Η δύναμη των εικόνων είναι αποστομωτική. Είναι ένα σκοτεινό τραγούδι για το ψέμα, ένα όνειρο βγαλμένο από το σκοτεινό μυστήριο των ανθρώπινων προσώπων και την απειλή των κρυφών προθέσεων, που βρίσκονται παντού.

Η ορμή του μπορεί να ενεργοποιεί,  να δίνει τελικά φόρα για άλλα πράγματα. Κι αυτό παρά το αυτάρεσκο τέλος που αποτελεί κλασσικό δείγμα του σύγχρονου χιούμορ. Του χιούμορ που εορτάζει πολύ εύκολα το αδιέξοδο.
Όμως επιμένω πως κάτι μου λείπει. . Όλο αυτό το παιχνίδι με τις σκιές θεωρεί δεδομένη την επιθυμία για φως. Και δεν ασχολείται μαζί του.
Κακώς.
Διότι είναι πολλοί αυτοί που το έχουν χάσει από τα μάτια τους εδώ και καιρό.

Αν μπορούμε να καθρεφτιστούμε μόνο στο σκοτάδι είναι γιατί το’ χουμε διαλέξει. Μας δίνει ασφάλεια.
Είσαι στο απυρόβλητο όταν αποκλειστικά κατεδαφίζεις. Δε σφάλεις όταν αρνείσαι, όταν μιλάς το ψέμα που έχει καταπιεί τα πάντα. Δε σφάλεις όταν αδειάζεις λίγο ακόμα την χωματερή των ανθρώπινων μυαλών. Κι όμως όλο την αδειάζουμε και όλο πιο μπουκωμένη μοιάζει. Οι ντομάτες που πετάξαμε στους υποκριτές είναι ακόμα εκεί και σαπίζουν, και η δυσοσμία τους μπορεί να είναι ακόμα χειρότερη. Καλύπτει και αφανίζει όποιο ελάχιστο άνθος πάει να φυτρώσει, εξαφανίζει κάθε άλλη μυρωδιά αυτού του κόσμου.
Μοιάζει να μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για την αδικία του κόσμου, για το κακό τίποτα. Ακόμα και την αγάπη την έχουμε κάνει φλυαρία και φαντασία, συναίσθημα και ενοχές, εμπειρίες και άγχος. Πως έγιναν αυτά όλα; Δε με νοιάζει ποιος φταίει. Αν αρχίσω την διαδικασία της αφαίρεσης, της απογύμνωσης, θα αφαιρέσω και την γοητεία του σκοταδιού, καθώς και την απολαυστική αυτοδικαίωση της καταγγελίας. Μπορούμε να κοιτάμε γύρω και να μας θρέφουν όλα, μπορούμε την ορμή τους να την μεταβάλουμε ελάχιστα για να την πάμε κάπου αλλού.

Η απόλαυση της δυσοσμίας στο όνομα της δικαιοσύνης και της ουτοπίας, ο αυτοκαταστροφικός ναρκισσισμός που αναφέρει ο Curt Cobain στο τελευταίο του γράμμα και η κοπρολαγνεία της ευφυούς τέχνης δε διαφέρουν πολύ από εκείνη των τηλεοράσεων. Ας μιλήσουμε για ένα άλλο τίποτα, ακόμα περισσότερο τιποτένιο, ακόμα πιο ελαφρύ, πιο μακρινό, σιγανό. Η χυδαιότητα του κυνικού ξερόλα πάει χέρι με χέρι με τους νευρωτικούς ευτυχισμένους που καταδικάζει.

Κάθομαι πίσω στην καρέκλα μου, θυμάμαι και παίρνω μιαν ανάσα. Όταν φύγει όλο αυτό το σφίξιμο, τι θα μείνει;

Τα ζάρια (που δεν παίζει ο Θεός κατά τον Αινστάιν) φτιάχνουν τις εικόνες του κόσμου και εμάς. Σωματίδια στοιχειώδη σε συνδυασμούς. Η ύλη του κόσμου μπορεί να αθροιστεί όλη μαζί σ’ ένα ξέφρενο ερώτημα, επιφανειακά ψύχραιμο κι αμίλητο.
Ακόμα και στην πιο ανόητη και βαρετή εικόνα του κόσμου κάτι απίθανο επιμένει, κάτι ανεξήγητο και ρευστό. Ναι. Μ’ένα κουβά ζάρια φτιάχνεται ένας κόσμος άπειρος.

Υπάρχει ο ενθουσιασμός
από τη μια για την γεωμετρία και τους αριθμούς που φτιάχνουν κόσμους ολόκληρους
και απ’ την άλλη για την αίσθηση πως τα πράγματα είναι απερίγραπτα, πιο μεγάλα από τον εαυτό τους.
Τα πράγματα είναι πάντοτε ξένα. Αντιφατικά. Ταιριάζει να μένουμε σιωπηλοί μπροστά τους. Όπως ταιριάζει να παίζουμε μαζί τους. Η αίσθηση αυτή, αυτό το ξένο, μας αποτρέπει να ταυτιστούμε μ’ όσα λέγονται και φαίνονται. Κάθε λέξη κάθε κόκκος ρυζιού μοιάζει ακατανόητος. Η αίσθηση αυτή παίρνει πολλές γεύσεις, μοιάζει με μοναξιά ή με ελευθερία ή ακόμα και βλακεία όταν κάτι ελάχιστο επιμένεις να το ρωτάς για την ουσία του…

Κι ενώ το ζητάμε με λύσσα το νόημα των πραγμάτων, αυτό μας απειλεί. Η ανάγκη για νόημα μας κατατρώει, όσο και η αβάσταχτη τυχαιότητα της ζωής, που μας κάνει ασήμαντους. Η αλυσίδες των γεγονότων που οδηγούν; αποχτούν νόημα από τα αποτελέσματα τους; Και ποιό είναι το σημείο που μπορούμε να σταματήσουμε να κάνουμε τον απολογισμό; Ποιό είναι το πλέον ακραίο αποτέλεσμα; Ο θάνατος; Είναι το τέλος αυτό;

Κι εδώ θέλω να σταματήσω αλλά δε μπορώ.

Χρειαζόμαι, μάλλον, ένα τραγούδι. Για την ελευθερία από το νόημα. Ένα τραγούδι που δε θα ‘ναι μηδενιστικό αλλά θα είναι και μηδενιστικό. Ένα Ναι, μια Ναιότητα διαφορετική..  “_”     Θα ακούσω το τραγούδι που υπέρκειται σα να είναι κομμάτι της δικής μου ζωής.

________

Έχω περπατήσει στους δρόμους έχω δει τοίχους να πέφτουν και έχω σκουπιστεί με χαρτοπετσέτες, έχω αγαπήσει ανθρώπους που δεν είδα ποτέ, έχω πιει κόκα κόλα, έχω πέσει με το ποδήλατο, με την μηχανή, με το αυτοκίνητο, έχω ένα ταξίδι στο μυαλό που γελά με τα ταξίδια, έχω έναν φόβο δίχως όνομα που με τρώει, έχω πράγματα ξεχασμένα παντού και τραγουδώ όταν πλένω τα πιάτα, έχω περάσει μέρες και μέρες αμίλητος, έχω διασχίσει έντρομος σκοτεινούς διαδρόμους πολυκατοικίας φωνάζοντας την μαμά μου για να πάρω κουράγιο, έχω τρέξει σε στενά για να μη με μαχαιρώσουν κι έχω χάσει αεροπλάνο, έχω φάει πολλά αμυγδαλωτά σήμερα, έχω μπλούζες που δε μου κάνουν, έχω χάσει πολλά κλειδιά, έχω γελάσει σε σημεία που κανείς άλλος δε γελά σε θέατρα και σινεμά και βιβλία, έχω μια φίλη από την Ιαπωνία που ζει στον Καναδά και δεν έχω μιλήσει μαζί της εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, έχω το τηλέφωνο δίπλα και έχω δει αυτό το βίντεο, έχω τηλέφωνα να πάρω και έχω αναβάλει ότι μπορώ να αναβάλω αρκετές φορές, έχω ψάξει αυτά που δεν έχασα ποτέ και δε χρειάζομαι, σε κανέναν.
Σας εύχομαι μια φωνή που να σας ξεπερνά, να ανακαλύπτεται με έκπληξη στα λόγια σας τον κόσμο. Σας εύχομαι να πηγαίνετε χωρίς προσπάθεια στην χαρά. Σας εύχομαι να ξυπνάτε μέσα στην νύχτα και να βρίσκεστε μέσα στην ησυχία κι αυτή η ησυχία να μη σας βλάπτει, να σας δυναμώνει.

________

οι δυό αυτοί τύποι στη wikipedia
Οι στίχοι ακολουθούν:
Read the rest of this entry »


Το κλιπ του τραγουδιού ‘Hibi no Neiro’ (Tone of everyday)(Ο ρυθμός της κάθε μέρας). Γυρίστηκε με webcams από τους Φαν του συγκροτήματος ανά τον κόσμο. Η αφέλεια του είναι αποφασιστική και ξεκάθαρη, ως εκ τούτου κάπως ακαταμάχητη.. Η απλότητα των εφφέ είναι αφοπλιστική όπως και η αποτελεσματικότητα τους. Με πολύ απλά μέσα ομολογουμένως.
Έψαχνα αυτό το βίντεο από το πρωί. Σήμερα (και για λίγα λεπτά ακόμα) είναι η γιορτή μου και κάθε χρόνο είναι παράξενο να σε θυμούνται οι άνθρωποι.. Νομίζω πως αυτές οι εικόνες λένε κάτι σχετικό. Όλοι σου εύχονται να είσαι καλά, να έχεις όσα ποθείς, να είσαι ευτυχής και υγιής κ.τ.ο. Το ίδιο εύχομαι κι εγώ λοιπόν για όλους και για όλα. Αν υπάρχει κάτι καλύτερο από κάτι άλλο, αν υπάρχει κάτι πιο θετικό από τα άλλα αυτό εύχομαι σε εσάς και σε όλους και σε όλα. Ελπίζω να σας μίλησε και εσάς για το πόση χαρά μπορεί να υπάρξει στην συνάντηση και την συνεργασία μεταξύ ανθρώπων. Read the rest of this entry »

(Δευτερη Σημείωση.. για λόγους που δε μας αφορούν το βίντεο αυτό δε μπορεί να παίξει πλέον!
Κατά καιρούς το αποκαθιστώ αλλά ξανασταματά. Νομίζω πως δε μπορούμε να το δούμε στην “δική μας χώρα”… Οπότε ΙΣΩΣ μπορείτε να το δείτε στο YOUTUBE… κάτι τέτοιες στιγμές οι τίτλοι των τραγουδιών σε βγάζουν από τον κόπο… άλλα οκ.. να μαστε καλά 😉 )


(Σ.Σ. Με αυτό το βίντεο γέλασα)

Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων στην περιοχή του κέντρου έχουν ταράξει πολλούς από μας. Θα τάραζαν περισσότερους αν ξέραν τι συμβαίνει στους γύρω δρόμους την ώρα που γράφω. Κάποιοι κυνηγούν με λοστούς και μαχαίρια “ξένους”.. Η ρητορική του μίσους έχει ψηλώσει πολύ και μαγειρεύει ανοησία μίσος και θάνατο. Η ζωή δεν αξίζει έτσι..
Δε συνηθίζω να γράφω αναρτήσεις με πολύ επίκαιρες αναφορές αλλά νομίζω πως η κατάσταση στην οποία αναφέρομαι δεν έχει τίποτα καινούριο, δεν είναι κάτι ειδικό η δίψα για αυτοκαταστροφή. Ότι γράφω απόψε θα έχει ισχύ και αύριο..

Ο Λάο Τσε λέει στην αρχή του Τάο τε Κίνγκ “ο οπαδός του σκληρού είναι οπαδός του θανάτου”…
Ο κύκλος της βίας είναι μια ακόμα “μηχανή”. Ένα ακόμα λογικό σχήμα που δε χωρά τον άνθρωπο. Τόσο λογικό που γίνεται παράλογο.

Είναι πολλοί αυτοί που διαλέγουν τέτοιους μικρόψυχους τρόπους, κακία ντυμένη ιδέες και ασυνείδητα αδούλευτα πάθη.
Είμαι λοιπόν αρκετά οργισμένος κι εγώ αλλά δε θέλω να ενδώσω σ’ αυτό.
Σε λίγο θα έχει τελειώσει αυτή η κωμωδία, για να ξαναρχίσει αργότερα. Μέχρι τότε έχω την ελπίδα να δω τον ήλιο να σηκώνεται, να ανακαλύψω τον εαυτό μου να αγαπά κάτι, οτιδήποτε, να δεχτώ όσα αντέχω να δεχτώ κι αν είναι δυνατό να μείνω μέσα στην κραυγαλέα σιωπή αλύγιστος. Στην τελική δεν έχει νόημα που τα γράφω όλα αυτά. Γι’ αυτό και τα γράφω.

Θυμάμαι τον Γιάννη Τσαρούχη όταν μιλούσε πικραμένα για την κοινωνία που διαλέγει την μοίρα της και την κατάντια της.. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να αυτοκαταργηθεί; Αν ο πλανήτης πάρει τελικά αυτή την απόφαση; Δεν είμαστε μακριά..

Τι πρέπει να κάνει ο κάθε εγώ σε τέτοιες συγκυρίες;
Δεν υπάρχει γενική απάντηση. Έτρεξα στους δρόμους και τώρα επιστρέφω στο εργαστήριο. Είναι απαραίτητο. Ο καιρός περνά και δεν έχω διαυγή νου. Δε βλέπω την “ερώτηση”. Τρέχω πίσω από τις μέρες. Μου συμβαίνει όλο και πιο σπάνια ο βαθύς φιλοσοφικός πόνος. Δε τυφλώνομαι από τίποτα. Κάτι δε πάει καλά λοιπόν. Χάνω από τα μάτια μου το γλυκό τεράστιο αδιέξοδο της αγάπης. Αυτά δηλαδή για τα οποία μας χλευάζουν οι κυνικοί και οι δυνατοί. Από όλους έχουμε πολλούς…

Τι πρέπει να κάνει ο κάθε εγώ σε τέτοιες συγκυρίες;
Να κάνει και λίγο χιούμορ ίσως; Έστω πικρό;

Τα “λόγια” του τραγουδιού ακολουθούν:
Read the rest of this entry »

Η πρώτη φορά. Η τελευταία φορά. Πράγματα που, όταν τα ζεις, δε μπορείς να εκτιμήσεις την πραγματική τους διάσταση.

Παίζοντας με την άγνοια γεννιούνται οι ιστορίες. Όταν ήμασταν μικροί δε γνωρίζαμε. Μεταξύ άλλων τις λέξεις, τις οποίες και μαντεύαμε από τον ήχο τους. Δε ξέραμε τι συμβαίνει πίσω από πόρτες, κάγκελα, τοίχους.
Η φαντασία ερχόταν και έρχεται, μαζί με την απορία για να καλύπτει τα κενά. Η φαντασία μοιάζει ποιο πραγματική από ένα σκέτο ερωτηματικό.

Ένα ποίημα ακόμα, από τους ποιητές που δίνει ο Αγγλοσαξονικός κόσμος και συνδέονται άμεσα και με ελαφρότητα με την ζωή . Κι αυτό δίχως να είναι σαχλοί ή πεζολόγοι. Μιαν αίσθηση που δε βρίσκουμε εύκολα στην σύγχρονη Νεοελληνική Ποίηση. Κάποιοι υποστηρίζουν πως δεν το επιτρέπει η Ελληνική Γλώσσα.. έτσι νομίζουν, έχει ειπωθεί με κάποια ζήλια για τους αγγλοσάξονες πως έχουν μια γλώσσα κοφτερή και άμεση, ικανή να λέει τα πράγματα γυμνά με φυσικότητα, μια γλώσσα ξεκούραστη. Μια γλώσσα δίχως φορτία περιττά από την ιστορία της, που δε στάζει συναίσθημα και “ποιητικότητα” σε κάθε φθόγγο.
Λοιπόν, αυτά ακούγονται πολύ λάθος στα αυτιά τα δικά μου και πολλών άλλων που ζουν την γλώσσα τους.
Μια γλώσσα είναι μεν αλλά γίνεται, δε. Μη σταματάμε εκεί που θα έπρεπε να ξεκινήσουμε..
Το αίτημα για μια γλώσσα ακριβή, καθαρή, απλή, άμεση, που ελευθερώνει είναι η μεγάλη μας ευκαιρία. Η ανάγκη για μια γλώσσα που ανοίγει αντί να βαραίνει και να βυθίζει, είναι μια από τις πιο ωραίες περιπέτειες που μπορούμε να ελπίσουμε. Σήμερα. Να βρούμε μια γλώσσα καθαρή απλή άμεση με χιούμορ που δε κραυγάζει και δε πνίγει το γνήσιο αίσθημα της ζωής μας που χάνεται και κάτι αφήνει που κι αυτό χάνεται και συνεχίζει ο κύκλος με άγνωστες μορφές και αιτίες και όσα μας έχουν συμβεί είναι εδώ βασανιστικά αόρατα ξεχασμένες κλωστές που μας κινούν και μας κρατούν και μας δίνουν να καταλάβουμε δίχως να το ξέρουμε, τους άλλους, εμάς, τον καιρό.

το site του Ποιητή από κάτω:
http://www.rogermcgough.org.uk/

Το πρωτότυπο ποίημα ακολουθεί..
Read the rest of this entry »