You are currently browsing the tag archive for the ‘Τέχνη;’ tag.

Είδα προ καιρού αυτό το βίντεο και στάθηκα. Δεν ήξερα γιατί. Κατάλαβα όταν τελικά άρχισα να γράφω.

α) Jacques Tati 
O Jacques Tati είναι ο παιδικός ήρωας που δεν είχα. Ο ευγενέστερος των άτσαλων ποιητών, ο βέλτιστος των καπνιστών πίπας, ο αστειότερος των σοβαρών ανθρώπων. Τον βλέπω. Απελευθερωτής του “Λόγου” από τις λέξεις. Mόνος. Κανένας άλλος δεν φόρεσε καπαρντίνα μετά από αυτόν και κανείς δεν έκανε καλύτερα ποδήλατο. Φιλοσοφεί απευθυνόμενος σε ολόκληρο τον άνθρωπο, λέγοντας ιστορίες. Είναι ο ντροπαλός φιλόσοφος. Είναι αυτός που αποκάλυψε τις κάλτσες του. Ηττημένος χωρίς να το επιδιώξει. Έντιμος μέχρι σπαραγμού. Ο Jacques Tati. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε κινηματογραφικές ταινίες.

Τα πράγματα στις ταινίες του είναι ολόκληρα κι έτσι μοναδικά. Όλα είναι ευρύχωρα, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, οι ιστορίες, οι τόποι που συνθέτει. Ακόμα κι όταν όλα καταστρέφονται υπάρχει χρόνος. Όλοι έχουν μια θέση, γελοίοι, μισοί, επηρμένοι, ικανοί κι ανίκανοι, νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει χώρος και για τους ασήμαντους και για τους κακούς. Και για τα ζώα και για τα πράγματα. Όλα έχουν φωνή. Η ερμηνεία του έχει, επίσης, μια αισθηματική και διανοητική ετοιμότητα που δεν γίνεται εξυπνάδα ή συναισθηματική εκτόνωση, μόνον χρησιμεύει για να κατανοήσει την ζωή των άλλων και την δική του. Όλα αυτά με μια λεπτή και αδιάλειπτη αποστασιοποίηση. Βλέπει από μακριά την Ιστορία σαν κίνηση παράφορη που ενώνει χωρίς να ομογενοποιεί.

Η σπαρακτική έλλειψη νοήματος στην ζωή και την Ιστορία δεν παραβλέπεται. Ούτε γίνεται βία κι απόγνωση. Αντιθέτως γίνεται γνώση, δηλαδή κατανόηση, δηλαδή άρνηση της “κατηγορίας”, δηλαδή άρνηση κάθε σχήματος που εξηγεί με απλουστευτικούς όρους, τα πράγματα, τα γεγονότα, τις ζωές. Ασκεί κριτική, δείχνει ανθρώπους, φορείς, και της αδικίας και της καταστροφικής ανοησίας αλλά ποτέ δεν κλείνει το κάδρο γύρω τους, δεν επικεντρώνει σε αυτούς, είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την Ιστορία, της ταινίας και του κόσμου. Το κακό μένει ανεξήγητο. Δεν υπάρχουν “φταίχτες” στους κόσμους που κατασκευάζει. Ναι, υπάρχει διάκριση στο έργο αυτού του ανθρώπου που δεν αποκλείει την καταστροφή και την αποτυχία. Υπάρχει αγάπη για την γη, ουράνια, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από χώμα.

Ο Jacques Tati, όμως, είναι η αφορμή, άλλο είναι το θέμα μας…

β) Η Μπάλα-Ο Τερματοφύλακας-Το Τέρμα
Λοιπόν; Τι είναι μια μπάλα; Η Μπάλα δεν είναι ένα πράγμα. Η μπάλα είναι η ελάχιστη μορφή. Ένα “διογκωμένο” σημείο. Η μπάλα είναι ένας χώρος κλεισμένος στον εαυτό του, μια ταυτολογία, μια κατασκευή χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς γωνίες, χωρίς σχήμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην μπάλα βρίσκεται ένα κομμάτι σκοταδιού. Και το σκοτάδι αυτό μένει πάντοτε ακίνητο. Όσο κι αν η μπάλα μετακινείται.

Γύρω της τοποθετούμαστε. Άλλος κοντά, άλλος μακριά, άλλος αμυντικά άλλος επιθετικά. Άλλος με πεποίθηση, άλλος ξέπνοα. Είμαστε παίκτες, θεατές, οπαδοί ή τελείως αδιάφοροι. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων και τα κενά που εμφανίζει, ορίζει αυτό που ονομάζουμε “χώρο”.

Η μπάλα παραμένει χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή αόριστη κι έτσι μπορεί να γίνει τόπος προβολής κάθε επιθυμίας. Μ’αυτόν τον τρόπο επιτρέπει ενώ διαφέρουμε να επιθυμούμε κάτι μαζί. Η μπάλα με την απολύτως συγκεκριμένη αοριστία της μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε, να συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Ο άνθρωπος χτίζεται και αντλεί την ζωή του από την επιθυμία δηλαδή από την ατέλεια, την απουσία και την έλλειψη. Η ανακάλυψη του “τραγικού” είναι ακριβώς συντονισμένη με αυτήν την γνώση και περιέχει τον θρήνο του ανθρώπινου απέναντι στο ανέφικτο, του καλού του ωραίου και του αληθινού. Είναι σκληρό αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος παρεκτός αν το αντικείμενο των επιθυμιών του παραμένει απών ή έστω έρχεται και φεύγει συνέχεια σε συχνότητα τέτοια που αν το δει κανείς από μακριά να μοιάζει πως και είναι εδώ και δεν είναι. Αυτός είναι ο ρυθμός όλων των πραγμάτων, της ύλης και της ενέργειας. Αυτόν τον ρυθμό εκδηλώνει η κυκλική εναλλαγή των εποχών, των καθημερινών γευμάτων και η παλινδρομική διείσδυση της σεξουαλικής πράξης όπως επίσης σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο ερχομό αναφέρεται η σπαρακτική και τρυφερή, σχεδόν αστεία, Πορεία προς Εμμαούς.

Κάποιες φορές αυτό το βάσανο μας εξωθεί σε εύκολες λύσεις και αφηνόμαστε σε μια φτωχή εκδοχή της απουσίας ή της παρουσίας, χωρίς αίνιγμα.
Οι επιπτώσεις είναι δεινές και πολλαπλές. Για παράδειγμα τότε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του πνεύματος και του γράμματος του νόμου και κυριαρχεί η απώθηση, η σκληρότητα και η τυφλότητα. Τότε αφανίζεται η ανάγκη και η δυνατότητα για ερμηνεία και αγκαλιάζουμε το “sola scriptura” που θαρραλέα πλην απελπισμένα πρότεινε ο προτεσταντικός κόσμος. Τότε τα πράγματα είναι επίπεδα, οι άνθρωποι είτε καλοί είτε κακοί και η γλώσσα νεκρή επειδή είναι παντοδύναμη. Τότε ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός απλώνεται γύρω μας επαιρόμενος για το θάρρος του. Τότε τα πράγματα δεν οδηγούν πουθενά, αλλού, δε μας αποκαλύπτουν μόνο μας καθρεφτίζουν. Τότε είμαστε φυλακισμένοι στα φαινόμενα.
Τότε, χαρακτηριστικά, ζητάμε μια λύση αμέσως στα προβλήματα μας ενώ δεν τα έχουμε κατανοήσει. Η κατανόηση όμως απαιτεί χρόνο και από μας κι από τα πράγματα, δεν έρχεται όσο κι αν πεισμώνουμε, ακόμα κι αν πεθαίνουμε θα απαιτήσει χρόνους που πιθανώς μας ξεπερνούν.

Θέλουμε να ελευθερωθούμε από την βάσανο της ερώτησης, του πόθου, της υπομονής απέναντι στο ανέφικτο της Ιστορίας. Πως μπορεί αυτό το σχήμα να μείνει ανοικτό; Αντιφατικό και περιεκτικό; Η μπάλα είναι ένας τρόπος να εντοπίσουμε το κενό, την έλλειψη, την απορία. Κάτι που μοιάζει επαρκώς με το τίποτα ώστε να μπορεί να αποκαλύψει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία. Στην παρούσα απουσία καθρεπτίζεται και ενεργοποιείται η επιθυμία κι όπως κινείται αρχίζει να “υπάρχει” και να οργανώνεται. Γι’ αυτό το θαύμα μιλούν όσοι γεύτηκαν την επήρεια της γραφής που μοιάζει να μιλά πέρα από αυτόν που γράφει. Γι’ αυτό όταν κινούμαστε να μιλήσουμε σε κάποιον άλλο, συχνά δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα πούμε και μιλώντας φωτιζόμαστε και μας ακούμε κι ο Λόγος μας συντάσσεται και αποκτά δομές, ουσία γεωμετρίες σχέσεις.
Ο πόθος του εραστή, το ερώτημα του στοχαστή, η προσευχή του ασκητή και η λαχτάρα του καταναλωτή, όλα, κινούνται προς το σημείο μιας εντοπισμένης έλλειψης. Μιας έλλειψης που έχουμε ονομάσει. Έτσι, γύρω από την έλλειψη και το κενό, χτίζονται όλα τα πράγματα.

Η μπάλα, λοιπόν, δεν μαγεύει αδίκως τα πλήθη. Η σημασία της βαθαίνει και η γοητεία της εντείνεται από το γεγονός πως αυτήν τη λειτουργία την επιτελούν κι άλλες έννοιες, λέξεις, αντικείμενα, αξίες, σύμβολα. Αυτά βρίσκονται παντού και συνθέτουν την κοινότητα μας επειδή ακριβώς μένουν ανοικτά και ενδεχόμενα, σαν καθρέφτες, σε αναμονή του νοήματος που θα τους δώσουμε. Η μπάλα όμως είναι παιχνίδι.
Είναι περιορισμένη σε έναν χώρο κι έτσι δεν κινδυνεύει κανένας και τίποτα από την ασάφεια της. Μπορεί να παραμείνει σε μια περιοχή όπου οι ηθικές κατηγορίες δεν επαρκούν, κι εμείς να την κυνηγάμε. Χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε πως τρέχουμε τον πιο σοβαρό αγώνα της ζωής μας. Όπως όταν παίζουμε “πόλεμο” μικροί, δίχως να πεθαίνουμε. Γι’αυτό καθησυχάζει και παρηγορεί. Έτσι θεραπεύει και καλλιεργεί, την επιθυμία. Ακόμα κι αν όλα χαθούν δεν έχουμε ανάγκη τίποτα για να έχουμε κάτι.

Κι ο τερματοφύλακας;

Περιμένει. Μόνος. Το ερχόμενο. Εξαγριωμένος από την αναμονή, δέσμιος της αγωνίας, του αγώνα δηλαδή που έγινε κατάσταση του πνεύματος. Η “ζωή” είναι αλλού. Κάθεται και την βλέπει, μακριά από τις γιορτές και τις μάχες, έξω από τις ακολουθίες των γεγονότων, τις πάσες, τις ανταλλαγές, τις συζητήσεις.
Αυτός είναι ο φύλακας. Παραστέκει το αμετάκλητο. Μόνον αυτό αποτελεί ευθύνη του. Όλα τα άλλα θα ξεχαστούν. Τα γκολ θα μείνουν. Ο Τερματοφύλακας έχει το βλέμμα του στραμμένο στην Ιστορία. Στην ποδοσφαιρική αιωνιότητα. Στην πιο απόλυτη πραγματικότητα. Σε αυτό που κρίνει τον αγώνα. Στην τελική κρίση. Δηλαδή αυτός μόνον ασχολείται με την Κρίση καταπρόσωπο, αυτός που πενθεί την αχρηστία του και βαριέται πλάι στην πύλη του Τέρματος, ενώ οι γιορτές και οι μάχες μαίνονται και ανάβουν φωτίζοντας τα πλήθη και τα παιχνίδια της Ιστορίας.
Βρίσκεται μακριά από τους θριάμβους, όσο πιο μακριά γίνεται από τις νικηφόρες στιγμές, αγκαλιασμένος με την ήττα. Μόνον την ήττα πραγματεύεται. Γιατί δεν κυνηγά κι αυτός τα γκολ; Είναι αδικημένος; Έχει κατάθλιψη; Δεν είναι ελεύθερος; Μήπως αυτός είναι ελεύθερος; Γιατί “παίζει” έτσι; Δε θα δημιουργήσει ποτέ κάτι. Δεν θα δώσει ποτέ μια “Νίκη”. Μόνον θα αποτρέπει ήττες.
Αυτός που δίνει νόημα σε όσα καινούρια έρχονται επειδή τους αντιστέκεται. Αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση των γκολ. Αυτός. Είναι εχθρός τους; Και γιατί έχει το δικαίωμα να αγγίξει, με τα χέρια του, την μπάλα; Και γιατί επιμένει σε ένα σημείο όταν όλοι ποθούν ταξίδια κι αποδράσεις; Τον ενδιαφέρει ο Τόπος αλήθεια; Γιατί ζει, τον αγώνα, με το βλέμμα; Αντί να τρέχει, να ιδρώνει, να χαίρεται όλη αυτήν την σωματικότητα; Γιατί δεν καταναλώνει τις διαδρομές να μη βαριέται; Τον δένει κάτι; Το διάλεξε ο ίδιος; Καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι; Και πόσο ανόητος;

Ο Τερματοφύλακας παραστέκει, και είναι, το τέλος και η αρχή κάθε διαδρομής. Είναι πολύ κοντά στο τέλος και η αγωνία του έχει κάτι από την αγωνία του τέλους. Του τέλους της ζωής, της αλήθειας, του αμετάκλητου. Ο άνθρωπος του Τέλους, ο Τελευταίος. Εκεί ορίζονται τα πράγματα κι εκεί συντρίβονται. Στο Τέρμα.
Όμως για κάτσε…
Το Τέρμα; Τι είναι το Τέρμα;

Αφού είναι τόσο σημαντικό γιατί του έχει γυρίσει την πλάτη; Αυτό το τέρμα γιατί το φυλάει αλήθεια; Δεν είναι όμορφο, δεν έχει κάτι πολύτιμο ή ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα! Αν τον άφηναν μαζί με το Τέρμα, αφού τόσο το αγαπάει, τι θα έκανε; Το Τέρμα πρέπει μάλλον να μείνει κενό. Πρέπει να υπάρχει πάντα κενό κάπου, δηλαδή μια ερώτηση, δηλαδή η επιθυμία, δηλαδή κάτι αφόρητο, αποτρόπαιο, αιώνιο. Κάτι που συντρίβει και ο αγώνας να το αποκτήσεις σε βοηθά όσο τίποτα να το ξεχάσεις, να πάρεις μιαν ανάσα.
Κι αυτό το κενό κοστίζει. Μέρες και νύχτες. Αβέβαιες διαδρομές και μεγάλες σιωπές. Απέναντι σε όσους θέλουν επειγόντως απαντήσεις. Τεράστια μοναξιά.

Το Τέρμα είναι φτιαχτό. Είναι μια κατασκευή. Κι αυτό δεν το καθιστά ψέμα. Οι κατασκευές είναι συνθέσεις των πραγμάτων που επειδή δεν μπορούμε να τα ακυρώσουμε τα λέμε αλήθειες. Μόνο μια κατασκευή μπορεί να στεγάσει του κόσμου τις ετερόκλητες αλήθειες που ποθούμε, που είμαστε, που θεριεύουν αν τις αγνοήσουμε, που σβήνουν όταν γίνονται απόλυτες. Τις αλήθειες που αναγνωρίζουμε και δεν ενώνονται αυτόματα, όπως η δικαιοσύνη με την συγχώρεση και την καλοσύνη, το Παρόν με το Παρελθόν και το Μέλλον, η προσωπική ζωή με αυτήν του συνόλου, η αναγνώριση του Ιερού μαζί με την ανάγκη για το ανούσιο, η δίψα για την τελειότητα μαζί με την ανεπάρκεια την δική μας και του κόσμου, η ασυνέχεια των πραγμάτων με την συνέχεια και την ροή, η απαραίτητη μνήμη του θανάτου με την απαραίτητη λήθη του, η δίψα για το παρόν με την νοσταλγία για όσα βρίσκονται έξω από τον χρόνο… και τόσα άλλα. Πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Πολιτισμό, πράγματα κατά μίαν έννοια “αφύσικα” που ενώνονται στον ίδιο τον άνθρωπο, ενεργά και ενσυνείδητα. Μόνο μια κατασκευή μπορεί, να δημιουργήσει τις αντιφάσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε.

Και τι αλήθεια δεν είναι κατασκευή; Οι ερωτικές ιστορίες; Τα κράτη; Οι ιδεολογίες; Τα έθνη; Οι αξίες; Η έννοια π.χ. της ανθρωπότητας; Ή οι θρησκείες; Στο μέτρο που είναι κατασκευές είναι αφ’ ενός σημάδια της ανθρώπινης ελευθερίας, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις όσων στοιχειώνουν το ανθρώπινο, το ξεπερνούν, το διαπερνούν. Εν τέλει μια κατασκευή είναι τόπος φανέρωσης πραγμάτων που εκδηλώνονται στην ζωή και στο σώμα μας χωρίς να είναι δικά μας, είναι φωνές που μας ξεπερνούν, πράγματα πέρα από εμάς που εκκρεμούν.

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο τέρμα. Διότι και το τέρμα επιδιώκει να εκφράσει κάτι που καμία διατύπωση δεν εξαντλεί. Προσπαθεί να απεικονίσει το αόρατο. Είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό με την μπάλα. Είναι ελεύθερο από τον εαυτό του, από κάθε αναπαράσταση του εαυτού του. Είναι το όριο, το τέρμα, το Τέλος, και είναι αποτρόπαιο. Γι’αυτό το στήνουμε, για να ελαφρώσουμε τον τρόμο που προκαλεί και να παίξουμε μαζί του. Γι’αυτό ο Τερματοφύλακας μπορεί και δεν το κοιτά ποτέ. Του έχει γυρισμένη την πλάτη. Μπαίνει αδιάφορα μέσα. Ξαναβγαίνει. Είναι εκεί και δεν είναι.

γ) Οι αμίλητοι
Τις μέρες αυτές είναι πολλοί αυτοί που μένουν αμίλητοι. Τώρα που η αίσθηση του επείγοντος κυριαρχεί. Σε μια κρίση ευνοούνται όσοι έχουν απλουστευτικές, ισχυρές θέσεις που βρίσκουν “ποιος φταίει” ή πάλι θέσεις που υπόσχονται την “λύση” του προβλήματος, ερήμην του χρόνου και της υπομονής. Θέσεις δηλαδή που μειώνουν τον άνθρωπο. Οι μέρες αυτές δεν αγαπούν τις ερωτήσεις, βασανίζονται από την αμηχανία της ερώτησης. Δεν αντέχουν περισσότερη ευθραυστότητα.

Οι αμίλητοι βρίσκονται έξω από αυτό το κλίμα. Μόνοι μένουν και ύποπτοι τέτοιες εποχές. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Οι ερωτήσεις τους είναι περιττές. Διαρκώς διαφωνούν με όσους συμφωνούν και συμφωνούν με όσους διαφωνούν. Και οι ίδιοι εξαντλούνται και αναθεματίζουν την μοναξιά τους. Είναι, όμως, οι φύλακες της ανθρωπότητας μας. Ασήμαντοι εργάζονται την σιωπή, την δίψα για αλήθεια, για κατανόηση και διαύγεια. Είναι αυτοί που φυλάσσουν την πολύτιμη αμηχανία του νου απέναντι στην Ιστορία. Είναι αυτοί που απενοχοποιούν την αδυναμία. Που την φωνάζουν και της δίνουν σάρκα.

Οι αμίλητοι πεινάνε δυστυχούν και επείγονται, αλλά επιμένουν, τα πράγματα να είναι ολόκληρα, δηλαδή να τα αγκαλιάσουμε όπως είναι, μισά. Μέχρι την τελευταία στιγμή επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο σαν να έχουν μιαν αιωνιότητα μπροστά τους. Το αίνιγμα του παρόντος πάντα αναφέρεται στο αίνιγμα του παρελθόντος και του μέλλοντος. Καμμία επείγουσα συνθήκη δεν τους μετακινεί. Mόνον η κατανόηση. Η κατανόηση, όμως, δεν υπηρετεί την ισχύ αλλά το ανθρώπινο αίνιγμα.

Στέκονται μπροστά στον κόσμο. Και τον ρωτούν. Όταν πατούν το χώμα, ομολογούν πως δεν ξέρουν τι είναι. Είναι αλήθεια μπορετό να ζεις έτσι; Είναι όλος αυτός ο κόπος σωστός; Όλη αυτή η καταδίωξη του νου στο βάθος μιας ερήμου που κανείς δεν είδε; Μιας ερήμου που μοιάζει να γεννά από μόνο του το βλέμμα τους. Πώς να περπατήσεις από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη; Πώς να μιλήσεις και να μην νομίζουν οι άνθρωποι πως μίλησες; Να μη σε παρεξηγήσουν δηλαδή. Τα πράγματα δεν έχουν μέγεθος οριστικό και οι λεπτομέρειες είναι πάντα επίφοβες και τεράστιες. Όταν αισθάνεσαι εφήμερος τα επείγοντα θέματα μοιάζουν κι αυτά έτοιμα να μικρύνουν, μοιάζουν ερείπια του μέλλοντος, ψέμματα του χτες και σκιές πράξεων που έχουν χαθεί από μπροστά μας.

Μιλώ για εκείνους που στοχάζονται και βλέπουν μ’ όλο τους το σώμα και η σκέψη τους δεν είναι συλλογισμοί και ευφυΐα αλλά αίσθηση του ανθρώπινου και σύνδεση. Για όσους δεν αποκρύπτουν την αντίφαση αλλά την αγκαλιάζουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο για να τον μιλήσουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο μιλώντας. Για όσους μένουν αμίλητοι. Και δεν θέτουν διλήμματα, δεν κάνουν προβολές για να αντέξουν την δυσμένεια των ημερών. Όσους αρνούνται τις απλουστεύσεις, και δεν ενδίδουν στον πειρασμό της κατηγορίας. Οι αμίλητοι, αυτοί, είναι που κρυφά γονιμοποιούν τον δημόσιο λόγο. Είναι γενναίοι επειδή ξέρουν να φοβούνται.

Η αμηχανία δεν είναι σφάλμα αλλά δυνατότητα. Μόνο ένα ψέμα μπορεί να μην είναι εύθραυστο και γι’ αυτό όλο νικά και θριαμβεύει κι όλο απειλείται και φοβάται. Χωρίς την ευθραυστότητα η φτώχεια δεν έχει όρια, η απελπισία γίνεται κατάσταση και η καταστροφή στόχος. Η αμηχανία, από την άλλη, γεννά χώρο και χρόνο. Χώρο που αφάνισαν οι στόχοι, οι αγώνες, οι συνήθειες, οι ιδιοτέλειες και οι επιθυμίες, που κατέλαβαν οι παραδόσεις και οι ιδεολογίες. Και χρόνο, να σκύψουμε σε πράγματα που αφήσαμε πίσω και μας λείπουν. Μόνον η αμηχανία πάει εκεί που οι άλλοι δεν τολμούν και νομίζουν την δειλία τους γενναιότητα.

Η αμηχανία είναι η πρέπουσα κατάσταση. Αλλά εδώ θέλει προσοχή… δεν μιλάμε για κάποιαν επιλογή της ήττας ή της αδυναμίας, του ηρωικού περιθωρίου ή του θυματοποιημένου ανίσχυρου. Μιλάμε για το ηθικό σθένος και την διαύγεια. Η αμηχανία δεν είναι στόχος αλλά σύμπτωμα. Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη θέση για την οποία πάντοτε λογοδοτείς και βάλλεσαι. Όταν σε ρωτάν: Εσύ ποιός είσαι; Και δεν έχεις απάντηση. Αν απαντήσεις μέσα στις κατηγορίες που σου ζητούν να μπεις τότε θα αρνηθείς πως ο κόσμος μας έχει αποτύχει, θα αρνηθείς το δικαίωμα να φανταστείς τον κόσμο ξανά, να έχεις φωνή, γι’ αυτό μένεις άφωνος κι έτσι κραυγάζεις πως ο κόσμος μας είναι φυλακισμένος στις φαντασιώσεις άλλων. Το παρόν απουσιάζει όταν προϋπάρχει.

Η αμηχανία είναι ένα ρήγμα στον κόσμο και δεν εκχωρεί ούτε αποδέχεται την θέση του θύτη ή του θύματος. Δεν συμμετέχει στην συγκάλυψη του προφανούς. Στον ιδιοτελή προσεταιρισμό της τραγωδίας. Αποτελεί προστασία από ολοκληρωτικές απαντήσεις, ηθικισμούς, συναισθηματισμούς, θυματοποιήσεις, δαιμονοποιήσεις. Δεν συμμαχεί με το ψέμα της εξήγησης. Είναι το θεμέλιο του Μέλλοντος. Η επιτροπή της συνάντησης. Το καταφύγιο της ερώτησης. Είναι διωγμός ατέλειωτος, διηνεκής, αγέννητος. Είναι η αναπνοή της σκέψης και το κατόρθωμα του νου. Η προέλευση του “πολυμήχανου” ανθρώπου. Το “δέος” του αρχαίου κόσμου.
Πηγή της ποίησης, της προσευχής, της φιλοσοφίας, μένει αυτή.
Η αδυναμία, η άγνοια, η ήττα, όπως την νομίζουν,
όσοι αναζητούν την δύναμη, την ισχύ και την ηγεμονία.
Χρειάζονται κι αυτοί.

Jacques Tati στην (Αγγλική) Wikipedia

άλλες σχετικές αναρτήσεις:

Walk around a telephone booth ή Αν υπάρχει κάτι άδειο σ’αυτό τον κόσμο.. / από τον Dokugyunyu..

Ο Bill Viola “The Reflecting Pool”

Αυτό που είμαι.. /Ce que je suis HOLDEN

I AM ROBOT/ από τον “Ken Tanaka” allias David Ury/ ROBOTS #2

κ.α.

Advertisements

[Το βίντεο είναι απόσπασμα από το “Sky And Ground” του Takahiko Iimura]

Αγαπητή Α. εύχομαι να είσαι χαρούμενη χωρίς ιδιαίτερη αιτία.
Τις τελευταίες μέρες έχω στον νου όσα είπες. Αυτό όχι λόγω της αδυναμίας που σου έχω. Οι ερωτήσεις σου είναι και δικές μου.
Αυτήν την περίοδο δουλεύω μέχρι να φανεί το πρώτο φως και μόλις ξυπνήσω τρέχω να ξαναρχίσω. Δεν υπάρχει εξήγηση, δεν ξέρω τι είναι Τέχνη, τι είναι Καλλιτέχνης και γιατί τα κάνουμε αυτά όλα. Μόνον ξέρω πως η σωστή απάντηση δεν μπορεί να αποκλείει κανέναν. Στην πράξη αυτό που λέω είναι παράδοξο και προφανές μαζί. Είμαι ερωτευμένος και δεν ξέρω τι πάει να πει έρωτας.

Γιατί γίνονται όλα αυτά; Και τι σημαίνουν; Προσπαθώ να σου απαντήσω χωρίς ευφυία. Η απάντηση μου θα κρατήσει το ερώτημα όρθιο. Δεν θα το αφανίσει. Δεν μπορεί. Η απάντηση μου απλώς θα του δώσει ζωή. Το ξέρω και το επιθυμώ. Το ερώτημα είναι αυτό που κάνει τον κόσμο μπορετό, ευρύχωρο, ικανό για την αγάπη, για το θαύμα, για την σοφία. Το ερώτημα συγκροτεί την συνάντηση, το συζήτημα, αυτό που ονομάζουμε αλήθεια. Το ερώτημα προάγει τον έρωτα, επιτρέπει την ζωή, συνιστά τον κόσμο ενώ τον κατασπαράζει. Το ερώτημα είναι που φωτίζει απλώνοντας το σκοτάδι του παντού, καταδιώκοντας τον άνθρωπο χωρίς έλεος για να του δώσει αυτό που ζητά χωρίς να τον τελειώσει.

[…]

Είναι μεγάλη η διαδρομή που κάνει ο νους όταν μιλά γι’ αυτά. Είναι μεγάλη γιατί προσπαθεί να μην αδικήσει, να μη μικρύνει τα πράγματα για να τα χωρέσει κι έτσι όταν μιλά για κίνηση να μιλα για ακινησία, όταν μιλά για σιωπή να μιλά για λόγο, οταν μιλά για την ανθρωπότητα να μιλά για κάποιον ένα ή για τον πλέον συγκεκριμένο εμένα, εμένα που σου γράφω στην πόλη του Ναυπλίου και κάνει κρύο στο σπιτι ενώ φίλοι κοιμούνται και τα σύννεφα απλώνουν πάνω από τις οικοδομές στην θάλασσα. Επάλληλα, τεράστια, σε κίνoύμενη ακινησία.

[…]

Α. που βρισκόμαστε; Τι κινείται όταν κινούμαστε; Καποια πράγματα μέσα μας μένουν ασάλευτα. Και κάποια άλλα πορεύονται σε άλλους χώρους που μοιραζόμαστε με τον νου. Υπάρχουν τόποι που δεν ξέρουμε αν βρίσκονται μπροστά ή πίσω μας, αν τους περιέχουμε ή αν μας περιέχουν. Σ’αυτούς τους τόπους ξεδιπλώνονται οι επιθυμίες οι σκέψεις και οι αισθήσεις, εμφανίζονται οι έννοιες και οι Ιστορίες σαν καθαροί όγκοι. Όλα, αν τα δεις από απόσταση, μοιάζουν με συχνότητες και ρυθμούς, με γραμμές και επίπεδα. Τι είναι, όμως, αυτό που τα κινεί είναι άγνωστο. Τι είναι αυτό που μας κινεί δεν γνωρίζουμε. Ποια είναι η ερώτηση-πηγή όλων των ερωτήσεων και ποια είναι η επιθυμία-πηγή όλων των επιθυμιών; Δεν ξέρουμε. Κι αυτή η επίγνωση, εκτός των άλλων, μπορεί να είναι γεμάτη ενθουσιασμό. Ο Έρωτας και η Ερώτηση έχουν κοινή ρίζα.

[…]

[Το κείμενο είναι απόσπασμα μιας επιστολής. Υπάρχει μια σειρά επιστολές, που κάποια στιγμή θα δημοσιεύσω, στις οποίες παρουσιάζω τον τρόπο που βλέπω μια σειρά θεμάτων.]

videopoem: Sky And Ground by Takahiko Iimura,
1994, DVD, color, sound, 30 min.
Sky and ground which was cut off momentarily
A camera wanders seeking its own shadow
The images explore the limit
of solitude in New York
A mythological verbal space in which
snakes and birds are intermingled
A unique world where these images
and words meet. (Takahiko Iimura)

o Takahiko Iimura στην wikipedia
ένα κάπως πιο διαφωτιστικό άρθρο εδώ

Ο Bill Viola κόντεψε να πνιγεί σε μια λίμνη όταν ήταν μικρός. Αυτή η εμπειρία του άλλαξε την ζωή. Όπως έχει πει ο ίδιος, δεν ήταν τρόμος ή αγωνία αυτό που ένιωσε, ήταν ελευθερία, ωραιότητα και ειρήνη. Το συγκεκριμένο έργο δε μιλά βέβαια, απαραιτήτως, γι αυτή την εμπειρία. Το νερό μέσα στο οποίο μπαίνουμε ή καθρεφτιζόμαστε μπορεί να είναι ο υλικός κόσμος. Το παλίμψηστο του υλικού κόσμου που με τα ίδια υλικά φτιάχνει ξανά και ξανά σχήματα, σώματα, μορφές επάλληλες. Ο ευμετάβλητος υλικός κόσμος, που κυλά σα νερό από σχήμα σε σχήμα. Χωρίς όνομα, χωρίς μορφή. Στην επιφάνεια του παίζουν οι αντανακλάσεις, αποτυπώνονται οι μνήμες θολές και φευγαλέες, αυτά τα σημάδια είναι αυτά που μπορούμε να μάθουμε, όλα κι όλα, όσα ξέρουμε.

Ερχόμαστε μέσα από το άγνωστο και στεκόμαστε μπροστά στο κόσμο, μπροστά στο νερό που παίζει στο φως. Σταματά το βλέμμα μας στα παιχνίδια της επιφάνειας των νερών. Σταματά το βλέμμα στα σχήματα των πραγμάτων. Σταματά το βλέμμα μόλις δει κάτι. Ξανά και ξανά απέναντι στο νερό και στο ερώτημα του κόσμου, μένουμε χωρίς απάντηση. Πηδάμε και χανόμαστε μέσα στην αντανάκλαση μας. Μέσα από τις  αντανακλάσεις και μόνο βλέπουμε και γνωρίζουμε. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μας. Η ουσία και το βάθος μένουν άγνωστα. Μένουμε μετέωροι και συνάμα ενωμένοι με τον κόσμο.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση σ’αυτό το πνεύμα και να διαβάσετε την ανάδυση μέσα από το νερό των μορφών όχι σαν απάντηση αλλά σαν εμπειρία του τώρα των πραγμάτων πέρα από εξηγήσεις, σαν μια γέννηση που γίνεται μόλις πάψει αυτός ο χωρισμός. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα τελικά. Προφανώς μπορείτε να το διαβάσετε τελείως διαφορετικά. Το βασικό είναι αν το έργο μας μιλά, αν μας πείθει. Όλα τα υπόλοιπα, οι ερμηνείες η συγκίνηση και η έμπνευση, οι εξυπνάδες και οι σοφίες, ακολουθούν. Το σημαντικό συμβαίνει πριν και μετά τις λέξεις.

Η γέννηση είναι κάτι παράλογο, η αιτία της παραμένει σκοτεινή, μετέωρη.
Το αίτιο της ύπαρξης παραμένει μια ερώτηση αναπάντητη. Έτσι όμως η ζωή παραμένει ελεύθερη, ακόμα, από κάθε χρησιμότητα και ποσοτικοποίηση. Κανείς δε μπορεί να πει αν η ζωή μας άξιζε ή όχι.
Κάτι τέτοιο θα βασάνιζε τον άνθρωπο. Με πολλούς τρόπους.
Ένα κάπως χειροπιαστό παράδειγμα είναι πως μια τετελεσμένη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα επέτρεπε σε κάποιον να αποφασίζει την ζωή ή τον θάνατο των άλλων. Σε κοινωνίες όπου επιτρέπεται η θανατική καταδίκη υπάρχει πάντα μια απόλυτη υπεραπλουστευμένη απάντηση σ’αυτό το ερώτημα. Το μεγαλύτερο αγαθό της εποχής μας είναι το δικαίωμα στην απορία.
Γι’ αυτό πρέπει να μένει αυτό το ερώτημα επίμονα μπροστά μας. Επίμονα αναπάντητο να στέκεται και να μεταμορφώνει τα πάντα.

Bill Viola. Μια σημαντική προσωπικότητα της σύγχρονης τέχνης, πυρηνική μορφή της Βίντεο Τέχνης και με σημαντική θεωρητική συμβολή, στα χωράφια του τουλάχιστο. Με Εβραικές ρίζες και με μεγάλες δόσεις αμερικανικού Βουδισμού.. και γενικά “μεταφυσικά” ερωτήματα. Συχνά ο λόγος του έχει ευκολίες αλλά το ένστικτο του ως καλλιτέχνη είναι αδιαμφισβήτητο.
http://www.brita.net/art_in_the_surface_of_the_water.html

Να το προσωπικό του  site.

Το σχετικό άρθρο στην wikipedia.

και μια συνέντευξη..

ένα άρθρο ενδεικτικό του τρόπου που σκέφτεται εδώ

ένα πυκνό άρθρο εδώ

ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΤΟ:
MIGRATION


[ Το βίντεο ίσως δεν μπορείτε να το δείτε εδώ αλλά το κρατάω σαν εικονογράφηση. Μπορείτε να πατήσετε για να το δείτε ΕΔΩ. Σκηνοθεσία Patrick Daughters. Το διάλεξα για πολλούς και αρκετά αντιφατικούς λόγους.  Η μεταφορά είναι ιλιγγιώδης, μου διαφεύγει.]

το σκοτάδι είναι φοβερό
όχι επειδή δεν βλέπεις
αλλ’ επειδή δεν φαίνεται

Αυτοί οι καιροί είναι μυστήριοι, αυτοί οι καιροί είναι για μας. Ώρες ώρες μας κυκλώνει μια ανυπομονησία να έρθει, επιτέλους, η καταστροφή. Μετά το πρώτο μούδιασμα κινούμαστε ξανά. Αυτό αποτυπώνεται και στον χώρο της τέχνης. Είτε με ακόμα πιο επιφανειακές, θεαματικές, εκθέσεις εκδηλώσεις και θεάματα ή με προσπάθειες άλλες που επιχειρούν να βρουν ποιά είναι αυτά που μας μένουν πλέον. Δεν γνωρίζω πόσο ακόμα θα αντέξουμε όσοι παλεύουμε αυτό τον αγώνα αλλά θα συνεχίσουμε όσο μπορούμε.
Όχι από Ηρωισμό αλλά από Ανάγκη.

Η εποχή αντιμετωπίζει τον Πολιτισμό είτε σαν εργαλείο για να εμπορεύεται, είτε σαν πολυτέλεια, περιττή. Κι αυτό τώρα, που τον έχει ανάγκη
περισσότερο. Η Τέχνη, ειδικά, έχει ρόλο βαρύ. Καλείται να καλύψει τεράστιες εκτάσεις της ανθρώπινης κατάστασης που εκκρεμούν. Εκτάσεις τόσες και τέτοιες που δεν απαριθμούνται. Τη μνήμη του Ιερού και τη μνήμη του θανάτου, που γίνεται πλέον μόνο με μορφασμούς. Τη σεξουαλικότητα και την γενικευμένη κατανάλωση του σώματος. Τον παραλογισμό της αδικίας και την ελευθερία της συντροφικότητας. Τα κενά των κοινών τόπων και την μετάνοια των βεβαιοτήτων που μας καθησύχαζαν. Την δίψα ενός Έρωτα παντοτινού και την δύναμη της Πίστης.
Αυτά και άλλα πράγματα είναι η καθημερινή μας ζωή και πάλλονται διαρκώς μέσα της, ξεχασμένα.

Οι πρακτικές που δικαιώνονται επειδή είναι εναντίον του «κατεστημένου» δεν αρκούν. Οι εναλλακτικές του περιθωρίου όπου το σκοτάδι απαντά δια μαγείας στην ψεύτικη χαρά έχουν ολοκληρώσει. Είναι σημαντικό να πραγματοποιείς ή έστω να προτείνεις κάτι, η επιτηδευμένη μαυρίλα και οι κατασκευασμένες σιωπές, ο αντικομφορμισμός και η «ανδρεία» δεν κρύβουν πλέον την κενότητα. To ύφος [Lifestyle] μπορεί ενίοτε να μιλά για την απελπισία, τον σπαραγμό, την επαναστατικότητα κ.α. Δεν ευνοείς απαραιτήτως κάποιαν αλήθεια με το να καταγγέλλεις διαρκώς το ψέμα. Συνήθως με αυτό τον τρόπο το συντηρείς και σε συντηρεί. Το ότι πονάς δεν σε κάνει πιο γνήσιο. Δυστυχώς. Πολλοί με αυτά τα επιχειρήματα έκαναν καριέρα. Αν το βλέμμα μας δεν προσηλωθεί σ’ αυτά που επιθυμούμε είμαστε, πιθανότατα, μέρος του προβλήματος.

Έτσι λοιπόν ήρθε η στιγμή να εκτεθούμε, να πούμε λέξεις βαριές που οπωσδήποτε θα μας κρίνουν. Σαν ερωτευμένοι. Θα έλεγε κανείς πως είναι καλό που μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε για πράγματα που έμοιαζαν κουρασμένα και ξεπλυμμένα, μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε ακόμα και για την Αγάπη. Ως Αίνιγμα. Η Αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δε σταματά εκεί που σταματούν τα τραγούδια που ακούμε στα ταξί κι αναπάντεχα μας αφορούν. Συνεχίζει κι όσο προχωρά γίνεται πιο ελαφριά, σαν μια γνώση, σιωπηλή, ήρεμη, ανοικτή, απλωμένη σ’ όλα τα πράγματα, σαν ξένη.
Δεν γνωρίζω πόσο ακόμα θα αντέξουμε όσοι παλεύουμε αυτό τον αγώνα αλλά θα συνεχίσουμε όσο μπορούμε.
Όχι από Ηρωισμό αλλά από Ανάγκη.

http://www.vimeo.com/8569187”


Μια κριτική ματιά στις εξελίξεις που μας προτείνει η τεχνολογία από τον νέο μου φίλο: τον Keiichi Matsuda. Οι Εφαρμογές της επαυξημένης πραγματικότητας ανοίγουν την πόρτα για κινδύνους που, εν πρώτοις, δε μπορούμε να φανταστούμε. Μήπως μειώνεται ο Προσωπικός χώρος ακόμα περισσότερο; Μήπως ανοίγει η πόρτα να μπει ακόμα και στο μυαλό η σφαίρα της οικονομίας; Και της κατανάλωσης; Μήπως ανοίγει ο δρόμος εμφύτευσης λογικών που είναι προβληματικές; (βλ. επικίνδυνες) Αν ο χώρος της αντίληψης δυναμοποιηθεί από την τεχνολογία μήπως ανοίγει η πόρτα να εισάγει η αγορά ακόμα πιο βαθιά μέσα στον νου, ανάγκες που δεν χρειαζόμαστε; Αυτό άλλωστε είναι ένα από τα βασικά όπλα της διαφήμισης, η ανάγκη. Η κατασκευασμένη ανάγκη.
Εδώ οι αρχιτέκτονες με τους Σχεδιαστές και τους ποιητές έχουν να σκεφτούν και να δράσουν. Όλη η επιφάνεια του κόσμου θα ανήκει κάποια μέρα στις επιχειρήσεις, διότι αυτές κινούν την έρευνα και την βιομηχανία. Θα μπουν μέσα στο μυαλό μας. Ίσως. Θα υπαγορεύουν τον ρυθμό της σκέψης. Για λόγους ευκολίας πολλοί θα γίνουν απλοί παρατηρητές της ζωής τους.

Για μια ακόμα φορά τίθεται το αίτημα για κάποιο όριο στην εξέλιξη των πράγμάτων. Διότι, πολύ απλά, η σύσταση της προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου αρχίζει να αποδομείται, με συνέπειες νοσηρές (οι άνθρωποι έχουν πλέον χαλασμένα μυαλά, παθαίνουν όλο και περισσότερες ψυχοπάθειες!) είτε με όρους κοινωνικούς. Δικαιοσύνης π.χ. Η πιο επικίνδυνη ρύπανση είναι η πληροφορία. Ο Johny Mnemonic στην ομώνυμη ταινία δε μπορεί να συνέξει όλη αυτή την πληροφορία μέσα στο μυαλό του. Ε, λοιπόν ούτε κι εγώ! Προσθέστε όλες αυτές τις πληροφορίες-παύλα-γνώσεις που θα πρέπει να φύγουν για να χωράν τα ονόματα και οι ιδιότητες των καταναλωτικών αγαθών…

 Που σταματά η τεχνολογία, η αγορά, το εμπόριο; Εκεί που ξεκινά ο άνθρωπος; Είναι αυτά ασυμβίβαστα; Όσο πάει και περισσότερο δυστυχώς. Χρειάζονται καλλιτέχνες και στοχαστές, ποιητές και μαστροχαλαστές, χρειάζονται άνθρωποι να πάρουν την τεχνολογία και να την προσαρμόσουν, να την κάνουν δικαιότερη, να την “μετρήσουν” πάνω στο σώμα και τον νου τους και μετά να μιλήσουν, να προτείνουν.

Το πρώτο βήμα, πάντως, είναι η κατανόηση του προβλήματος κι αυτό καλλιεργεί η δουλειά του φίλου Matsuda! Έχει μια κριτική στάση χωρίς να στερείται οπτικού ενδιαφέροντος και γοητείας. Το πείραμα είναι απολύτως επιτυχημένο, είναι ενδιαφέρον και ευχάριστο, είναι εύγλωττο αλλά δεν αισθητικοποιεί το πρόβλημα ώστε να πέσει στην παγίδα. Το αποτέλεσμα είναι σαφώς αποπνικτικό και το θέμα σαφές(αν και καμμία εικόνα δεν είναι σαφής χωρίς αναφορές. Άλλη ιστορία αυτή). Καλή Συνέχεια. Δε ξέρω όταν διαβάζετε εσείς αυτό το σχόλιο πως είναι αλλά όταν το έγραφα, έξω ο ήλιος, έκανε γιορτή! Τώρα που το γράφω. Ας βάλω κάτι από το σώμα, τον χώρο του και την χρονικότητα του, σ’ αυτόν το χώρο. Τώρα που μιλάμε για την νοσταλγία και την σχετικότητα. Την νοσταλγία του σώματος έναντι των ιδεών και των συσκευών τους. Ναι λοιπόν έξω τα φωτόνια τσουβαλιάζονται σπάταλα πάνω στα πάντα!

Οι μέρες είναι δικές μας αλλά δε τους φαίνεται. Μόλις διηγούμαστε τη άδεια ζωή μας βλέπουμε πως κάτι έχουμε να πούμε. Εκεί που όλα έμοιαζαν άδεια και μικρά. Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, έτσι αλλάζουν τα πράγματα χωρίς να αλλάξουν.

Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, ανακαλύπτεις πόσα πράγματα ζουν μέσα σου ακόμα και τα χεις κουκουλώσει και ξε-χάσει και πόσες ευκαιρίες έχεις πετάξει να παλέψεις μέσα σου και μοιάζεις φτωχός ενώ όσα κάνεις θρέφονται από το βάθος του χρόνου.

Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, βλέπεις πως πολλά από αυτά που νομίζεις δικά σου είναι ξένα και τα βάζεις στην άκρη και παίρνεις λίγο από αυτό τον χώρο να ζήσεις μέσα στην κατανόηση, ελαφρύτερος.

Ο κόσμος μεγαλώνει μόλις τον διηγηθείς, έτσι η Nouvelle Vague του Γαλλικού Σινεμα απλώς είπε την καθημερινότητα της και έκανε το τότε Παρίσι έναν τόπο μαγικό. Έτσι οι Beatnicks έκαναν την Αμερική ένα όνειρο ατόφιο. Έτσι η Βρετανική Μιζέρια είναι κάτι σα φαντασίωση και ξεχειλίζει στα περιοδικά μόδας και στις φωτογραφίες νεανικής και άλλης μόδας
και τα νέα αγόρια και κορίτσια στις αυλές των σχολίων ονειρεύονται πως ζουν στο Χάρλεμ ή στο Λίβερπουλ. Ανάλογα την εποχή και την παρέα, ανάλογος και ο πρωταθλητισμός της δυστυχίας. Η δική μας ακόμα περιμένει την αφήγηση της. Κάτι πήγε να κάνει το ελληνικό σινεμά, αλλά ακόμα το πράγμα εκκρεμεί. Ονειρεύομαι ακόμα αυτές τις ταινίες που θα έρθουν όταν ήρεμοι θα αγαπήσουμε τον εαυτό μας, την πόλη μας, την ζωή μας. Δεν είναι τόσο δύσκολο.

Είναι μεσημέρι, έφαγα ένα παξιμάδι και καθαρισμένους ηλιόσπορους με αλάτι, ο ήλιος μπαίνει από την μπαλκονόπορτα κι, ενώ εδώ όλα γύρω είναι αντίθετα* από το Ποίημα του Αυστραλού φίλου Sean O’Callaghan, αισθάνομαι πως είμαστε στο ίδιο σημείο.

Νύχτα-Μέρα, Περπατά-Κάθομαι, τρώει το απόλυτο Βρετανικό junkfood-τρώω υγιεινιστικά φούμαρα Σαρακοστιανού Τύπου, Κρυώνει-Ζεσταίνομαι, Φεγγάρι-Ήλιος

( αυτές οι γραμμές γράφτηκαν μ’αφορμή αυτό το βίντεο που μόλις “δημοσιεύτηκε”)

Δεν είμαστε το σώμα μας. Δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε τα αισθήματα μας. Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι του χρόνου σε μια πραγματικότητα που επιπλέει στο άγνωστο και πλησιάζουμε τα πράγματα, θαυμαστά και όμορφα μόνον και μόνον επειδή υπάρχουν. Αυτή η βάρκα δεν έχει επιβάτη διότι την επιβαίνει το βλέμμα μας που μας κοιτά. Το βλέμμα μας φεύγει κάνει τον γύρω του κόσμου ξανά και ξανά να βρει διεξόδους και θαύματα, κάτι ψάχνει. Δε σταματά. Αυτή η βάρκα είμαστε εμείς και όλα όσα μας δίνουν μορφή, όλα αυτά που δεν είμαστε. Διότι δεν είμαστε καμμία απο τις εκδηλώσεις μας. Οι σκέψεις και τα πράγματα, οι αριθμοί και τα σχήματα είναι υλικά του κόσμου. Η διαφορά των λέξεων από τις πέτρες δεν είναι ουσιαστική, είναι κάτι σαν αντικείμενα με διαφορετικές πυκνότητες. Το νερό είναι φευγαλέο κι ο αέρας ούτε καν ορατός αλλά είναι υλικά στοιχεία. Δεν ισχύει πάντα ο διαχωρισμός μεταξύ πνευματικού και υλικού, ψυχικού και σωματικού, άυλου και υλικού. Το υλικό του κόσμου είναι ουσιωδώς ένα και γι’ αυτό μπορούν τα πράγματα να αγγίζουν και να αποτυπώνουν το ένα το άλλο.

Το θαύμα του κόσμου είναι εκτυφλωτικό και διακριτικό, δε φωνάζει, δε φωνάζει διαρκώς, συχνά απλώς κάθεται εκεί κι αυτή του η ηρεμία απέναντι στον παραλογισμό του “είναι” μοιάζει με το αρχαϊκό μειδίαμα. Μοιάζει τρομακτική και καθησυχαστική.

Σ’ αυτή την περιπλάνηση δεν βλέπουμε την ουσία(;) των πραγμάτων, βλέπουμε όμως τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, τις γεωμετρίες και τα χάσματα, τις εκτάσεις που ανοίγουν σκοτεινές και γι’ αυτό γεμάτες υποσχέσεις. Κομμάτια από την επιφάνεια του κόσμου και κομμάτια από τα πλέγματα των γεγονότων και των εννοιών μας βοηθούν να πλοηγούμε, να προσανατολιστούμε και να παίξουμε την ζωή μας. Άλλα πλάσματα κάνουν κι αυτά την διαδρομή τους, άνθρωποι, ζώα και πουλιά υπακούοντας κι αυτά στις δικές τους γεωμετρίες, σε σχέσεις, σε ρυθμούς, μόνον έτσι υπάρχει ενέργεια στα πράγματα.

Κάνοντας τον γύρο του μικρού μας κόσμου τα πράγματα γυμνώνονται και μοιάζει ο χώρος κι ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη σκλαβιά. Στον Πάτο της “Μαύρης Λίμνης” βρίσκεται η “Μαύρη Λίμνη”. Και οι εποχές έρχονται ξανά και ξανά και τα κοπάδια κι ο βάτραχος που μας κοιτάει κρυμμένος, μένει εκεί ερμητικός στην υπόσχεση του. Η επιθυμία υπέρβασης του χώρου και του χρόνου χτυπά πάνω στην ίδια την “ύπαρξη”, που είναι λέει κάτω από μιαν αρχή(υπ-αρχή), από κάτω. Αυτή η περιοχή του χώρου και του χρόνου στην οποία είσαι κλεισμένος σε πλακώνει όταν ανέβεις στην κορυφή ενός βουνού, σε πλακώνει στην καρδιά της ερήμου και στον μυχό της νύχτας, σε πλησιάζει όταν βρίσκεσαι στην αγκαλιά αυτού που αγαπάς, σε αφορά όταν κερδίζεις στο χρηματιστήριο κι όταν παίρνεις τον μισθό σου, σε κυκλώνει όταν ταξιδεύεις στην Αργεντινή και την Ταΐλάνδη και τρως εξωτικά φρούτα. Καμμία πολιτική απ’ αυτές που ξέρουμε δε μπορεί να απαντήσει σ’ αυτην την σκλαβιά και δεν υπάρχει κανένα σύστημα να του τα ρίξουμε ή έστω να το αντιπαλέψουμε και να αξιοποιήσουμε την οργή μας, την μανία, την θλίψη. Βαθύτατες.

Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια, όμως, είναι η επιθυμία, η αίσθηση και η έννοια… του “σπιτιού”. Κανένας ορισμός του σπιτιού δεν επαρκεί. Το σπίτι είναι η μέσα μεριά του ορίου, το κέντρο του κύκλου που ανοίγει στο άπειρο, η ανάστροφη αλλά ταυτόσημη απόδοση του “ταξιδιού”, της αναζήτησης της γνώσης, της απόδρασης. Ένα σπίτι μπορεί να διαλυθεί, να πουληθεί να αλλάξει και να ξαναστηθεί αλλού, αλλά.. τίποτα δε μπορεί να ξεριζώσει την ανάγκη του. Το μόνο που γίνεται είναι να ανοίξει, να γίνει τεράστιο, να απλωθεί παντού αυτή η αίσθηση, έστω για μια στιγμή, να μπορέσεις να αποκοιμηθείς σε μέρη άγνωστα. Το σπίτι δεν είναι το σπίτι. Το σπίτι είναι η σύνδεση μας με τα πράγματα, με την καταγωγή μας, με το γεγονός πως γεννηθήκαμε, κάποια στιγμή(!). Αυτή η καταγωγή είναι η πρώτη ύλη από την οποία είμαστε φτιαγμένοι, και έννοιες όπως Πατρίδα, Έθνος, Πατέρας, Μάνα από κει πηγάζουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητες. Διότι είναι υπαρξιακά θεμελιωμένες. Αν δεν ήταν θα ήμασταν έτοιμοι για το μηδέν και το μη-είναι, πράγμα που είναι επίσης παράλογο για τον ασυνείδητο εαυτό. Η Κοινωνία, η Ιστορία, η Οικονομία δεν είναι έξω από τα πρώτα ερωτήματα, δε στερείται την σωματικότητα της φιλοσοφίας αλλά την εμφανίζει. Δεν αποσβέννει την αναγκαιότητα της Θεολογίας αλλά την εξωθεί. Δεν προσπερνά και υπερκαλύπτει τα οντολογικά, απλά, ερωτήματα αλλά τα επιβάλλει. Ένα παιδί φωνάζει μέσα σ’ όλα αυτά τους γονείς του πριν καν ρωτήσει τον εαυτό του: “Γιατί;”

Θα τελειώσω αυτές τις γραμμές με τρόπο αυθαίρετο, με αναφορά στην επιθυμία για Φως, για Ζέστη, απεριόριστο Ουρανό και άπλετο Ήλιο. &)

Για τον David OReilly έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση.

Για τον Jon Klassen αλλά και το Black Lake δείτε εδώ!


(το βίντεο παίζει σε “λούπα” δύο φορές τις ίδιες εικόνες)

Το Βίντεο που βλέπετε είναι παραγωγή του Fame Festival που οργανώνεται σε μια μικρή υποβαθμισμένη πόλη της Ιταλίας, την Grottaglie από το STUDIOCROMIE. Το STUDIOCROMIE είναι μια μικρή επιχείρηση κάποιου Angelo Milano που εκδίδει βιβλία και χαρακτικά κι αγκαλιάζει καλλιτέχνες των πόλεων.
Ο τίτλος του Festival: FAME, είναι ένα λογοπαίγνιο. Αναφέρεται ταυτόχρονα στην “Αγγλική” ΔΟΞΑ και την “Ιταλική” ΠΕΙΝΑ που γράφονται με τον ίδιο τρόπο. Πρόκειται για ένα φεστιβάλ που οργανώνεται απέναντι στην αδιαφορία των πολιτικών και των γενεών που νέμονται τα πράγματα εαυτιστικά. Ένα φεστιβάλ που στρέφεται προς την υποβαθμισμένη πόλη, στους τοίχους του κόσμου που από ερείπιο γίνεται καθρέφτης να δει κανείς τέρατα και θαύματα. Σ’αυτό τον καθρέφτη μπορεί κανείς να δει την επιθυμία κάποιων να ζήσουν μια ζωή ζωντανή. Κι αυτό σημαίνει να αφήσουν όλες τις ερωτήσεις, χωρίς λουριά, να ραπίζουν τον νου. Σημαίνει να επιτραπούν όλα τα ενδεχόμενα, να ανοίξει έστω για λίγο το πλαίσιο της σκέψης και της αίσθησης σε όσα πιθανώς δε περιέχει κι ας τα έχει ανάγκη. Σ’αυτά τα πολύτιμα κι αναγκαία ανήκει βέβαια κι ο φόβος κι ο τρόμος.
Το φεστιβάλ τοποθετείται δυναμικά χωρίς να ζητά βοήθειες, χωρίς να χάνει χρόνο γκρινιάζοντας. Δίνει στην Πόλη, στο σώμα της κοινής μας ζωής, το φως και την προσοχή, την δυνατότητα του.

Το βίντεο είναι ωραίο και γεμάτο αφορμές. Όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα κουρασμένο κομμάτι της πόλης, σε μια της ρυτίδα, σε κάποια γωνία της μάλλον κρυφή. Εκεί γράφεται ένα έξαλλο ποίημα με εικόνες.

Τι είναι το παιχνίδι;
Το ζητούμε και με ανακούφιση το υποδεχόμαστε όποτε μπορούμε.

Εδώ ένα κτήριο, μια αυλή, ξύλα και πέτρες, σκουπίδια των γύρω δρόμων, γίνονται τα playmobil με τα οποία ένα μικρό παραλήρημα ξεσπάει για να μας θυμίσει μια ποιότητα βασανιστικά μετέωρη και ερεθιστική. Μια τελετή, ενίοτε από φάρσες φτιαγμένη, που θυμίζει την αίσθηση της ζωής, ρευστής, πυκνής, πηγαίας, ανακόλουθης.
Υπάρχει σ’αυτό το χορό κάτι σκοτεινό και συνάμα γιορτινό. Υπάρχει μαζί η χαρά της μεταμόρφωσης και η μετουσίωση της μνήμης… σε κάτι άλλο, πολύ κοντινό, όσο μια σκέψη δική μας, πολύ μακρινό, όσο ένα σύννεφο που περνά στον ορίζοντα
και το νόημα του το σβήνει το ίδιο το ταξίδι του.

Δε ζητάω από αυτά τα έργα να μου οργανώσουν την εικόνα που έχω για τον κόσμο. Να φωτίσουν το μέλλον, δε περιμένω. Μου αρκεί το θάμπωμα που έχουν και δίνουν. Η αγωνία τους που απλώς εμφανίζεται και φεύγει.
Δε τους ζητώ να ξεπερνούν τα ψευτοδιλήμματα του ηλίθιου αναπτυγμένου πολιτισμού μας.
Αυτό που έχουν μου αρκεί.
Η ωμή ζωτικότητα.
Η δίψα και το
φίλεργο
κέφι.


.
.
Ένα χορευτικό των μαθηματικών (με την πρωτότυπη μουσική). Ένας ύμνος στην γεωμετρία! Μια απόδειξη της μαγικής ακατανοησίας του κόσμου. Μια απάντηση σ’οσους νομίζουν πως απαντούν σε οτιδήποτε..
Η ελαφρότητα των μορφών, η ασυνέχεια του χώρου, οι κυματισμοί και οι αλληλοπεριεχόμενες μορφές μπορούν να οδηγήσουν τον νου, αν το επιθυμεί, σε αισθήσεις, σκέψεις κι αναφορές λιγότερο αφηρημένες ή ακόμα φιλοσοφικότερες και ποιητικές..
Πόσο απίστευτοι μοιάζουν οι φυσικοί νόμοι, οι αναλογίες και το αντίκτυπο που έχουν στον άνθρωπο!
Τι είναι πραγματικό;

“Δημιουργός” ο Larry Cuba με εργαλεία του Electronic Visualization Laboratory (EVL)

Ο ίδιος έκανε τα καινοτόμα(..) “ηλεκτρονικά” γραφικά του πρώτου Star Wars.. το 1977

Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς τρόπους να αλλάξει τον χώρο τον κοινό και να του δώσει νέες διαστάσεις ή
ακόμα καλύτερα να του αποδώσει τις διαστάσεις που ήδη έχει αλλά δεν φαίνονται πάντοτε.
Να φτιάξει μια κατασκευή που αναδεικνύει το φως την ζέστη ή τον άνεμο που κατέχει τον χώρο και μας αγκαλιάζει π.χ.
Ή πάλι να θυμίζει πως άνθρωποι ζούσαν εδώ και το απλό αγόγγυστο παράδειγμα τους μπορεί να μας βοηθήσει να μη πνιγόμαστε στην απελπισία. Χρόνος δεν υπάρχει για την ανάγκη, δε σταματά και δε ξεκινά.
Το έργο αυτό και γενικά η δουλειά της Janet Echelman ικανοποιεί τα δύο αυτά παραδείγματα. Το “γλυπτό” τρέμει στο πέρασμα του ανέμου και κάνει τον άνεμο ορατό ενώ με έναν τρόπο απλό αλλά και παράδοξο βγάζοντας τα δίκτυα στην στεριά εκτός του ότι θυμίζει τους ψαράδες του Ωκεανού (Πορτογαλλία γαρ) προκαλεί ένα παιχνίδι κλίμακας όπου ο περαστικός είναι το ψάρι (στην θάλλασσα της Ιστορίας;) ή απλώς το βλέμμα του ένα ψάρι που πιάνεται στα δίκτυα της τέχνης κι ανοίγει στο κενό, έξω από αυτό που ήταν προ ολίγου η σκέψη του, το ψευτοπαρόν του.
Ας ξοδέψουμε την ζωή μας για τέτοιες ανοησίες λοιπόν. Ας ξοδέψουμε λεφτά. Ας ξοδέψουμε, τώρα που δεν έχουμε.

το site της καλλιτέχνιδος