You are currently browsing the tag archive for the ‘Ο Χρόνος’ tag.

Είδα προ καιρού αυτό το βίντεο και στάθηκα. Δεν ήξερα γιατί. Κατάλαβα όταν τελικά άρχισα να γράφω.

α) Jacques Tati 
O Jacques Tati είναι ο παιδικός ήρωας που δεν είχα. Ο ευγενέστερος των άτσαλων ποιητών, ο βέλτιστος των καπνιστών πίπας, ο αστειότερος των σοβαρών ανθρώπων. Τον βλέπω. Απελευθερωτής του “Λόγου” από τις λέξεις. Mόνος. Κανένας άλλος δεν φόρεσε καπαρντίνα μετά από αυτόν και κανείς δεν έκανε καλύτερα ποδήλατο. Φιλοσοφεί απευθυνόμενος σε ολόκληρο τον άνθρωπο, λέγοντας ιστορίες. Είναι ο ντροπαλός φιλόσοφος. Είναι αυτός που αποκάλυψε τις κάλτσες του. Ηττημένος χωρίς να το επιδιώξει. Έντιμος μέχρι σπαραγμού. Ο Jacques Tati. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε κινηματογραφικές ταινίες.

Τα πράγματα στις ταινίες του είναι ολόκληρα κι έτσι μοναδικά. Όλα είναι ευρύχωρα, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, οι ιστορίες, οι τόποι που συνθέτει. Ακόμα κι όταν όλα καταστρέφονται υπάρχει χρόνος. Όλοι έχουν μια θέση, γελοίοι, μισοί, επηρμένοι, ικανοί κι ανίκανοι, νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει χώρος και για τους ασήμαντους και για τους κακούς. Και για τα ζώα και για τα πράγματα. Όλα έχουν φωνή. Η ερμηνεία του έχει, επίσης, μια αισθηματική και διανοητική ετοιμότητα που δεν γίνεται εξυπνάδα ή συναισθηματική εκτόνωση, μόνον χρησιμεύει για να κατανοήσει την ζωή των άλλων και την δική του. Όλα αυτά με μια λεπτή και αδιάλειπτη αποστασιοποίηση. Βλέπει από μακριά την Ιστορία σαν κίνηση παράφορη που ενώνει χωρίς να ομογενοποιεί.

Η σπαρακτική έλλειψη νοήματος στην ζωή και την Ιστορία δεν παραβλέπεται. Ούτε γίνεται βία κι απόγνωση. Αντιθέτως γίνεται γνώση, δηλαδή κατανόηση, δηλαδή άρνηση της “κατηγορίας”, δηλαδή άρνηση κάθε σχήματος που εξηγεί με απλουστευτικούς όρους, τα πράγματα, τα γεγονότα, τις ζωές. Ασκεί κριτική, δείχνει ανθρώπους, φορείς, και της αδικίας και της καταστροφικής ανοησίας αλλά ποτέ δεν κλείνει το κάδρο γύρω τους, δεν επικεντρώνει σε αυτούς, είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την Ιστορία, της ταινίας και του κόσμου. Το κακό μένει ανεξήγητο. Δεν υπάρχουν “φταίχτες” στους κόσμους που κατασκευάζει. Ναι, υπάρχει διάκριση στο έργο αυτού του ανθρώπου που δεν αποκλείει την καταστροφή και την αποτυχία. Υπάρχει αγάπη για την γη, ουράνια, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από χώμα.

Ο Jacques Tati, όμως, είναι η αφορμή, άλλο είναι το θέμα μας…

β) Η Μπάλα-Ο Τερματοφύλακας-Το Τέρμα
Λοιπόν; Τι είναι μια μπάλα; Η Μπάλα δεν είναι ένα πράγμα. Η μπάλα είναι η ελάχιστη μορφή. Ένα “διογκωμένο” σημείο. Η μπάλα είναι ένας χώρος κλεισμένος στον εαυτό του, μια ταυτολογία, μια κατασκευή χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς γωνίες, χωρίς σχήμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην μπάλα βρίσκεται ένα κομμάτι σκοταδιού. Και το σκοτάδι αυτό μένει πάντοτε ακίνητο. Όσο κι αν η μπάλα μετακινείται.

Γύρω της τοποθετούμαστε. Άλλος κοντά, άλλος μακριά, άλλος αμυντικά άλλος επιθετικά. Άλλος με πεποίθηση, άλλος ξέπνοα. Είμαστε παίκτες, θεατές, οπαδοί ή τελείως αδιάφοροι. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων και τα κενά που εμφανίζει, ορίζει αυτό που ονομάζουμε “χώρο”.

Η μπάλα παραμένει χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή αόριστη κι έτσι μπορεί να γίνει τόπος προβολής κάθε επιθυμίας. Μ’αυτόν τον τρόπο επιτρέπει ενώ διαφέρουμε να επιθυμούμε κάτι μαζί. Η μπάλα με την απολύτως συγκεκριμένη αοριστία της μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε, να συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Ο άνθρωπος χτίζεται και αντλεί την ζωή του από την επιθυμία δηλαδή από την ατέλεια, την απουσία και την έλλειψη. Η ανακάλυψη του “τραγικού” είναι ακριβώς συντονισμένη με αυτήν την γνώση και περιέχει τον θρήνο του ανθρώπινου απέναντι στο ανέφικτο, του καλού του ωραίου και του αληθινού. Είναι σκληρό αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος παρεκτός αν το αντικείμενο των επιθυμιών του παραμένει απών ή έστω έρχεται και φεύγει συνέχεια σε συχνότητα τέτοια που αν το δει κανείς από μακριά να μοιάζει πως και είναι εδώ και δεν είναι. Αυτός είναι ο ρυθμός όλων των πραγμάτων, της ύλης και της ενέργειας. Αυτόν τον ρυθμό εκδηλώνει η κυκλική εναλλαγή των εποχών, των καθημερινών γευμάτων και η παλινδρομική διείσδυση της σεξουαλικής πράξης όπως επίσης σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο ερχομό αναφέρεται η σπαρακτική και τρυφερή, σχεδόν αστεία, Πορεία προς Εμμαούς.

Κάποιες φορές αυτό το βάσανο μας εξωθεί σε εύκολες λύσεις και αφηνόμαστε σε μια φτωχή εκδοχή της απουσίας ή της παρουσίας, χωρίς αίνιγμα.
Οι επιπτώσεις είναι δεινές και πολλαπλές. Για παράδειγμα τότε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του πνεύματος και του γράμματος του νόμου και κυριαρχεί η απώθηση, η σκληρότητα και η τυφλότητα. Τότε αφανίζεται η ανάγκη και η δυνατότητα για ερμηνεία και αγκαλιάζουμε το “sola scriptura” που θαρραλέα πλην απελπισμένα πρότεινε ο προτεσταντικός κόσμος. Τότε τα πράγματα είναι επίπεδα, οι άνθρωποι είτε καλοί είτε κακοί και η γλώσσα νεκρή επειδή είναι παντοδύναμη. Τότε ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός απλώνεται γύρω μας επαιρόμενος για το θάρρος του. Τότε τα πράγματα δεν οδηγούν πουθενά, αλλού, δε μας αποκαλύπτουν μόνο μας καθρεφτίζουν. Τότε είμαστε φυλακισμένοι στα φαινόμενα.
Τότε, χαρακτηριστικά, ζητάμε μια λύση αμέσως στα προβλήματα μας ενώ δεν τα έχουμε κατανοήσει. Η κατανόηση όμως απαιτεί χρόνο και από μας κι από τα πράγματα, δεν έρχεται όσο κι αν πεισμώνουμε, ακόμα κι αν πεθαίνουμε θα απαιτήσει χρόνους που πιθανώς μας ξεπερνούν.

Θέλουμε να ελευθερωθούμε από την βάσανο της ερώτησης, του πόθου, της υπομονής απέναντι στο ανέφικτο της Ιστορίας. Πως μπορεί αυτό το σχήμα να μείνει ανοικτό; Αντιφατικό και περιεκτικό; Η μπάλα είναι ένας τρόπος να εντοπίσουμε το κενό, την έλλειψη, την απορία. Κάτι που μοιάζει επαρκώς με το τίποτα ώστε να μπορεί να αποκαλύψει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία. Στην παρούσα απουσία καθρεπτίζεται και ενεργοποιείται η επιθυμία κι όπως κινείται αρχίζει να “υπάρχει” και να οργανώνεται. Γι’ αυτό το θαύμα μιλούν όσοι γεύτηκαν την επήρεια της γραφής που μοιάζει να μιλά πέρα από αυτόν που γράφει. Γι’ αυτό όταν κινούμαστε να μιλήσουμε σε κάποιον άλλο, συχνά δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα πούμε και μιλώντας φωτιζόμαστε και μας ακούμε κι ο Λόγος μας συντάσσεται και αποκτά δομές, ουσία γεωμετρίες σχέσεις.
Ο πόθος του εραστή, το ερώτημα του στοχαστή, η προσευχή του ασκητή και η λαχτάρα του καταναλωτή, όλα, κινούνται προς το σημείο μιας εντοπισμένης έλλειψης. Μιας έλλειψης που έχουμε ονομάσει. Έτσι, γύρω από την έλλειψη και το κενό, χτίζονται όλα τα πράγματα.

Η μπάλα, λοιπόν, δεν μαγεύει αδίκως τα πλήθη. Η σημασία της βαθαίνει και η γοητεία της εντείνεται από το γεγονός πως αυτήν τη λειτουργία την επιτελούν κι άλλες έννοιες, λέξεις, αντικείμενα, αξίες, σύμβολα. Αυτά βρίσκονται παντού και συνθέτουν την κοινότητα μας επειδή ακριβώς μένουν ανοικτά και ενδεχόμενα, σαν καθρέφτες, σε αναμονή του νοήματος που θα τους δώσουμε. Η μπάλα όμως είναι παιχνίδι.
Είναι περιορισμένη σε έναν χώρο κι έτσι δεν κινδυνεύει κανένας και τίποτα από την ασάφεια της. Μπορεί να παραμείνει σε μια περιοχή όπου οι ηθικές κατηγορίες δεν επαρκούν, κι εμείς να την κυνηγάμε. Χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε πως τρέχουμε τον πιο σοβαρό αγώνα της ζωής μας. Όπως όταν παίζουμε “πόλεμο” μικροί, δίχως να πεθαίνουμε. Γι’αυτό καθησυχάζει και παρηγορεί. Έτσι θεραπεύει και καλλιεργεί, την επιθυμία. Ακόμα κι αν όλα χαθούν δεν έχουμε ανάγκη τίποτα για να έχουμε κάτι.

Κι ο τερματοφύλακας;

Περιμένει. Μόνος. Το ερχόμενο. Εξαγριωμένος από την αναμονή, δέσμιος της αγωνίας, του αγώνα δηλαδή που έγινε κατάσταση του πνεύματος. Η “ζωή” είναι αλλού. Κάθεται και την βλέπει, μακριά από τις γιορτές και τις μάχες, έξω από τις ακολουθίες των γεγονότων, τις πάσες, τις ανταλλαγές, τις συζητήσεις.
Αυτός είναι ο φύλακας. Παραστέκει το αμετάκλητο. Μόνον αυτό αποτελεί ευθύνη του. Όλα τα άλλα θα ξεχαστούν. Τα γκολ θα μείνουν. Ο Τερματοφύλακας έχει το βλέμμα του στραμμένο στην Ιστορία. Στην ποδοσφαιρική αιωνιότητα. Στην πιο απόλυτη πραγματικότητα. Σε αυτό που κρίνει τον αγώνα. Στην τελική κρίση. Δηλαδή αυτός μόνον ασχολείται με την Κρίση καταπρόσωπο, αυτός που πενθεί την αχρηστία του και βαριέται πλάι στην πύλη του Τέρματος, ενώ οι γιορτές και οι μάχες μαίνονται και ανάβουν φωτίζοντας τα πλήθη και τα παιχνίδια της Ιστορίας.
Βρίσκεται μακριά από τους θριάμβους, όσο πιο μακριά γίνεται από τις νικηφόρες στιγμές, αγκαλιασμένος με την ήττα. Μόνον την ήττα πραγματεύεται. Γιατί δεν κυνηγά κι αυτός τα γκολ; Είναι αδικημένος; Έχει κατάθλιψη; Δεν είναι ελεύθερος; Μήπως αυτός είναι ελεύθερος; Γιατί “παίζει” έτσι; Δε θα δημιουργήσει ποτέ κάτι. Δεν θα δώσει ποτέ μια “Νίκη”. Μόνον θα αποτρέπει ήττες.
Αυτός που δίνει νόημα σε όσα καινούρια έρχονται επειδή τους αντιστέκεται. Αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση των γκολ. Αυτός. Είναι εχθρός τους; Και γιατί έχει το δικαίωμα να αγγίξει, με τα χέρια του, την μπάλα; Και γιατί επιμένει σε ένα σημείο όταν όλοι ποθούν ταξίδια κι αποδράσεις; Τον ενδιαφέρει ο Τόπος αλήθεια; Γιατί ζει, τον αγώνα, με το βλέμμα; Αντί να τρέχει, να ιδρώνει, να χαίρεται όλη αυτήν την σωματικότητα; Γιατί δεν καταναλώνει τις διαδρομές να μη βαριέται; Τον δένει κάτι; Το διάλεξε ο ίδιος; Καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι; Και πόσο ανόητος;

Ο Τερματοφύλακας παραστέκει, και είναι, το τέλος και η αρχή κάθε διαδρομής. Είναι πολύ κοντά στο τέλος και η αγωνία του έχει κάτι από την αγωνία του τέλους. Του τέλους της ζωής, της αλήθειας, του αμετάκλητου. Ο άνθρωπος του Τέλους, ο Τελευταίος. Εκεί ορίζονται τα πράγματα κι εκεί συντρίβονται. Στο Τέρμα.
Όμως για κάτσε…
Το Τέρμα; Τι είναι το Τέρμα;

Αφού είναι τόσο σημαντικό γιατί του έχει γυρίσει την πλάτη; Αυτό το τέρμα γιατί το φυλάει αλήθεια; Δεν είναι όμορφο, δεν έχει κάτι πολύτιμο ή ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα! Αν τον άφηναν μαζί με το Τέρμα, αφού τόσο το αγαπάει, τι θα έκανε; Το Τέρμα πρέπει μάλλον να μείνει κενό. Πρέπει να υπάρχει πάντα κενό κάπου, δηλαδή μια ερώτηση, δηλαδή η επιθυμία, δηλαδή κάτι αφόρητο, αποτρόπαιο, αιώνιο. Κάτι που συντρίβει και ο αγώνας να το αποκτήσεις σε βοηθά όσο τίποτα να το ξεχάσεις, να πάρεις μιαν ανάσα.
Κι αυτό το κενό κοστίζει. Μέρες και νύχτες. Αβέβαιες διαδρομές και μεγάλες σιωπές. Απέναντι σε όσους θέλουν επειγόντως απαντήσεις. Τεράστια μοναξιά.

Το Τέρμα είναι φτιαχτό. Είναι μια κατασκευή. Κι αυτό δεν το καθιστά ψέμα. Οι κατασκευές είναι συνθέσεις των πραγμάτων που επειδή δεν μπορούμε να τα ακυρώσουμε τα λέμε αλήθειες. Μόνο μια κατασκευή μπορεί να στεγάσει του κόσμου τις ετερόκλητες αλήθειες που ποθούμε, που είμαστε, που θεριεύουν αν τις αγνοήσουμε, που σβήνουν όταν γίνονται απόλυτες. Τις αλήθειες που αναγνωρίζουμε και δεν ενώνονται αυτόματα, όπως η δικαιοσύνη με την συγχώρεση και την καλοσύνη, το Παρόν με το Παρελθόν και το Μέλλον, η προσωπική ζωή με αυτήν του συνόλου, η αναγνώριση του Ιερού μαζί με την ανάγκη για το ανούσιο, η δίψα για την τελειότητα μαζί με την ανεπάρκεια την δική μας και του κόσμου, η ασυνέχεια των πραγμάτων με την συνέχεια και την ροή, η απαραίτητη μνήμη του θανάτου με την απαραίτητη λήθη του, η δίψα για το παρόν με την νοσταλγία για όσα βρίσκονται έξω από τον χρόνο… και τόσα άλλα. Πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Πολιτισμό, πράγματα κατά μίαν έννοια “αφύσικα” που ενώνονται στον ίδιο τον άνθρωπο, ενεργά και ενσυνείδητα. Μόνο μια κατασκευή μπορεί, να δημιουργήσει τις αντιφάσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε.

Και τι αλήθεια δεν είναι κατασκευή; Οι ερωτικές ιστορίες; Τα κράτη; Οι ιδεολογίες; Τα έθνη; Οι αξίες; Η έννοια π.χ. της ανθρωπότητας; Ή οι θρησκείες; Στο μέτρο που είναι κατασκευές είναι αφ’ ενός σημάδια της ανθρώπινης ελευθερίας, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις όσων στοιχειώνουν το ανθρώπινο, το ξεπερνούν, το διαπερνούν. Εν τέλει μια κατασκευή είναι τόπος φανέρωσης πραγμάτων που εκδηλώνονται στην ζωή και στο σώμα μας χωρίς να είναι δικά μας, είναι φωνές που μας ξεπερνούν, πράγματα πέρα από εμάς που εκκρεμούν.

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο τέρμα. Διότι και το τέρμα επιδιώκει να εκφράσει κάτι που καμία διατύπωση δεν εξαντλεί. Προσπαθεί να απεικονίσει το αόρατο. Είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό με την μπάλα. Είναι ελεύθερο από τον εαυτό του, από κάθε αναπαράσταση του εαυτού του. Είναι το όριο, το τέρμα, το Τέλος, και είναι αποτρόπαιο. Γι’αυτό το στήνουμε, για να ελαφρώσουμε τον τρόμο που προκαλεί και να παίξουμε μαζί του. Γι’αυτό ο Τερματοφύλακας μπορεί και δεν το κοιτά ποτέ. Του έχει γυρισμένη την πλάτη. Μπαίνει αδιάφορα μέσα. Ξαναβγαίνει. Είναι εκεί και δεν είναι.

γ) Οι αμίλητοι
Τις μέρες αυτές είναι πολλοί αυτοί που μένουν αμίλητοι. Τώρα που η αίσθηση του επείγοντος κυριαρχεί. Σε μια κρίση ευνοούνται όσοι έχουν απλουστευτικές, ισχυρές θέσεις που βρίσκουν “ποιος φταίει” ή πάλι θέσεις που υπόσχονται την “λύση” του προβλήματος, ερήμην του χρόνου και της υπομονής. Θέσεις δηλαδή που μειώνουν τον άνθρωπο. Οι μέρες αυτές δεν αγαπούν τις ερωτήσεις, βασανίζονται από την αμηχανία της ερώτησης. Δεν αντέχουν περισσότερη ευθραυστότητα.

Οι αμίλητοι βρίσκονται έξω από αυτό το κλίμα. Μόνοι μένουν και ύποπτοι τέτοιες εποχές. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Οι ερωτήσεις τους είναι περιττές. Διαρκώς διαφωνούν με όσους συμφωνούν και συμφωνούν με όσους διαφωνούν. Και οι ίδιοι εξαντλούνται και αναθεματίζουν την μοναξιά τους. Είναι, όμως, οι φύλακες της ανθρωπότητας μας. Ασήμαντοι εργάζονται την σιωπή, την δίψα για αλήθεια, για κατανόηση και διαύγεια. Είναι αυτοί που φυλάσσουν την πολύτιμη αμηχανία του νου απέναντι στην Ιστορία. Είναι αυτοί που απενοχοποιούν την αδυναμία. Που την φωνάζουν και της δίνουν σάρκα.

Οι αμίλητοι πεινάνε δυστυχούν και επείγονται, αλλά επιμένουν, τα πράγματα να είναι ολόκληρα, δηλαδή να τα αγκαλιάσουμε όπως είναι, μισά. Μέχρι την τελευταία στιγμή επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο σαν να έχουν μιαν αιωνιότητα μπροστά τους. Το αίνιγμα του παρόντος πάντα αναφέρεται στο αίνιγμα του παρελθόντος και του μέλλοντος. Καμμία επείγουσα συνθήκη δεν τους μετακινεί. Mόνον η κατανόηση. Η κατανόηση, όμως, δεν υπηρετεί την ισχύ αλλά το ανθρώπινο αίνιγμα.

Στέκονται μπροστά στον κόσμο. Και τον ρωτούν. Όταν πατούν το χώμα, ομολογούν πως δεν ξέρουν τι είναι. Είναι αλήθεια μπορετό να ζεις έτσι; Είναι όλος αυτός ο κόπος σωστός; Όλη αυτή η καταδίωξη του νου στο βάθος μιας ερήμου που κανείς δεν είδε; Μιας ερήμου που μοιάζει να γεννά από μόνο του το βλέμμα τους. Πώς να περπατήσεις από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη; Πώς να μιλήσεις και να μην νομίζουν οι άνθρωποι πως μίλησες; Να μη σε παρεξηγήσουν δηλαδή. Τα πράγματα δεν έχουν μέγεθος οριστικό και οι λεπτομέρειες είναι πάντα επίφοβες και τεράστιες. Όταν αισθάνεσαι εφήμερος τα επείγοντα θέματα μοιάζουν κι αυτά έτοιμα να μικρύνουν, μοιάζουν ερείπια του μέλλοντος, ψέμματα του χτες και σκιές πράξεων που έχουν χαθεί από μπροστά μας.

Μιλώ για εκείνους που στοχάζονται και βλέπουν μ’ όλο τους το σώμα και η σκέψη τους δεν είναι συλλογισμοί και ευφυΐα αλλά αίσθηση του ανθρώπινου και σύνδεση. Για όσους δεν αποκρύπτουν την αντίφαση αλλά την αγκαλιάζουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο για να τον μιλήσουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο μιλώντας. Για όσους μένουν αμίλητοι. Και δεν θέτουν διλήμματα, δεν κάνουν προβολές για να αντέξουν την δυσμένεια των ημερών. Όσους αρνούνται τις απλουστεύσεις, και δεν ενδίδουν στον πειρασμό της κατηγορίας. Οι αμίλητοι, αυτοί, είναι που κρυφά γονιμοποιούν τον δημόσιο λόγο. Είναι γενναίοι επειδή ξέρουν να φοβούνται.

Η αμηχανία δεν είναι σφάλμα αλλά δυνατότητα. Μόνο ένα ψέμα μπορεί να μην είναι εύθραυστο και γι’ αυτό όλο νικά και θριαμβεύει κι όλο απειλείται και φοβάται. Χωρίς την ευθραυστότητα η φτώχεια δεν έχει όρια, η απελπισία γίνεται κατάσταση και η καταστροφή στόχος. Η αμηχανία, από την άλλη, γεννά χώρο και χρόνο. Χώρο που αφάνισαν οι στόχοι, οι αγώνες, οι συνήθειες, οι ιδιοτέλειες και οι επιθυμίες, που κατέλαβαν οι παραδόσεις και οι ιδεολογίες. Και χρόνο, να σκύψουμε σε πράγματα που αφήσαμε πίσω και μας λείπουν. Μόνον η αμηχανία πάει εκεί που οι άλλοι δεν τολμούν και νομίζουν την δειλία τους γενναιότητα.

Η αμηχανία είναι η πρέπουσα κατάσταση. Αλλά εδώ θέλει προσοχή… δεν μιλάμε για κάποιαν επιλογή της ήττας ή της αδυναμίας, του ηρωικού περιθωρίου ή του θυματοποιημένου ανίσχυρου. Μιλάμε για το ηθικό σθένος και την διαύγεια. Η αμηχανία δεν είναι στόχος αλλά σύμπτωμα. Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη θέση για την οποία πάντοτε λογοδοτείς και βάλλεσαι. Όταν σε ρωτάν: Εσύ ποιός είσαι; Και δεν έχεις απάντηση. Αν απαντήσεις μέσα στις κατηγορίες που σου ζητούν να μπεις τότε θα αρνηθείς πως ο κόσμος μας έχει αποτύχει, θα αρνηθείς το δικαίωμα να φανταστείς τον κόσμο ξανά, να έχεις φωνή, γι’ αυτό μένεις άφωνος κι έτσι κραυγάζεις πως ο κόσμος μας είναι φυλακισμένος στις φαντασιώσεις άλλων. Το παρόν απουσιάζει όταν προϋπάρχει.

Η αμηχανία είναι ένα ρήγμα στον κόσμο και δεν εκχωρεί ούτε αποδέχεται την θέση του θύτη ή του θύματος. Δεν συμμετέχει στην συγκάλυψη του προφανούς. Στον ιδιοτελή προσεταιρισμό της τραγωδίας. Αποτελεί προστασία από ολοκληρωτικές απαντήσεις, ηθικισμούς, συναισθηματισμούς, θυματοποιήσεις, δαιμονοποιήσεις. Δεν συμμαχεί με το ψέμα της εξήγησης. Είναι το θεμέλιο του Μέλλοντος. Η επιτροπή της συνάντησης. Το καταφύγιο της ερώτησης. Είναι διωγμός ατέλειωτος, διηνεκής, αγέννητος. Είναι η αναπνοή της σκέψης και το κατόρθωμα του νου. Η προέλευση του “πολυμήχανου” ανθρώπου. Το “δέος” του αρχαίου κόσμου.
Πηγή της ποίησης, της προσευχής, της φιλοσοφίας, μένει αυτή.
Η αδυναμία, η άγνοια, η ήττα, όπως την νομίζουν,
όσοι αναζητούν την δύναμη, την ισχύ και την ηγεμονία.
Χρειάζονται κι αυτοί.

Jacques Tati στην (Αγγλική) Wikipedia

άλλες σχετικές αναρτήσεις:

Walk around a telephone booth ή Αν υπάρχει κάτι άδειο σ’αυτό τον κόσμο.. / από τον Dokugyunyu..

Ο Bill Viola “The Reflecting Pool”

Αυτό που είμαι.. /Ce que je suis HOLDEN

I AM ROBOT/ από τον “Ken Tanaka” allias David Ury/ ROBOTS #2

κ.α.

Advertisements
Στα σημειωματάρια μου υπάρχουν μνήμες, σκέψεις και κομμάτια από ιστορίες που φαντάστηκα. Πράγματα που επίτηδες δεν ορίζω. Είναι καιρός να ανοίξουν οι ντουλάπες, να βγουν πράγματα στο φως. Ειδικά τώρα που η βία των περιστάσεων επιβάλλει τα θέματα που συζητάμε. Ειδικά τώρα θέλω όλο και περισσότερο να μιλήσω για όσα μοιάζουν μικρά, ασήμαντα, ιδιωτικά… 
 

“Tu vas me manquer cette nuit!” Θα μου λείψεις αυτήν την νύχτα. Αυτές οι λέξεις ήταν δικές μου. Είχα σύρει το προσωπο μου στους μηρούς της, στην κοιλιά, στο λαιμό της. Είχα χαιδέψει το πόδι της κρυφά κάτω από το τραπέζι, απαλά σαν σκέψη, κρυφά όπως ταιριάζει στα μυστικά, γιατί ήταν μυστικές οι στιγμές μας.
Ξεχειλίζοντας στην θέα του προσώπου της νέας γυναίκας που ακόμα αμφιβάλλει τον θαυμασμό του άνδρα. Το χαμόγελο των ματιών της φανερώνει λίγες στιγμές αγάπη και τρυφερότητα. Τα χέρια της κρατούν το χέρι μου πάνω στο πρόσωπο της ενώ τα μάτια μας ποτίζονται στην αμοιβαία θέα. Πονάω να τα σκεφτώ όλα αυτά. Την βλέπω στο ίδιο σπίτι, λίγες μέρες πριν σαν δύο άγνωστοι, κανείς δεν πρέπει να μάθει και είναι η Σελήνη και είναι μπερδεμένη οπότε είμαι μπερδεμένος και δε μπορώ να μεταμορφωθώ σε άνδρα και καθησυχάζω τον πόθο αλλά είναι νύχτα κι αγκαλιαζόμαστε και είναι μικρή και θα ωριμάσουν τα φιλιά της με τον καιρό αλλά δεν την είδατε να κοιμάται ξαπλωμένη, απλή, αφημένη με τα πόδια της να διπλώνονται μεταξύ τους, πόση χάρη, απλόχερη και σιωπή στο μικρό δωμάτιο που ο χρόνος χάνεται.

Κάθε βράδι για χάρη της κοιμάμαι λίγα λεπτά λιγότερο ώστε να την θυμηθώ.

Για το βίντεο: superbien.fr

Leonard Cohen, Book of Mercy 1984.

In the Eyes of Men
In the eyes of men he falls, and in his own eyes too. He falls from his high place, he trips on his achievement. He falls to you, he falls to know you. It is sad, they say. See his disgrace, say the ones at his heel. But he falls radiantly toward the light to which he falls. They cannot see who lifts him as he falls, or how his falling changes, and he himself bewildered till his heart cries out to bless the one who holds him in his falling. And in his fall he hears his heart cry out, his heart explains why he is falling, why he had to fall, and he gives over to the fall. Blessed are you, clasp of the falling. He falls into the sky, he falls into the light, none can hurt him as he falls. Blessed are you, shield of the falling.

Wrapped in his fall, concealed within his fall, he finds the place, he is gathered in. While his hair streams back and his clothes tear in the wind, he is held up, comforted, he enters the place of his fall. Blessed are you, embrace of the falling, foundation of the light, master of the human accident.

Στα μάτια των ανθρώπων.
Στα μάτια των ανθρώπων πέφτει. Kαι στα δικά του επίσης. Πέφτει από την υψηλή θέση του. Πηγαίνει στο κατόρθωμα του. Κατευθείαν. Πέφτει σε σένα, πέφτει να σε γνωρίσει. Είναι κρίμα, λένε. Δείτε την ντροπή του φωνάζουν, όσοι τον ακολουθούν λίγο πιο πίσω. Αλλά αυτός πέφτει εκτυφλωτικά στο φως στο οποίο πέφτει. Δε βλέπουν ποιος τον σηκώνει ενώ πέφτει, ούτε πως η πτώση του με τον καιρό αλλάζει και μαζί της κι ο ίδιος παραδαρμένος μέχρις ότου η καρδιά του βάλει τις φωνές και ευλογήσει εκείνον που τον κρατά μέσα στην πτώση του. Και στην πτώση του μέσα ακούει, την καρδιά του να ουρλιάζει και η καρδιά του εξηγεί γιατί πέφτει, γιατί έπρεπε να πέσει, κι έτσι αφήνεται. Πέφτει. Ευλογημένο είσαι, σφιχταγκάλιασμα της πτώσης. Πέφτει μέσα στον ουρανό, πέφτει μέσα στο φως, τίποτε δε μπορεί να τον πληγώσει ενώ πέφτει. Ευλογημένη είσαι, ασπίδα της πτώσης.

Τυλιγμένος στην πτώση του, κρυμμένος μέσα σ’ αυτήν, βρίσκει χώρο και μαζεύει εκεί τον εαυτό του. Ενώ τα μαλλιά του φεύγουν πίσω ορμητικά και τα ρούχα του σκίζονται με λυγμούς στον αέρα κάτι τον κρατά όρθιο, τον παρηγορεί και έτσι μπαίνει στην πτώση του.
Ευλογημένο αγκάλιασμα της πτώσης.
Θεμέλιο του φωτός.
Αφέντη του ανθρώπινου ατυχήματος.

(μετάφραση Α. Μιστριώτης)

Το καταπληκτικό αυτό Βίντεο τόσο πολύ μου μίλησε και για τόσους διαφορετικούς λόγους που προσπάθησα να μη σχολιάσω πολύ. Μη φορτωθεί και χάσει κάτι από την έκπληξη του. Είναι προιόν ενός άλλου πολιτισμού, όμως, κι έτσι έχει ανάγκη και λίγης υπεράσπισης. Οι Sticky Monster Lab από την Κορέα. Μια συνέντευξη τους εδώ (καταπληκτική κι αυτή…) 🙂

Καλούν τους εαυτούς τους και τους χαρακτήρες τους ΤΕΡΑΤΑ! Αυτά τα τέρατα είναι όλο πραότητα και καλοσύνη σχεδόν προπτωτική:).
Όλοι οι χαρακτήρες έχουν κάτι θετικό, μια δικαιολογία, τίποτα δεν καταδικάζεται οντολογικά, όπως ακριβώς στις εικόνες των Χριστιανών της Ανατολής (έχω γράψει σχετικά εδώ). Θυμάμαι την φράση του Μπόρχες(;) “Όλοι οι ποιητές είναι καλοί όταν τους καταλάβεις”.
Το “Είμαστε όλοι ΤΕΡΑΤΑ” έχει κάτι από το επίσης ακραίο “ο Άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ Εικόνα και καθ’ Ομοίωση του Θεού”. Το ένα το οδηγεί η θεμελιώδης έννοια της Συμπόνοιας “Compassion” και το άλλο εκείνη της Αγάπης. Η Θλίψη της Ιαπωνικής ευαισθησίας, αυτή η νοσταλγία, είναι ανάλογη του τρόπου με τον οποίο βλέπουν αυτόν τον κόσμο. Οι Sticky Monster Lab είναι Κορεάτες κι έχουν την γλυκιά μελαγχολία που συναντά κανείς σ’ όλες τις βουδιστικές κουλτούρες. Όλοι π.χ. ξέρουν την Ukiyo-e, αν δε σας λέει κάτι, μήπως το όνομα Hokusai; Δείτε τον ορισμό στις πρώτες παραγράφους αυτού του συνδέσμου κι αν έχετε χρόνο ξαναδείτε αυτές τις θαυμαστές εικόνες.

Αν αυτός ο κόσμος είναι μια ψευδαίσθηση όλα αυτά που αγαπώ, δεν υπάρχουν ήδη. Κι εγώ; Δεν έχω καμμία σημασία; Ο εαυτός είναι μια ψευδαίσθηση… Μου αρέσουν όμως όλα αυτά, δηλαδή δε μπορώ ακόμα να τα εγκαταλείψω κι ας έχετε δίκιο. Μου αρέσει και η ζωή αυτή που, σαν ψέμα που είναι, έχει ήδη πεθάνει, ενώ την ζω. Την νοσταλγώ, ήδη.

(αν έχετε δει το βίντεο, υπάρχει ένα ακόμα σχόλιο πιο κάτω..)
Read the rest of this entry »

Υπάρχει κάτι που ονομάζουμε αλήθεια, όσο πιο κοντά του πας τόσο πιο απλό είναι. Εκεί το γέλιο και το κλάμμα συνυπάρχουν ειρηνικά.

το site της ταινίας Young@Heart εδώ

Δείτε τους νέους μας φίλους ενώ εγώ θα πάω να πλύνω πιάτα πετώντας!

( αυτές οι γραμμές γράφτηκαν μ’αφορμή αυτό το βίντεο που μόλις “δημοσιεύτηκε”)

Δεν είμαστε το σώμα μας. Δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε τα αισθήματα μας. Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι του χρόνου σε μια πραγματικότητα που επιπλέει στο άγνωστο και πλησιάζουμε τα πράγματα, θαυμαστά και όμορφα μόνον και μόνον επειδή υπάρχουν. Αυτή η βάρκα δεν έχει επιβάτη διότι την επιβαίνει το βλέμμα μας που μας κοιτά. Το βλέμμα μας φεύγει κάνει τον γύρω του κόσμου ξανά και ξανά να βρει διεξόδους και θαύματα, κάτι ψάχνει. Δε σταματά. Αυτή η βάρκα είμαστε εμείς και όλα όσα μας δίνουν μορφή, όλα αυτά που δεν είμαστε. Διότι δεν είμαστε καμμία απο τις εκδηλώσεις μας. Οι σκέψεις και τα πράγματα, οι αριθμοί και τα σχήματα είναι υλικά του κόσμου. Η διαφορά των λέξεων από τις πέτρες δεν είναι ουσιαστική, είναι κάτι σαν αντικείμενα με διαφορετικές πυκνότητες. Το νερό είναι φευγαλέο κι ο αέρας ούτε καν ορατός αλλά είναι υλικά στοιχεία. Δεν ισχύει πάντα ο διαχωρισμός μεταξύ πνευματικού και υλικού, ψυχικού και σωματικού, άυλου και υλικού. Το υλικό του κόσμου είναι ουσιωδώς ένα και γι’ αυτό μπορούν τα πράγματα να αγγίζουν και να αποτυπώνουν το ένα το άλλο.

Το θαύμα του κόσμου είναι εκτυφλωτικό και διακριτικό, δε φωνάζει, δε φωνάζει διαρκώς, συχνά απλώς κάθεται εκεί κι αυτή του η ηρεμία απέναντι στον παραλογισμό του “είναι” μοιάζει με το αρχαϊκό μειδίαμα. Μοιάζει τρομακτική και καθησυχαστική.

Σ’ αυτή την περιπλάνηση δεν βλέπουμε την ουσία(;) των πραγμάτων, βλέπουμε όμως τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, τις γεωμετρίες και τα χάσματα, τις εκτάσεις που ανοίγουν σκοτεινές και γι’ αυτό γεμάτες υποσχέσεις. Κομμάτια από την επιφάνεια του κόσμου και κομμάτια από τα πλέγματα των γεγονότων και των εννοιών μας βοηθούν να πλοηγούμε, να προσανατολιστούμε και να παίξουμε την ζωή μας. Άλλα πλάσματα κάνουν κι αυτά την διαδρομή τους, άνθρωποι, ζώα και πουλιά υπακούοντας κι αυτά στις δικές τους γεωμετρίες, σε σχέσεις, σε ρυθμούς, μόνον έτσι υπάρχει ενέργεια στα πράγματα.

Κάνοντας τον γύρο του μικρού μας κόσμου τα πράγματα γυμνώνονται και μοιάζει ο χώρος κι ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη σκλαβιά. Στον Πάτο της “Μαύρης Λίμνης” βρίσκεται η “Μαύρη Λίμνη”. Και οι εποχές έρχονται ξανά και ξανά και τα κοπάδια κι ο βάτραχος που μας κοιτάει κρυμμένος, μένει εκεί ερμητικός στην υπόσχεση του. Η επιθυμία υπέρβασης του χώρου και του χρόνου χτυπά πάνω στην ίδια την “ύπαρξη”, που είναι λέει κάτω από μιαν αρχή(υπ-αρχή), από κάτω. Αυτή η περιοχή του χώρου και του χρόνου στην οποία είσαι κλεισμένος σε πλακώνει όταν ανέβεις στην κορυφή ενός βουνού, σε πλακώνει στην καρδιά της ερήμου και στον μυχό της νύχτας, σε πλησιάζει όταν βρίσκεσαι στην αγκαλιά αυτού που αγαπάς, σε αφορά όταν κερδίζεις στο χρηματιστήριο κι όταν παίρνεις τον μισθό σου, σε κυκλώνει όταν ταξιδεύεις στην Αργεντινή και την Ταΐλάνδη και τρως εξωτικά φρούτα. Καμμία πολιτική απ’ αυτές που ξέρουμε δε μπορεί να απαντήσει σ’ αυτην την σκλαβιά και δεν υπάρχει κανένα σύστημα να του τα ρίξουμε ή έστω να το αντιπαλέψουμε και να αξιοποιήσουμε την οργή μας, την μανία, την θλίψη. Βαθύτατες.

Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια, όμως, είναι η επιθυμία, η αίσθηση και η έννοια… του “σπιτιού”. Κανένας ορισμός του σπιτιού δεν επαρκεί. Το σπίτι είναι η μέσα μεριά του ορίου, το κέντρο του κύκλου που ανοίγει στο άπειρο, η ανάστροφη αλλά ταυτόσημη απόδοση του “ταξιδιού”, της αναζήτησης της γνώσης, της απόδρασης. Ένα σπίτι μπορεί να διαλυθεί, να πουληθεί να αλλάξει και να ξαναστηθεί αλλού, αλλά.. τίποτα δε μπορεί να ξεριζώσει την ανάγκη του. Το μόνο που γίνεται είναι να ανοίξει, να γίνει τεράστιο, να απλωθεί παντού αυτή η αίσθηση, έστω για μια στιγμή, να μπορέσεις να αποκοιμηθείς σε μέρη άγνωστα. Το σπίτι δεν είναι το σπίτι. Το σπίτι είναι η σύνδεση μας με τα πράγματα, με την καταγωγή μας, με το γεγονός πως γεννηθήκαμε, κάποια στιγμή(!). Αυτή η καταγωγή είναι η πρώτη ύλη από την οποία είμαστε φτιαγμένοι, και έννοιες όπως Πατρίδα, Έθνος, Πατέρας, Μάνα από κει πηγάζουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητες. Διότι είναι υπαρξιακά θεμελιωμένες. Αν δεν ήταν θα ήμασταν έτοιμοι για το μηδέν και το μη-είναι, πράγμα που είναι επίσης παράλογο για τον ασυνείδητο εαυτό. Η Κοινωνία, η Ιστορία, η Οικονομία δεν είναι έξω από τα πρώτα ερωτήματα, δε στερείται την σωματικότητα της φιλοσοφίας αλλά την εμφανίζει. Δεν αποσβέννει την αναγκαιότητα της Θεολογίας αλλά την εξωθεί. Δεν προσπερνά και υπερκαλύπτει τα οντολογικά, απλά, ερωτήματα αλλά τα επιβάλλει. Ένα παιδί φωνάζει μέσα σ’ όλα αυτά τους γονείς του πριν καν ρωτήσει τον εαυτό του: “Γιατί;”

Θα τελειώσω αυτές τις γραμμές με τρόπο αυθαίρετο, με αναφορά στην επιθυμία για Φως, για Ζέστη, απεριόριστο Ουρανό και άπλετο Ήλιο. &)

Για τον David OReilly έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση.

Για τον Jon Klassen αλλά και το Black Lake δείτε εδώ!

Τα πράγματα είναι κάπου εκεί.

Γεμίζουν μόλις τα κοιτάξουμε. Η απουσία είναι γεμάτη και πυκνή. Αν μείνεις εκεί, κάπου, τα πράγματα σηκώνονται, γίνονται τεράστια, για το καλό και για το κακό.
Ο χώρος δεν είναι συνεχής, ένας τηλεφωνικός θάλαμος είναι συνέχεια πολλών άλλων χώρων που δεν φαίνονται,
είναι μια ανοιχτή υπόσχεση τόσο ανοιχτή που χάνει το νόημα της,
είναι ακίνητος.

Ένας τηλεφωνικός θάλαμος μοιάζει να είναι στο κέντρο ενός αόρατου κύκλου. Ένα κέντρο που ενώ κλείνει και συγκεντρώνει τον χώρο, ενώ περιορίζει τοπικά, ταυτόχρονα, ανοίγει σε αναρίθμητα δωμάτια και ανθρώπους. Μέσα από καλώδια, κύματα μαγνητικά και πιθανές συνομιλίες.
Άλλα τοπία γεμάτα φως και σπίτια γεμάτα παιδιά και αποθήκες και γραφεία και άνθρωποι που μαλώνουν κι άλλοι που τρώνε και πίνουν και συσκευές μουγκές χωρίς ανθρώπους ακίνητες, έτοιμες. Είναι ιλιγγιώδες. Όλη η γη σχεδόν φτάνει σ’αυτό το σημείο, το οποίο έτσι γίνεται τελικά αόρατο, απροσδιόριστο, άγνωστο.
Ποιό είναι το “τέλος” της επικοινωνίας;

Η τρέλα των Ιαπώνων και η βαθιά τους πληγή είναι σα να ποτίζει τον κόσμο με μια ασίγαστη επιθυμία για ζωή. Με μια πελώρια ανάγκη για νόημα χωρίς νόημα. Το πάθος και η τόλμη τους είναι σχεδόν αστεία. Η επιμονή τους μας οδηγεί σε περιοχές χωρίς λέξεις, σε μια “Ιαπωνική Απορία” σε ένα γοητευτικό κενό που κάτι ξεκλειδώνει. Η γοητεία αυτή βέβαια είναι αμφίσημη και απαιτεί προσοχή..
Ποιός είναι ο dokugyunyu;
Δείτε κι αυτό από τον ίδιο..

Σχετικές αναρτήσεις:
Monsters (!_!)/ Τα Τέρατα!!! (Η Βουδιστική Ευαισθησία- Η Συστημικές αναλύσεις- Η Ποίηση του Τέλους- Η Νοσταλγία κλπ κλπ)

 

Τι βλέπει μέσα στο νερό που έμεινε από τις βροχές που πέρασαν; Τι βλέπει μέσα στα ερείπια; Ο Μετανάστης, ο Ξένος, ο καταδικασμένος στην παρατήρηση; Αυτός που αρνείται την εξοικείωση και βαδίζει μέσα στις πόλεις αόρατα μόνος. Και κάθεται στα τραπέζια και τρώει μαζί μας.
Και γονατίζει μπροστά στα νερά περιμένοντας απαντήσεις δίχως λέξεις, απαντήσεις που μοιάζουν σα χτυπήματα, που ακινητοποιούν, απαντήσεις σα στιγμές που ελευθερώνουν το μυαλό από το μυαλό και το σώμα από το σώμα..

Τι βλέπει εκεί στον ερειπωμένο ναό που δεν έχει οροφή κι έτσι οροφή του είναι ο ουρανός που σκεπάζει την γη και φέρνει και διώχνει τα σύννεφα και τον άνεμο;

Οι φωνές είναι του παρελθόντος, δεν είναι φωνές που εξηγούν, δεν είναι φωνές που λένε κάτι άλλο από τον εαυτό τους, μιλάνε για να πουν πως κάποτε ζούσε και δεν ήταν ξένος. Ήταν παιδί. Ήταν νέος και υπόσχονταν στην ζωή, πεπεισμένος πως η φωνή του είναι δική του. Ήταν ο άντρας μιας γυναίκας.
Τώρα ζει μέσα στην απορία. Αυτή είναι ο τόπος του κι απ’ αυτόν τον τόπο τίποτα άλλο δε μπορεί να τον βγάλει παρά το Παρελθόν. Ή ακόμα, τα απλά πρώτα στοιχεία που δεν έχουν τόπο και χρόνο, το νερό, το φως, το χώμα..

Η θλίψη του είναι περιουσία όλων μας. Τότε και τώρα και πάντα. Η θλίψη του δεν είναι ιδιωτική. Ακόμα κι αν η Νοσταλγία είναι κατάπτυστη, αυτή η Νοσταλγία είναι διαφορετική. Δεν νοσταλγεί κάποιον τόπο αλλά αναφέρεται σε κάποιον τρόπο, σε μιαν άλλη αίσθηση που είναι στην φύση της να χάνεται.
Ο πρωταγωνιστής είναι μακριά από την Πατρίδα του κι αυτό κατά μίαν έννοια αφορά στον χρόνο κι όχι στον χώρο. Είναι μακριά από την εποχή που τα πράγματα ήταν αυτό που ήταν, από την εποχή που απλώς κοιτούσε τον κόσμο, από την εποχή που τίποτα δεν ήταν κάτι άλλο. Δε μπορεί να εξηγήσει τον πόνο του και παραδίδεται σ’ αυτόν, παραδίδεται στην Νοσταλγία πραγμάτων για τα οποία δεν έχει να πει τίποτα. Αυτά τα πράγματα που του επιτρέπουν την σιωπή, που γαληνεύουν τα νερά του νου, την νερολακούβα της ψυχής.

Αυτή η αρυτίδωτη νερολακούβα, κάτω από τον ουρανό, καθαρή, άδεια, εκεί, βρίσκεται. Τον κοιτά δίχως να τον καταλαβαίνει. Ο Βυθός της μένει άγνωστος, η επιφάνεια της μιλά και λέει το φως. Μιλά “επιφανειακά” και λέει πράγματα που δε γνωρίζει αλλά είναι σημαντικά. Έτσι. Όπως όλοι μας.

Το πλάνο ανοίγει σιγά σιγά και ξεμακραίνει για να δει καλύτερα. Όσο καταλαβαίνει τόσο η μοναξιά μεγαλώνει, τόσο μικραίνουν τα πράγματα.
Κι ο σκύλος;

Θεέ μη μας αφήσεις να ξεχάσουμε πόσο δύσκολο είναι να κοιτάς τον κόσμο!

ένα πολύ ωραίο site αφιερωμένο στον Αντρέι Ταρκόφσκι
κι ένα άρθρο που δίνει μια συνολική εικόνα χωρίς (πάρα) πολλά πολλά εδώ

(Πατήστε, αν θέλετε βεβαίως,  κάτω δεξιά να δείτε την εικόνα σε όλη την οθόνη για το βίντεο)

Το πιο βαθύ σκοτάδι βρίσκεται στον Νου. Στο απρόσκλητο βάθος του.
Στις απαντήσεις του, που γεννάν μόνον ερωτήσεις.
Στην υποψία μας πως κάτι γνωρίζει, η οποία εμποδίζει να τον αρνηθούμε.
Στα ωραία τραγούδια πόνου που γνωρίζει και στα καταπληκτικά φαντάσματα που ξέρει να γεννά. Read the rest of this entry »

Ο Ivan Maximov παράλληλα με την δημιουργία ιδιότυπων animation υπήρξε μηχανικός στο Ρωσικό Διαστημικό Ινστιτούτο. Ένα μείγμα από Ρωσική θλίψη και σκανταλιάρικη παιγνιώδη διάθεση.
Το site του..

Εκτός από την πολύ ωραία ηλεκτρονική μουσική θεωρώ πολύ ενδιαφέρουσα την αλληγορία της ανθρωπότητας σα σκόνη των αστεριών που προχωρά προς τα μπρος, ίσως δίχως λόγο, με χιλιάδες μορφές για έναν άγνωστο λόγο με τρόπους τόσους όσοι και οι άνθρωποι και οι ιδέες, με ισορροποίες παράξενες της βίας και της έκπληξης. Όλο αυτό τρυφερά όμως, λίγο μελαγχολικά ίσως, αλλά με τρυφερότητα..