You are currently browsing the tag archive for the ‘Μαύρο Χιούμορ’ tag.

Είδα προ καιρού αυτό το βίντεο και στάθηκα. Δεν ήξερα γιατί. Κατάλαβα όταν τελικά άρχισα να γράφω.

α) Jacques Tati 
O Jacques Tati είναι ο παιδικός ήρωας που δεν είχα. Ο ευγενέστερος των άτσαλων ποιητών, ο βέλτιστος των καπνιστών πίπας, ο αστειότερος των σοβαρών ανθρώπων. Τον βλέπω. Απελευθερωτής του “Λόγου” από τις λέξεις. Mόνος. Κανένας άλλος δεν φόρεσε καπαρντίνα μετά από αυτόν και κανείς δεν έκανε καλύτερα ποδήλατο. Φιλοσοφεί απευθυνόμενος σε ολόκληρο τον άνθρωπο, λέγοντας ιστορίες. Είναι ο ντροπαλός φιλόσοφος. Είναι αυτός που αποκάλυψε τις κάλτσες του. Ηττημένος χωρίς να το επιδιώξει. Έντιμος μέχρι σπαραγμού. Ο Jacques Tati. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε κινηματογραφικές ταινίες.

Τα πράγματα στις ταινίες του είναι ολόκληρα κι έτσι μοναδικά. Όλα είναι ευρύχωρα, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, οι ιστορίες, οι τόποι που συνθέτει. Ακόμα κι όταν όλα καταστρέφονται υπάρχει χρόνος. Όλοι έχουν μια θέση, γελοίοι, μισοί, επηρμένοι, ικανοί κι ανίκανοι, νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει χώρος και για τους ασήμαντους και για τους κακούς. Και για τα ζώα και για τα πράγματα. Όλα έχουν φωνή. Η ερμηνεία του έχει, επίσης, μια αισθηματική και διανοητική ετοιμότητα που δεν γίνεται εξυπνάδα ή συναισθηματική εκτόνωση, μόνον χρησιμεύει για να κατανοήσει την ζωή των άλλων και την δική του. Όλα αυτά με μια λεπτή και αδιάλειπτη αποστασιοποίηση. Βλέπει από μακριά την Ιστορία σαν κίνηση παράφορη που ενώνει χωρίς να ομογενοποιεί.

Η σπαρακτική έλλειψη νοήματος στην ζωή και την Ιστορία δεν παραβλέπεται. Ούτε γίνεται βία κι απόγνωση. Αντιθέτως γίνεται γνώση, δηλαδή κατανόηση, δηλαδή άρνηση της “κατηγορίας”, δηλαδή άρνηση κάθε σχήματος που εξηγεί με απλουστευτικούς όρους, τα πράγματα, τα γεγονότα, τις ζωές. Ασκεί κριτική, δείχνει ανθρώπους, φορείς, και της αδικίας και της καταστροφικής ανοησίας αλλά ποτέ δεν κλείνει το κάδρο γύρω τους, δεν επικεντρώνει σε αυτούς, είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την Ιστορία, της ταινίας και του κόσμου. Το κακό μένει ανεξήγητο. Δεν υπάρχουν “φταίχτες” στους κόσμους που κατασκευάζει. Ναι, υπάρχει διάκριση στο έργο αυτού του ανθρώπου που δεν αποκλείει την καταστροφή και την αποτυχία. Υπάρχει αγάπη για την γη, ουράνια, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από χώμα.

Ο Jacques Tati, όμως, είναι η αφορμή, άλλο είναι το θέμα μας…

β) Η Μπάλα-Ο Τερματοφύλακας-Το Τέρμα
Λοιπόν; Τι είναι μια μπάλα; Η Μπάλα δεν είναι ένα πράγμα. Η μπάλα είναι η ελάχιστη μορφή. Ένα “διογκωμένο” σημείο. Η μπάλα είναι ένας χώρος κλεισμένος στον εαυτό του, μια ταυτολογία, μια κατασκευή χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς γωνίες, χωρίς σχήμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην μπάλα βρίσκεται ένα κομμάτι σκοταδιού. Και το σκοτάδι αυτό μένει πάντοτε ακίνητο. Όσο κι αν η μπάλα μετακινείται.

Γύρω της τοποθετούμαστε. Άλλος κοντά, άλλος μακριά, άλλος αμυντικά άλλος επιθετικά. Άλλος με πεποίθηση, άλλος ξέπνοα. Είμαστε παίκτες, θεατές, οπαδοί ή τελείως αδιάφοροι. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων και τα κενά που εμφανίζει, ορίζει αυτό που ονομάζουμε “χώρο”.

Η μπάλα παραμένει χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή αόριστη κι έτσι μπορεί να γίνει τόπος προβολής κάθε επιθυμίας. Μ’αυτόν τον τρόπο επιτρέπει ενώ διαφέρουμε να επιθυμούμε κάτι μαζί. Η μπάλα με την απολύτως συγκεκριμένη αοριστία της μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε, να συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Ο άνθρωπος χτίζεται και αντλεί την ζωή του από την επιθυμία δηλαδή από την ατέλεια, την απουσία και την έλλειψη. Η ανακάλυψη του “τραγικού” είναι ακριβώς συντονισμένη με αυτήν την γνώση και περιέχει τον θρήνο του ανθρώπινου απέναντι στο ανέφικτο, του καλού του ωραίου και του αληθινού. Είναι σκληρό αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος παρεκτός αν το αντικείμενο των επιθυμιών του παραμένει απών ή έστω έρχεται και φεύγει συνέχεια σε συχνότητα τέτοια που αν το δει κανείς από μακριά να μοιάζει πως και είναι εδώ και δεν είναι. Αυτός είναι ο ρυθμός όλων των πραγμάτων, της ύλης και της ενέργειας. Αυτόν τον ρυθμό εκδηλώνει η κυκλική εναλλαγή των εποχών, των καθημερινών γευμάτων και η παλινδρομική διείσδυση της σεξουαλικής πράξης όπως επίσης σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο ερχομό αναφέρεται η σπαρακτική και τρυφερή, σχεδόν αστεία, Πορεία προς Εμμαούς.

Κάποιες φορές αυτό το βάσανο μας εξωθεί σε εύκολες λύσεις και αφηνόμαστε σε μια φτωχή εκδοχή της απουσίας ή της παρουσίας, χωρίς αίνιγμα.
Οι επιπτώσεις είναι δεινές και πολλαπλές. Για παράδειγμα τότε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του πνεύματος και του γράμματος του νόμου και κυριαρχεί η απώθηση, η σκληρότητα και η τυφλότητα. Τότε αφανίζεται η ανάγκη και η δυνατότητα για ερμηνεία και αγκαλιάζουμε το “sola scriptura” που θαρραλέα πλην απελπισμένα πρότεινε ο προτεσταντικός κόσμος. Τότε τα πράγματα είναι επίπεδα, οι άνθρωποι είτε καλοί είτε κακοί και η γλώσσα νεκρή επειδή είναι παντοδύναμη. Τότε ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός απλώνεται γύρω μας επαιρόμενος για το θάρρος του. Τότε τα πράγματα δεν οδηγούν πουθενά, αλλού, δε μας αποκαλύπτουν μόνο μας καθρεφτίζουν. Τότε είμαστε φυλακισμένοι στα φαινόμενα.
Τότε, χαρακτηριστικά, ζητάμε μια λύση αμέσως στα προβλήματα μας ενώ δεν τα έχουμε κατανοήσει. Η κατανόηση όμως απαιτεί χρόνο και από μας κι από τα πράγματα, δεν έρχεται όσο κι αν πεισμώνουμε, ακόμα κι αν πεθαίνουμε θα απαιτήσει χρόνους που πιθανώς μας ξεπερνούν.

Θέλουμε να ελευθερωθούμε από την βάσανο της ερώτησης, του πόθου, της υπομονής απέναντι στο ανέφικτο της Ιστορίας. Πως μπορεί αυτό το σχήμα να μείνει ανοικτό; Αντιφατικό και περιεκτικό; Η μπάλα είναι ένας τρόπος να εντοπίσουμε το κενό, την έλλειψη, την απορία. Κάτι που μοιάζει επαρκώς με το τίποτα ώστε να μπορεί να αποκαλύψει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία. Στην παρούσα απουσία καθρεπτίζεται και ενεργοποιείται η επιθυμία κι όπως κινείται αρχίζει να “υπάρχει” και να οργανώνεται. Γι’ αυτό το θαύμα μιλούν όσοι γεύτηκαν την επήρεια της γραφής που μοιάζει να μιλά πέρα από αυτόν που γράφει. Γι’ αυτό όταν κινούμαστε να μιλήσουμε σε κάποιον άλλο, συχνά δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα πούμε και μιλώντας φωτιζόμαστε και μας ακούμε κι ο Λόγος μας συντάσσεται και αποκτά δομές, ουσία γεωμετρίες σχέσεις.
Ο πόθος του εραστή, το ερώτημα του στοχαστή, η προσευχή του ασκητή και η λαχτάρα του καταναλωτή, όλα, κινούνται προς το σημείο μιας εντοπισμένης έλλειψης. Μιας έλλειψης που έχουμε ονομάσει. Έτσι, γύρω από την έλλειψη και το κενό, χτίζονται όλα τα πράγματα.

Η μπάλα, λοιπόν, δεν μαγεύει αδίκως τα πλήθη. Η σημασία της βαθαίνει και η γοητεία της εντείνεται από το γεγονός πως αυτήν τη λειτουργία την επιτελούν κι άλλες έννοιες, λέξεις, αντικείμενα, αξίες, σύμβολα. Αυτά βρίσκονται παντού και συνθέτουν την κοινότητα μας επειδή ακριβώς μένουν ανοικτά και ενδεχόμενα, σαν καθρέφτες, σε αναμονή του νοήματος που θα τους δώσουμε. Η μπάλα όμως είναι παιχνίδι.
Είναι περιορισμένη σε έναν χώρο κι έτσι δεν κινδυνεύει κανένας και τίποτα από την ασάφεια της. Μπορεί να παραμείνει σε μια περιοχή όπου οι ηθικές κατηγορίες δεν επαρκούν, κι εμείς να την κυνηγάμε. Χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε πως τρέχουμε τον πιο σοβαρό αγώνα της ζωής μας. Όπως όταν παίζουμε “πόλεμο” μικροί, δίχως να πεθαίνουμε. Γι’αυτό καθησυχάζει και παρηγορεί. Έτσι θεραπεύει και καλλιεργεί, την επιθυμία. Ακόμα κι αν όλα χαθούν δεν έχουμε ανάγκη τίποτα για να έχουμε κάτι.

Κι ο τερματοφύλακας;

Περιμένει. Μόνος. Το ερχόμενο. Εξαγριωμένος από την αναμονή, δέσμιος της αγωνίας, του αγώνα δηλαδή που έγινε κατάσταση του πνεύματος. Η “ζωή” είναι αλλού. Κάθεται και την βλέπει, μακριά από τις γιορτές και τις μάχες, έξω από τις ακολουθίες των γεγονότων, τις πάσες, τις ανταλλαγές, τις συζητήσεις.
Αυτός είναι ο φύλακας. Παραστέκει το αμετάκλητο. Μόνον αυτό αποτελεί ευθύνη του. Όλα τα άλλα θα ξεχαστούν. Τα γκολ θα μείνουν. Ο Τερματοφύλακας έχει το βλέμμα του στραμμένο στην Ιστορία. Στην ποδοσφαιρική αιωνιότητα. Στην πιο απόλυτη πραγματικότητα. Σε αυτό που κρίνει τον αγώνα. Στην τελική κρίση. Δηλαδή αυτός μόνον ασχολείται με την Κρίση καταπρόσωπο, αυτός που πενθεί την αχρηστία του και βαριέται πλάι στην πύλη του Τέρματος, ενώ οι γιορτές και οι μάχες μαίνονται και ανάβουν φωτίζοντας τα πλήθη και τα παιχνίδια της Ιστορίας.
Βρίσκεται μακριά από τους θριάμβους, όσο πιο μακριά γίνεται από τις νικηφόρες στιγμές, αγκαλιασμένος με την ήττα. Μόνον την ήττα πραγματεύεται. Γιατί δεν κυνηγά κι αυτός τα γκολ; Είναι αδικημένος; Έχει κατάθλιψη; Δεν είναι ελεύθερος; Μήπως αυτός είναι ελεύθερος; Γιατί “παίζει” έτσι; Δε θα δημιουργήσει ποτέ κάτι. Δεν θα δώσει ποτέ μια “Νίκη”. Μόνον θα αποτρέπει ήττες.
Αυτός που δίνει νόημα σε όσα καινούρια έρχονται επειδή τους αντιστέκεται. Αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση των γκολ. Αυτός. Είναι εχθρός τους; Και γιατί έχει το δικαίωμα να αγγίξει, με τα χέρια του, την μπάλα; Και γιατί επιμένει σε ένα σημείο όταν όλοι ποθούν ταξίδια κι αποδράσεις; Τον ενδιαφέρει ο Τόπος αλήθεια; Γιατί ζει, τον αγώνα, με το βλέμμα; Αντί να τρέχει, να ιδρώνει, να χαίρεται όλη αυτήν την σωματικότητα; Γιατί δεν καταναλώνει τις διαδρομές να μη βαριέται; Τον δένει κάτι; Το διάλεξε ο ίδιος; Καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι; Και πόσο ανόητος;

Ο Τερματοφύλακας παραστέκει, και είναι, το τέλος και η αρχή κάθε διαδρομής. Είναι πολύ κοντά στο τέλος και η αγωνία του έχει κάτι από την αγωνία του τέλους. Του τέλους της ζωής, της αλήθειας, του αμετάκλητου. Ο άνθρωπος του Τέλους, ο Τελευταίος. Εκεί ορίζονται τα πράγματα κι εκεί συντρίβονται. Στο Τέρμα.
Όμως για κάτσε…
Το Τέρμα; Τι είναι το Τέρμα;

Αφού είναι τόσο σημαντικό γιατί του έχει γυρίσει την πλάτη; Αυτό το τέρμα γιατί το φυλάει αλήθεια; Δεν είναι όμορφο, δεν έχει κάτι πολύτιμο ή ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα! Αν τον άφηναν μαζί με το Τέρμα, αφού τόσο το αγαπάει, τι θα έκανε; Το Τέρμα πρέπει μάλλον να μείνει κενό. Πρέπει να υπάρχει πάντα κενό κάπου, δηλαδή μια ερώτηση, δηλαδή η επιθυμία, δηλαδή κάτι αφόρητο, αποτρόπαιο, αιώνιο. Κάτι που συντρίβει και ο αγώνας να το αποκτήσεις σε βοηθά όσο τίποτα να το ξεχάσεις, να πάρεις μιαν ανάσα.
Κι αυτό το κενό κοστίζει. Μέρες και νύχτες. Αβέβαιες διαδρομές και μεγάλες σιωπές. Απέναντι σε όσους θέλουν επειγόντως απαντήσεις. Τεράστια μοναξιά.

Το Τέρμα είναι φτιαχτό. Είναι μια κατασκευή. Κι αυτό δεν το καθιστά ψέμα. Οι κατασκευές είναι συνθέσεις των πραγμάτων που επειδή δεν μπορούμε να τα ακυρώσουμε τα λέμε αλήθειες. Μόνο μια κατασκευή μπορεί να στεγάσει του κόσμου τις ετερόκλητες αλήθειες που ποθούμε, που είμαστε, που θεριεύουν αν τις αγνοήσουμε, που σβήνουν όταν γίνονται απόλυτες. Τις αλήθειες που αναγνωρίζουμε και δεν ενώνονται αυτόματα, όπως η δικαιοσύνη με την συγχώρεση και την καλοσύνη, το Παρόν με το Παρελθόν και το Μέλλον, η προσωπική ζωή με αυτήν του συνόλου, η αναγνώριση του Ιερού μαζί με την ανάγκη για το ανούσιο, η δίψα για την τελειότητα μαζί με την ανεπάρκεια την δική μας και του κόσμου, η ασυνέχεια των πραγμάτων με την συνέχεια και την ροή, η απαραίτητη μνήμη του θανάτου με την απαραίτητη λήθη του, η δίψα για το παρόν με την νοσταλγία για όσα βρίσκονται έξω από τον χρόνο… και τόσα άλλα. Πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Πολιτισμό, πράγματα κατά μίαν έννοια “αφύσικα” που ενώνονται στον ίδιο τον άνθρωπο, ενεργά και ενσυνείδητα. Μόνο μια κατασκευή μπορεί, να δημιουργήσει τις αντιφάσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε.

Και τι αλήθεια δεν είναι κατασκευή; Οι ερωτικές ιστορίες; Τα κράτη; Οι ιδεολογίες; Τα έθνη; Οι αξίες; Η έννοια π.χ. της ανθρωπότητας; Ή οι θρησκείες; Στο μέτρο που είναι κατασκευές είναι αφ’ ενός σημάδια της ανθρώπινης ελευθερίας, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις όσων στοιχειώνουν το ανθρώπινο, το ξεπερνούν, το διαπερνούν. Εν τέλει μια κατασκευή είναι τόπος φανέρωσης πραγμάτων που εκδηλώνονται στην ζωή και στο σώμα μας χωρίς να είναι δικά μας, είναι φωνές που μας ξεπερνούν, πράγματα πέρα από εμάς που εκκρεμούν.

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο τέρμα. Διότι και το τέρμα επιδιώκει να εκφράσει κάτι που καμία διατύπωση δεν εξαντλεί. Προσπαθεί να απεικονίσει το αόρατο. Είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό με την μπάλα. Είναι ελεύθερο από τον εαυτό του, από κάθε αναπαράσταση του εαυτού του. Είναι το όριο, το τέρμα, το Τέλος, και είναι αποτρόπαιο. Γι’αυτό το στήνουμε, για να ελαφρώσουμε τον τρόμο που προκαλεί και να παίξουμε μαζί του. Γι’αυτό ο Τερματοφύλακας μπορεί και δεν το κοιτά ποτέ. Του έχει γυρισμένη την πλάτη. Μπαίνει αδιάφορα μέσα. Ξαναβγαίνει. Είναι εκεί και δεν είναι.

γ) Οι αμίλητοι
Τις μέρες αυτές είναι πολλοί αυτοί που μένουν αμίλητοι. Τώρα που η αίσθηση του επείγοντος κυριαρχεί. Σε μια κρίση ευνοούνται όσοι έχουν απλουστευτικές, ισχυρές θέσεις που βρίσκουν “ποιος φταίει” ή πάλι θέσεις που υπόσχονται την “λύση” του προβλήματος, ερήμην του χρόνου και της υπομονής. Θέσεις δηλαδή που μειώνουν τον άνθρωπο. Οι μέρες αυτές δεν αγαπούν τις ερωτήσεις, βασανίζονται από την αμηχανία της ερώτησης. Δεν αντέχουν περισσότερη ευθραυστότητα.

Οι αμίλητοι βρίσκονται έξω από αυτό το κλίμα. Μόνοι μένουν και ύποπτοι τέτοιες εποχές. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Οι ερωτήσεις τους είναι περιττές. Διαρκώς διαφωνούν με όσους συμφωνούν και συμφωνούν με όσους διαφωνούν. Και οι ίδιοι εξαντλούνται και αναθεματίζουν την μοναξιά τους. Είναι, όμως, οι φύλακες της ανθρωπότητας μας. Ασήμαντοι εργάζονται την σιωπή, την δίψα για αλήθεια, για κατανόηση και διαύγεια. Είναι αυτοί που φυλάσσουν την πολύτιμη αμηχανία του νου απέναντι στην Ιστορία. Είναι αυτοί που απενοχοποιούν την αδυναμία. Που την φωνάζουν και της δίνουν σάρκα.

Οι αμίλητοι πεινάνε δυστυχούν και επείγονται, αλλά επιμένουν, τα πράγματα να είναι ολόκληρα, δηλαδή να τα αγκαλιάσουμε όπως είναι, μισά. Μέχρι την τελευταία στιγμή επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο σαν να έχουν μιαν αιωνιότητα μπροστά τους. Το αίνιγμα του παρόντος πάντα αναφέρεται στο αίνιγμα του παρελθόντος και του μέλλοντος. Καμμία επείγουσα συνθήκη δεν τους μετακινεί. Mόνον η κατανόηση. Η κατανόηση, όμως, δεν υπηρετεί την ισχύ αλλά το ανθρώπινο αίνιγμα.

Στέκονται μπροστά στον κόσμο. Και τον ρωτούν. Όταν πατούν το χώμα, ομολογούν πως δεν ξέρουν τι είναι. Είναι αλήθεια μπορετό να ζεις έτσι; Είναι όλος αυτός ο κόπος σωστός; Όλη αυτή η καταδίωξη του νου στο βάθος μιας ερήμου που κανείς δεν είδε; Μιας ερήμου που μοιάζει να γεννά από μόνο του το βλέμμα τους. Πώς να περπατήσεις από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη; Πώς να μιλήσεις και να μην νομίζουν οι άνθρωποι πως μίλησες; Να μη σε παρεξηγήσουν δηλαδή. Τα πράγματα δεν έχουν μέγεθος οριστικό και οι λεπτομέρειες είναι πάντα επίφοβες και τεράστιες. Όταν αισθάνεσαι εφήμερος τα επείγοντα θέματα μοιάζουν κι αυτά έτοιμα να μικρύνουν, μοιάζουν ερείπια του μέλλοντος, ψέμματα του χτες και σκιές πράξεων που έχουν χαθεί από μπροστά μας.

Μιλώ για εκείνους που στοχάζονται και βλέπουν μ’ όλο τους το σώμα και η σκέψη τους δεν είναι συλλογισμοί και ευφυΐα αλλά αίσθηση του ανθρώπινου και σύνδεση. Για όσους δεν αποκρύπτουν την αντίφαση αλλά την αγκαλιάζουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο για να τον μιλήσουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο μιλώντας. Για όσους μένουν αμίλητοι. Και δεν θέτουν διλήμματα, δεν κάνουν προβολές για να αντέξουν την δυσμένεια των ημερών. Όσους αρνούνται τις απλουστεύσεις, και δεν ενδίδουν στον πειρασμό της κατηγορίας. Οι αμίλητοι, αυτοί, είναι που κρυφά γονιμοποιούν τον δημόσιο λόγο. Είναι γενναίοι επειδή ξέρουν να φοβούνται.

Η αμηχανία δεν είναι σφάλμα αλλά δυνατότητα. Μόνο ένα ψέμα μπορεί να μην είναι εύθραυστο και γι’ αυτό όλο νικά και θριαμβεύει κι όλο απειλείται και φοβάται. Χωρίς την ευθραυστότητα η φτώχεια δεν έχει όρια, η απελπισία γίνεται κατάσταση και η καταστροφή στόχος. Η αμηχανία, από την άλλη, γεννά χώρο και χρόνο. Χώρο που αφάνισαν οι στόχοι, οι αγώνες, οι συνήθειες, οι ιδιοτέλειες και οι επιθυμίες, που κατέλαβαν οι παραδόσεις και οι ιδεολογίες. Και χρόνο, να σκύψουμε σε πράγματα που αφήσαμε πίσω και μας λείπουν. Μόνον η αμηχανία πάει εκεί που οι άλλοι δεν τολμούν και νομίζουν την δειλία τους γενναιότητα.

Η αμηχανία είναι η πρέπουσα κατάσταση. Αλλά εδώ θέλει προσοχή… δεν μιλάμε για κάποιαν επιλογή της ήττας ή της αδυναμίας, του ηρωικού περιθωρίου ή του θυματοποιημένου ανίσχυρου. Μιλάμε για το ηθικό σθένος και την διαύγεια. Η αμηχανία δεν είναι στόχος αλλά σύμπτωμα. Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη θέση για την οποία πάντοτε λογοδοτείς και βάλλεσαι. Όταν σε ρωτάν: Εσύ ποιός είσαι; Και δεν έχεις απάντηση. Αν απαντήσεις μέσα στις κατηγορίες που σου ζητούν να μπεις τότε θα αρνηθείς πως ο κόσμος μας έχει αποτύχει, θα αρνηθείς το δικαίωμα να φανταστείς τον κόσμο ξανά, να έχεις φωνή, γι’ αυτό μένεις άφωνος κι έτσι κραυγάζεις πως ο κόσμος μας είναι φυλακισμένος στις φαντασιώσεις άλλων. Το παρόν απουσιάζει όταν προϋπάρχει.

Η αμηχανία είναι ένα ρήγμα στον κόσμο και δεν εκχωρεί ούτε αποδέχεται την θέση του θύτη ή του θύματος. Δεν συμμετέχει στην συγκάλυψη του προφανούς. Στον ιδιοτελή προσεταιρισμό της τραγωδίας. Αποτελεί προστασία από ολοκληρωτικές απαντήσεις, ηθικισμούς, συναισθηματισμούς, θυματοποιήσεις, δαιμονοποιήσεις. Δεν συμμαχεί με το ψέμα της εξήγησης. Είναι το θεμέλιο του Μέλλοντος. Η επιτροπή της συνάντησης. Το καταφύγιο της ερώτησης. Είναι διωγμός ατέλειωτος, διηνεκής, αγέννητος. Είναι η αναπνοή της σκέψης και το κατόρθωμα του νου. Η προέλευση του “πολυμήχανου” ανθρώπου. Το “δέος” του αρχαίου κόσμου.
Πηγή της ποίησης, της προσευχής, της φιλοσοφίας, μένει αυτή.
Η αδυναμία, η άγνοια, η ήττα, όπως την νομίζουν,
όσοι αναζητούν την δύναμη, την ισχύ και την ηγεμονία.
Χρειάζονται κι αυτοί.

Jacques Tati στην (Αγγλική) Wikipedia

άλλες σχετικές αναρτήσεις:

Walk around a telephone booth ή Αν υπάρχει κάτι άδειο σ’αυτό τον κόσμο.. / από τον Dokugyunyu..

Ο Bill Viola “The Reflecting Pool”

Αυτό που είμαι.. /Ce que je suis HOLDEN

I AM ROBOT/ από τον “Ken Tanaka” allias David Ury/ ROBOTS #2

κ.α.

O Ken Tanaka είναι μια διαδικτυακή περσόνα που δημιούργησε κάποιος ονόματι David Ury. Υποτίθεται πως ο “KEN” ενώ είχε αμερικάνους γονείς μεγάλωσε και έζησε υιοθετημένος από Ιάπωνες. Έχει κορμί Ευρωπαίου/Αμερικάνου και ψυχή Ιάπωνα. Κάποια στιγμή άρχισε να απευθύνεται στο κομμάτι που του έλειπε (!) μέσω Youtube… Ο πραγματικός David Ury είναι Ηθοποιός/stand-up comedian και ειδικός στην Μεταγλώττιση Ιαπωνικών Ταινιών, είναι γνώστης, δηλαδή, της γλώσσας και όλης της (Ποπ) Ιαπωνικής κουλτούρας. Το αποτέλεσμα το βλέπετε, έχει χιούμορ και περιεχόμενο, ευαισθησία και δύναμη, αφέλεια και σοφία, αφοπλιστική απλότητα και (καταλάθος;) βάθος…

Ίσως βέβαια, και ευτυχώς, να μη φαίνεται πόσο μακριά μπορεί να πάει αυτό το δροσερό βίντεο.

Διότι πάει καιρός, κανείς δεν θυμάται πότε και πως ξυπνήσαμε μέσα σε μια μηχανή. Δεν είχαμε καταλάβει με σαφήνεια τι σήμαινε ούτε καν πως θέλαμε να είμαστε μηχανήματα. Εμείς και όλα γύρω μας. Το Σύμπαν. Το σώμα και οτιδήποτε ζωντανό, η οικονομία, το μυαλό και αυτοί που αγαπάμε. Μηχανήματα.
Read the rest of this entry »

Το κόκκαλο αυτό μοιάζει πολύ και με το κινεζικό ιδεόγραμμα(人 rén) του ανθρώπου. Αυτό το κόκκαλο στα αγγλικά λέγεται wishbone και στην Ελλάδα, επίσης, παίζουμε μ’αυτό το κόκκαλο (από κοτόπουλο) ένα παιχνίδι με ευχές που κάνουν δύο άνθρωποι και μετά το σπάνε τραβώντας το ο καθένας προς το μέρος του. Το σπάσιμο αυτό ελευθερώνει την πραγματοποίηση μιας ευχής, και νικά (πραγματοποιείται η δική του επιθυμία) αυτός που θα έχει το μεγαλύτερο κομμάτι. Να σπάσουμε τον άνθρωπο σε κομμάτια όπως τα παιδιά σπάζουν τα παιχνίδια τους να δουν τι έχουν μέσα, και συνήθως δε βρίσκουν τίποτα…

Μα τι κινεί αυτό που κινεί αυτό που κινεί αυτό που κινεί αυτό που κινεί αυτό που κινεί……..

Έχουμε ξαναδεί δουλειά του (και θα ξαναδούμε, λέω…)

Το site του Arthur Ganson εδώ http://www.arthurganson.com/

Υπάρχει κάτι που ονομάζουμε αλήθεια, όσο πιο κοντά του πας τόσο πιο απλό είναι. Εκεί το γέλιο και το κλάμμα συνυπάρχουν ειρηνικά.

το site της ταινίας Young@Heart εδώ

Δείτε τους νέους μας φίλους ενώ εγώ θα πάω να πλύνω πιάτα πετώντας!

Το Μάρτιο του 2008 ο Randy Peters, ένα εννεάχρονο αγόρι από το Σικάγο ανέβασε το πρώτο μέρος του animation: Octocat. Έδωσε ηλικία 13 χρόνων για να μη του σβήσουν τον λογαριασμό οι διαχειριστές του YOUTUBE.

Πρόκειται για την Ιστορία ενός γατιού με οκτώ πόδια που ψάχνει τους γονείς του. Ο Octocat περπατά σ’έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και γρίφους. Η άτσαλη ομορφιά της εικόνας ασκεί μιαν απαράμιλλη γοητεία. Ένα παράλογο χιούμορ ανατρέπει ανεπαίσθητα τον εαυτό του συνεχώς και ένας διαρκής ρυθμός οδηγεί τα πράγματα χωρίς να σταματά πουθενά. Η αυτόματη γραφή, η ροή των συνειρμών που έχουν ΚΑΙ τα παιδιά όταν φτιάχνουν τους κόσμους τους, αγκαλιάζει τα αισθήματα ακέραια αλλά δε μένει πουθενά, συνεχίζει, ρέει ακάθεκτη, γεμάτη αίματα και γέλια, για πάντα.. Υπάρχει Μυστήριο, Οργή, Αγωνία και Μελαγχολία σε αμείωτη, παράφορη ένταση, μαζί με διαρκές, υπόγειο, χιούμορ. Ζητά τους γονείς του. Τι σημαίνει αυτό; Η ένταση και η εμμονή του αιτήματος έτσι απομονωμένου γίνεται φιλοσοφική.

Η επιτυχία ήταν άμεση, τεράστια και μη αναμενόμενη, το πρώτο μέρος έφτασε τις 100.000 επισκέψεις σε δύο μέρες. Όλοι περίμεναν το επόμενο. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος έγινε μια ανατροπή.. το παιδικό σχέδιο μετατρέπεται σε τρισδιάστατο animation! Πως; Σok!!! Τι έγινε;

Το παιδί πίσω από το Octocat ήταν τελικά ο 23χρονος σχεδιαστής David OReilly… Θα πει έπειτα πως το Octocat ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελε να ελέγξει και να στηρίξει την πεποίθηση του πως: Το κοινό δε χρειάζεται καθωσπρέπει εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα σχέδια και γραφικά για να εμπλακεί σε μια ιστορία. Το κοινό χαίρεται να παρακολουθεί και το πιο κακότεχνο, άτσαλο, κακοδουλεμένο στον ήχο και στο Ντουμπλάζ  κατασκεύασμα όλων των εποχών και μπορεί να γελάσει και να κλάψει όπως και με τα κινούμενα σχέδια των μεγάλων στούντιο.
“audiences don’t need polished, slick animation to find a story engaging. They are happy to follow the worst animated, worst designed and worst dubbed film of all time, and still laugh and cry and do all the things you do watching a so-called “high end” film. Its amazing, I’ve never been so excited about independent animation.”
Ο Γιάννης Τσαρούχης είπε κάτι απολύτως σχετικό. Δε το θυμάμαι επακριβώς αλλά ήταν κάτι του στυλ: Το μεγαλύτερο μάθημα της “Μοντέρνας” Τέχνης είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να αποδώσει ένα θέμα άσχετα από την τεχνική και τις ικανότητες του, αρκεί να έχει μια πραγματική συγκίνηση. Το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού λοιπόν, κάπου στον άνθρωπο, στο στίγμα που διαπερνά αυτά που κάνουμε κι όχι σ’αυτά που κάνουμε καθ’αυτά.

Το OCTOCAT ήταν μια μεγάλη επιτυχία. (Υπάρχουν αρκετά σχετικά άρθρα, ο ίδιος ο OReilly προτείνει αυτό) Έκτοτε, όμως, δε σταμάτησε να συνθέτει, να διασκεδάζει και να υπερασπίζεται τα εξαιρετικά και κάποτε εξαιρετικά δύσκολα έργα του. Η δουλειά του είναι ταυτόχρονα Ζωγραφική, Βίντεο, Ποίηση, Πειραματικός Κινηματογράφος. Όπως και να χει αυτά δεν έχουν σημασία..
Κι αν μιλά συχνά για νεωτερισμό τελικά φαίνεται πως αυτός είναι ο τρόπος του να ψάξει μια περιοχή όπου μπορεί να αναπνεύσει και να πει, ή μάλλον κάνει, αυτά που του φαίνονται αναγκαία, ευχάριστα, προφανή. Η Μοντέρνα εμμονή στον νεωτερισμό, που σήμερα ακόμα επιβιώνει, ευθύνεται για πολλές επηρμένες κουταμάρες. Εδώ έχουμε κάτι άλλο.

Καλή δουλειά λοιπόν σε οποιονδήποτε θέλει να πιάσει ένα μολύβι, μια κιθάρα, ένα ακαταλαβίστικο 3d πρόγραμμα, ένα οτιδήποτε απ’όσα απαρτίζουν αυτόν τον κόσμο!

Δείτε εδώ, πρόκειται για την συμβολή του σε ένα ομαδικό project που ονομάζεται psst. Εδώ ένα κείμενο του περί αισθητικής

Ένα τραγούδι που έγινε επιτυχία λόγω του τολμηρού του βίντεο. Γυμνά κορίτσια αυτάρεσκα περπατούν στο πραγματικό Παρίσι και τραγουδούν στίχους εξοργιστικούς και αποκαλυπτικά ευθείς. Το βασικό θέμα είναι τα “θέλω” τους. Τα “θέλω” τους αφορούν ΣΕΞ, ΑΓΑΘΑ, και ΔΟΞΑ-ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ. Για όσους δε ξέρουν Γαλλικά ή ακόμα καλύτερα την Γαλλική πραγματικότητα η μετάφραση τα λόγια τα κάνει κάπως αφηρημένα και δεν αποδίδει την ειρωνία, τον σαρκασμό, την τσαχπινιά και την χυδαιότητα του ύφους, το τσουχτερό χιούμορ και τις πολύ συγκεκριμένες αναφορές στην μιντιακή καθημερινότητα, σε σταρ, δημοσιογράφους κλπ.
Ο κόσμος που περιγράφουν είναι γνώριμος. Δε μπορούμε όμως να πούμε πως αυτό είναι μια κριτική ματιά… Οι μοντέλες παραμένουν μοντέλες. Το σώμα τους δεν είναι γυμνό μέσα στη γυμνότητα του. Είναι ένα νέο σώμα, που προκαλεί πόθο κι έτσι διατηρεί την ισχύ του. Δεν είναι ακριβώς εύθραυστο ή ευάλωτο, ταυτόχρονα φέρνει μιαν έπαρση κι ένα ύφος αυτάρεσκο και ένα βάδισμα πασαρέλας τυποποιημένο σε σημείο ώστε να γίνεται στολή. Από την μία δείχνουν την γύμνια ενός κόσμου και την ίδια στιγμή τον αναπαράγουν και τον ενισχύουν κι αποδυκνύουν πόσο η γύμνια είναι, φευ, ανέφικτη πια. Κοροϊδεύουν με συγκεκριμένες αναφορές το μηντιακό σύστημα του θεάματος στη Γαλλία αλλά με κανέναν τρόπο δεν υποδεικνύουν κάτι έξω από αυτό, είναι πολύ πιθανό πως αυτοί που αναφέρουν είναι ή έγιναν φίλοι τους μετά. Αυτή η δήθεν κριτική είναι το τελευταίο αποκούμπι ενός κόσμου που λέει φωναχτά πως είναι αηδιασμένος με τον εαυτό του και γι’ αυτό έχει το δικαίωμα να παραμένει αηδιαστικός. Το σύστημα, έχει γραφεί, μισεί πλέον τον εαυτό του, αυτοσαρκάζεται κι έτσι μοιάζει ακόμα πιο άτρωτο, μοιάζει η απελπισία του να το τονώνει, και συνεχίζει απελπισμένα ο κόσμος με πλήρη επίγνωση, χωρίς διάθεση να αλλάξει, χωρίς πρόθεση να κινηθεί προς την (αποτολμώ αυτή τη θέση) πραγματική του επιθυμία για άλλο φως, για άλλες χαρές.
Αυτές οι “άλλες” αισθήσεις μοιάζουν πλέον άγευστες, ανύπαρκτες, μυστικές-μυστικιστικές, ύποπτες. Ποιος τις έχει ανάγκη; Κυριαρχεί η τελείως αφομοιωμένη ιδέα πως “στην κόλαση έχει χαβαλέ!”
Αυτός ο χυλός από “αλήθειες” που τελικά έχουν εγκαταλείψει την επιθυμία για “μια αλήθεια” που να ενώνει τα πράγματα είναι χαρακτηριστικό αυτού που ονομάστηκε καλώς ή κακώς μετα-μοντέρνο. Αυτή η αλήθεια που ποτέ δεν “βρίσκεται” είναι αντικείμενο σκληρής κριτικής διότι από κάτω κρύβει κάποιον ολοκληρωτισμό. Το μεταμοντέρνο σε αυτό το κομμάτι παρουσιάζεται και είναι απελευθερωτικό. Δεν παλεύει για μια περιεκτική πιο πολύπλοκη αλήθεια αλλά προσπερνά την αλήθεια συνολικά. Εδώ θέλει να κάνουμε όμως μια διάκριση, άλλο η διάφορες ολοκληρωτικές φωνές που είπαν, πονηρά, πως εκπροσωπούν και κατέχουν αυτήν την αλήθεια κι άλλο η επιθυμία γι’ αυτήν, μια επιθυμία που τελικά ούτε ξεριζώνεται ούτε κατασκευάζεται, είναι άλλωστε η άλλη πλευρά της επιθυμίας για έναν καλύτερο κόσμο. Όποιος φιλοδοξεί να την ξεριζώσει επειδή θέλει να καλυτερέψει τον κόσμο μοιάζει να ξεριζώνει την ίδια την βάση του εγχειρήματος του.

Προσωπικά θεωρώ τη συζήτηση γύρω από τον όρο “μεταμοντέρνο” σκέτη ζαλάδα αλλά έχει κάποια σημασία. Είναι σημάδι μιας φάσης του μοντερνισμού ο οποίος πλέον καταστρέφει τον ίδιο του τον εαυτό. Αν ο όρος βοηθά να καταλάβουμε αυτή τη νέα φάση έχει καλώς. Αν κατασκευάζει μιαν δήθεν άλλη περιοχή και εμποδίζει μια κριτική συνειδητοποίηση του αδιεξόδου που γεννήθηκε πολύ καιρό πριν, τότε, ο όρος αυτός είναι στάχτη στα μάτια μας.

Ένα άλλο θέμα που κραυγάζει και δε μπορούμε να αγνοήσουμε τελείως είναι η αναπαράσταση της δήθεν, θηλυκής σκέψης (εδώ γελάμε ή κλαίμε αναλόγως) όπως αυτή (αυτο)παρουσιάζεται. Σε όσα αυτοσαρκαστικά και αυθαδέστατα λένε αυτές οι ωραίες και νέες γυναίκες (και μόνον γυναίκες), εμφανίζεται από πίσω ένας ολόκληρος κόσμος εσωτερικών χαοτικών μονολόγων και επιθυμιών που ανοίγονται στο ανεξέλεγκτο, χωρίς συστολή κι αναστολές. Μονολόγων κατά τεκμήριο πολύ τρομακτικών, πολύ ευαίσθητων, πολύ οτιδήποτε. Έχει σημασία να θυμηθούμε πως όλο το Φροϋδικό πείραμα ξεκινά, όπως  αναφέρει ο ίδιος,  όταν ο Σιγισμούνδος Φρόυδ άρχισε να ακούει τις γυναίκες, έτσι διέκρινε πως αυτό που θεωρούσαμε ως αρρώστια, το παραλήρημα,  ήταν μια προσπάθεια για ίαση, ήταν το πιο φωτεινό σημάδι ενός σκοταδιού απωθημένου. Αλλά το θέμα δε σταματά εδώ. Υπάρχουν πολλά που λέγονται, κοινοί τόποι που ενώ μοιάζει να είναι “προοδευτικοί” και να παλεύουν ενάντια στην αδικία και το “κακό” τελικά περιορίζουν στενά τη συζήτηση, αποτελούν έκπτωση της.
Η διάχυτη επιπολαιότητα της κριτικής της “Πατριαρχίας” την οποία βρίσκουμε πλέον σχεδόν παντού, ανοίγει την πόρτα μιας συστηματικής θυματοποίησης των γυναικών και το αντίστοιχο αδιέξοδο της ενοχοποίησης των ανδρών. Πρόκειται για ευκολία που επειδή δείχνει κάποιον φταίχτη προσφέρει εύκολες βεβαιότητες. Κι ενώ αυτή η σκέψη έμοιαζε γερασμένο αντανακλαστικό της δεκαετίας του 60 με τόνους χίπικης εξιδανίκευσης του “φυσικού” της “φύσης” και της “αγάπης” τώρα έρχεται ξανά με νέα αμιγώς ηθικίστικη ορμή χωρίς χαϊμαλιά και χωρίς επιθυμία για έναν άλλο κόσμο, μόνο στεγνή κατηγορία. Αν ενδώσουμε στην κριτική της Πατριαρχίας ως αιτίας του κακού τότε υπονοούμε πως το πρόβλημα θα λυθεί με Μητριαρχία; Διότι αυτή η σκέψη πρυτανεύει στην πρώιμη φάση αυτής της σκέψης, πως βρέθηκε το “καλό” και εντοπίστηκε το “κακό”… Είμαστε στον προθάλαμο του ολοκληρωτισμού ήδη. Διότι το “κακό” παραμένει διαρκώς απροσδιόριστο και μπορεί να αναδυθεί παντού και γι’ αυτό όποιος παλεύει για κάτι καλύτερο μιλά με προσοχή, χωρίς βεβαιότητες. Αν είμαστε σίγουροι πως δεν είναι το θέμα η πατριαρχία αλλά οι δομές εξουσίας, τότε να ξεκαθαρίσουμε αν είναι όλες οι δομές εξουσίας που είναι κακές. Και τελικά, ποιό σύστημα δεν έχει σχέσεις εξουσίας;
Αυτά, η σύγχρονη πολιτική σκέψη, τα ξεχνά εύκολα και τελικά δεν έχει να απαντήσει ουσιαστικά στα περισσότερα προβλήματα διότι απλούστατα δεν το χρειάζεται. Έχει λύσει το πρόβλημα της. Φασίστες, φαλοκράτες, ρατσιστές δίνουν μιαν ηθική ασφάλεια, μια σιγουριά πως είναι από την μεριά του καλού κι αυτή η ωραία κατάσταση είναι καλύτερη (πιο σταθερή πιο σίγουρη, ήδη παρούσα) από κάθε αγώνα για κάποιον -πραγματικά- καλύτερο κόσμο.

Εδώ θα προσθέσω κάτι ακόμα…  Το λεγόμενο “Σύστημα” είναι μια έννοια ελλιπής και παραπλανητική. Κατά βάθος μεταφέρει το βάρος της επιλογής από τα πρόσωπα, αποκλειστικά, στις δομές. Στην πράξη αυτό καθιστά τη σκέψη μας μονοκόμματη και τυφλή. Μπορούμε χωρίς να κοιταχτούμε στο καθρέφτη να μιλήσουμε για όλα. Μπορούμε ακόμα να φτιάξουμε τρομοκρατική οργάνωση, να σκοτώσουμε άλλους ανθρώπους, να γράψουμε και προκηρύξεις χοντροκοπιάς και ανοησίας. Ο πολιτικός λόγος για να μη πέσει στα δίχτυα της ψυχολογίας και της θρησκείας αντικειμενοποιεί τα πράγματα και τα αποξηραίνει. Το να φταίει το “Σύστημα” είναι μια βολική λύση αλλά διαχωρίζει τις δομές από τα όντα σαν να είναι αυθύπαρκτες. Τελικά δε καταφέρνει να συμπεριλάβει τον άνθρωπο. Το βάθος και το αίνιγμα του “κακού” δε περιγράφεται μόνο συστημικά. Το γιατί δε μπορούμε να έχουμε έναν δίκαιο κόσμο δεν έχει ούτε και θα απαντηθεί με την περιγραφή των μηχανισμών της κοινωνίας. Το βάθος του “κακού” και του εσφαλμένου δεν έχει τέλος. Είμαστε όλοι χρεώστες κάπου. Και οι Ποιητές και οι Συνδικαλιστές οφείλουν στο αίνιγμα της ζωής λίγη προσοχή, λίγη σεμνότητα. Κι αυτό δε θα τελειώσει ποτέ και με κανένα σύστημα.

Baby baby baby

Je veux des plans sur la commode
Je veux Tellier sur mon iPod
Je veux l’amex black de ta mère
Je veux la voiture de ton père

Je veux sortir avec tes potes
Je mettrai ma plus belle culotte
Je veux une session un peu hot
Je veux bien que tu regardes mais pas que tu pelotes

Baby baby baby

Je veux être dans le top de justice
La main gaspard sur ma cuisse
Je veux compter même sans les doigts
Je veux les tiens au bon endroit

Je veux pas prendre les escaliers
Tiens c’est parfait tu vas me porter
Je veux que moi sur les photos
Et je veux poser pour St-Lau

Je veux des enfants surdoués
Et je veux que mon chien soit diplôme
Je veux ta téte sur un plateau
Je veux la mienne chez Denisot

Baby baby baby

Je veux pas de cake je veux de la coke
Je veux pas de Kate je veux Ethan Hawk
Je veux sauter d’une grand échelle
Toi tu te démerdes pour l’arc en ciel

Je veux des glaces choco vanille
Je veux tes boules a la myrtille
Je veux danser comme Vanessa
Je veux voir son mec a Ibiza

Je veux dormir quand tu te réveilles
Et je veux le même t-shirt que Yelle
Je veux rentrer dans tout mes jeans
Et je veux que tu me rinces avec ta prime

Je veux des glaçons dans mon verre
Faire une soufflette a ta grand-mère
J’ai vu ton ex tu sais la sotte
Dis lui que j’ai retrouve ses bottes

Je veux pas de noyau dans ma cerise
Je veux que tu redresses la tour de Pise
Je veux jouir dans une 2 chevaux
Et je vais le faire derrière ton dos

Μια αγγλική μετάφραση με hyperlinks(!) εδώ

Και το BONUS!!! Μια ακόμα πιο χυδαία εκδοχή! Για την προώθηση ενός Βίντεο παιχνιδιού…
Ο Βόθρος δεν έχει όρια! Και το λέω αυτό χωρίς υποκριτικές καταδίκες. Τα βλέπω όλα αυτά και παράλληλα με την όποια κριτική απόσταση μου φαίνονται πιο εύστοχα και ειλικρινή και επικίνδυνα από πολλές φιλανθρωπικές ψευτιές που κυκλοφορούν!
Όλα αυτά δείχνουν πως η κριτική έχει φτάσει στα όρια της και πρέπει να κάνουμε στην ζωή μας πράξη τα όσα αναζητούμε. Χαίρετε!

Πρέπει να κοιτάς εκεί που θέλεις να πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς“.

(ποιός το είπε αυτό αλήθεια; )

 

Ήθελα και πολύ το σκεφτόμουν να ανεβάσω αυτές τις εικόνες. Εξ’ άλλου είναι τόσο φωτεινή και όμορφη η σημερινή ημέρα, είναι τόσο γλυκό αυτό το Σάββατο που ντρέπεται κανείς να προπαγανδίζει σκοτάδια.
Έτσι αν και αυτή την περίοδο επιθυμώ την σιωπή αποφάσισα να κάνω ένα σχόλιο.

Το τραγούδι μιλά για διαφορετικά πράγματα από το βίντεο. Το βίντεο έχει μια αφήγηση αρκετά ελεύθερη, με επάλληλα στρώματα αφήγησης που θέτουν διαφορετικά θέματα κι αυτά όχι απαραιτήτως ομόκεντρα. Η δύναμη των εικόνων είναι αποστομωτική. Είναι ένα σκοτεινό τραγούδι για το ψέμα, ένα όνειρο βγαλμένο από το σκοτεινό μυστήριο των ανθρώπινων προσώπων και την απειλή των κρυφών προθέσεων, που βρίσκονται παντού.

Η ορμή του μπορεί να ενεργοποιεί,  να δίνει τελικά φόρα για άλλα πράγματα. Κι αυτό παρά το αυτάρεσκο τέλος που αποτελεί κλασσικό δείγμα του σύγχρονου χιούμορ. Του χιούμορ που εορτάζει πολύ εύκολα το αδιέξοδο.
Όμως επιμένω πως κάτι μου λείπει. . Όλο αυτό το παιχνίδι με τις σκιές θεωρεί δεδομένη την επιθυμία για φως. Και δεν ασχολείται μαζί του.
Κακώς.
Διότι είναι πολλοί αυτοί που το έχουν χάσει από τα μάτια τους εδώ και καιρό.

Αν μπορούμε να καθρεφτιστούμε μόνο στο σκοτάδι είναι γιατί το’ χουμε διαλέξει. Μας δίνει ασφάλεια.
Είσαι στο απυρόβλητο όταν αποκλειστικά κατεδαφίζεις. Δε σφάλεις όταν αρνείσαι, όταν μιλάς το ψέμα που έχει καταπιεί τα πάντα. Δε σφάλεις όταν αδειάζεις λίγο ακόμα την χωματερή των ανθρώπινων μυαλών. Κι όμως όλο την αδειάζουμε και όλο πιο μπουκωμένη μοιάζει. Οι ντομάτες που πετάξαμε στους υποκριτές είναι ακόμα εκεί και σαπίζουν, και η δυσοσμία τους μπορεί να είναι ακόμα χειρότερη. Καλύπτει και αφανίζει όποιο ελάχιστο άνθος πάει να φυτρώσει, εξαφανίζει κάθε άλλη μυρωδιά αυτού του κόσμου.
Μοιάζει να μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για την αδικία του κόσμου, για το κακό τίποτα. Ακόμα και την αγάπη την έχουμε κάνει φλυαρία και φαντασία, συναίσθημα και ενοχές, εμπειρίες και άγχος. Πως έγιναν αυτά όλα; Δε με νοιάζει ποιος φταίει. Αν αρχίσω την διαδικασία της αφαίρεσης, της απογύμνωσης, θα αφαιρέσω και την γοητεία του σκοταδιού, καθώς και την απολαυστική αυτοδικαίωση της καταγγελίας. Μπορούμε να κοιτάμε γύρω και να μας θρέφουν όλα, μπορούμε την ορμή τους να την μεταβάλουμε ελάχιστα για να την πάμε κάπου αλλού.

Η απόλαυση της δυσοσμίας στο όνομα της δικαιοσύνης και της ουτοπίας, ο αυτοκαταστροφικός ναρκισσισμός που αναφέρει ο Curt Cobain στο τελευταίο του γράμμα και η κοπρολαγνεία της ευφυούς τέχνης δε διαφέρουν πολύ από εκείνη των τηλεοράσεων. Ας μιλήσουμε για ένα άλλο τίποτα, ακόμα περισσότερο τιποτένιο, ακόμα πιο ελαφρύ, πιο μακρινό, σιγανό. Η χυδαιότητα του κυνικού ξερόλα πάει χέρι με χέρι με τους νευρωτικούς ευτυχισμένους που καταδικάζει.

Κάθομαι πίσω στην καρέκλα μου, θυμάμαι και παίρνω μιαν ανάσα. Όταν φύγει όλο αυτό το σφίξιμο, τι θα μείνει;

.

Το πρώτο δείγμα (που γνωρίζω) keyframe animation.
Όπου το σχέδιο γίνεται με το χέρι και ο υπολογιστής το εξελίσσει. Για την ακρίβεια σχεδιάζουμε δύο διαφορετικά σημεία και ο υπολογιστής υπολογίζει την μετάβαση από το ένα στο άλλο. Πρόκειται για ένα παιχνίδι χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό που βλέπεται είναι ένα απόσπασμα αλλά δε βρίσκονται εύκολα ταινίες του Foldes. Αποτελεί μια χαμένη σελίδα της ιστορίας των “κινούμενων εικόνων”.

Ας επιμείνουμε στον όρο κινούμενες εικόνες μια που το Video-Art είναι τελείως ασαφές και παραπλανητικό. Θα επανέλθω αλλά το ζητούμενο είναι να ενωθούν τα διάφορα ανθυποείδη και τα έργα να πάρουν την θέση τους ανάλογα με το τι έχουν να πουν.

Στα δύο παραδείγματα που έχουμε εδώ το δεύτερο (το “La Faim”), στο τέλος της ανάρτησης, είναι, σαφώς, μνημειώδες. Και στα δύο οι ποιότητες των γραμμών είναι σημαντικές, και γεννιούνται, εκτός των άλλων, από τους περιορισμούς του μέσου. Οι γραμμές έχουν ζωή δική τους, η αδεξιότητα τους είναι γεμάτη αίσθηση. Η εικόνα δεν είναι βυθισμένη στην αναπαράσταση, στο αληθοφανές. Φαίνεται το σώμα της εικόνας, φαίνεται και είναι πλούτος. Όπως η βραχνή φωνή των L.Cohen και Μ.Βαμβακάρη, όπως οι πινελιές του Βαν Γκογκ, όπως οι ντομάτες που δεν είναι μόνο αναπαράσταση της ντομάτας αλλά και γεύση και άρωμα, είναι παρούσες.

Ο Peter Foldes, γεννήθηκε Ούγγρος αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Γαλλία. Το συγκεκριμένο βίντεο το δούλεψε στον Καναδά. Πρόκειται για μια πολύ πρώιμη τεχνολογική εφαρμογή, σε συνεργασία με ένα ερευνητικό εργαστήριο. Η διαδικασία είναι: Ο Foldes κάνει ένα σχέδιο, μετά ένα δεύτερο και ο υπολογιστής αυτόματα φτιάχνει την μετάβαση από το ένα σχέδιο στο άλλο. Ο σχεδιαστής-ζωγράφος κοιτά τι προτείνει η μηχανή και το ξαναδουλεύει. (Στις αυτόματες μεταβάσεις συμβαίνουν αυτά που ο Φ.Μπέικον θα ονόμαζε “ατυχήματα” ) Ξαναπροσαρμόζει το αρχικό σχέδιο το κάνει πιο πυκνό και του δίνει, σιγά-σιγά, ποιό “ωραίο” νόημα και πιο εύστοχη μορφή.

1ο Μέρος

2ο Μέρος

Σήμερα υπάρχει μια τεράστια φιλολογία για την ανάγκη να ακούμε το σώμα μας. Το σώμα όμως μπορεί να λέει και άστοχα πράγματα.

Τι κρύβεται πίσω από την Πείνα; Δεν είναι προφανές. Η επιθυμία για την ζωή είναι κάτι που δε ξέρουμε αν διαλέξαμε.

Η επιθυμία για ζωή και η επιθυμία για το τέλος αυτής της ζωής δεν είναι καθόλου αντιφατικές.

Υπάρχει ένας σωλήνας που περνά απο μέσα μας ένα κενό που είναι δικό μας, μια περιοχή που είναι ταυτόχρονα και “μέσα” και “έξω”. Μέσα από κει μας διαπερνούν κομμάτια του κόσμου και μας δίνουν την ζωή που τους παίρνουμε.

Δεν υπαρχει τρόπος η δική μας χαρά να σταθεί ακέραιη και δικαιη μπροστά στην δυστυχία των άλλων ανθρώπων. Και ζώων. Και φυτών. Πέρα, όμως, από τον ηθικισμό και τις ενοχικές λογικές διαφόρων “πολιτικά ορθών”, μήπως η ζωή μας κοστίζει υπερβολικά πολύ; Οι αστοχίες μας αποκαλύπτονται χυδαίες και τεράστιες κάπου που εμείς δε βλέπουμε και με τρόπο που δε φανταζόμαστε. Για να ζεσταίνονται τα σπίτια μας, άθρωποι φτάνουν σε σημείο να βάζουν “υπόθετα” εκρηκτικές ύλες και να μετατρέπονται σε βόμβες και τιναγμένα στον αέρα κρέατα. Για να μη πέσει η τιμή του ψωμιού που τρώμε, πέφτουν βόμβες σε σπίτια και πεθαίνουν άνθρωποι. Παιδιά, άνδρες και γυναίκες, απροετοίμαστοι, πεινασμένοι ακόμα για ζωή. Δε γίνεται να είμαστε σωστοί και γι’αυτό ο εισαγγελικός τρόπος καταγγελίας είναι καταδικαστέος και ύποπτος. Παρόλαυτα ας προσπαθήσουμε να έχουμε μέτρο, να επανακτήσουμε την αξιοπρέπεια μας.

Το “La Faim” είχε προταθεί, μεταξύ άλλων διακρίσεων, για Όσκαρ το 1975,κέρδισε και το βραβείο της επιτροπής στις Κάννες το 1974. Εντούτοις σήμερα μοιάζει ξεχασμένο. Χαρακτηρίζεται από δυνατή αφήγηση και δυνατή εικόνα. Δυνατή με όρους ποιητικούς και εικαστικούς. Μια γιορτή της αίσθησης και της ακρίβειας. Καμμία μετάβαση δεν είναι ανακριβής ή “εντυπωσιακή”. Αλλά ενώ το “νόημα” διατρέχει τα πράγματα, δεν αποξηραίνει, δεν τα κάνει εγκεφαλικά, κάθε άλλο. Χιούμορ (τοξικό) και αίσθημα διαπερνά όλο το έργο. Και γεύση ονείρου, η φαντεζί αυστηρότητα του ονείρου.

Ίσως το τέλος να είναι πολύ σχολιαστικό για μερικούς, αλλά κι αυτό τελικά έχει τον λόγο του. Προσωπικά έχω κάποιες ενστάσεις. Πάντως μια πολύ προσωπική φωνή διατρέχει όλη την ταινία. Κι αν είναι πικρή, αυτή η φωνή, δεν είναι αυτάρεσκη.

Ο Foldes πέθανε πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου. Λίγα πράγματα υπάρχουν στο διαδίκτυο σχετικά.

Ένα από τα λίγα που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο εδώ! Κι εδώ
(ίσως το χάσετε αυτό επειδή είναι στα σχόλια οπότε:Δείτε εδώ

Πες κάτι γι’ αυτό το τίποτα φίλε!

Ο Μπουκόφσκι είναι ένας περίεργος τύπος.
Τα πεζογραφήματα του συνήθως δε μου αρέσουν. Και λίγα λέω.
Τα ποιήματα του, όμως, έχουν λάμψεις πολύτιμες.
Έχουν ανοίγματα που ακινητοποιούν με την αμεσότητα και με την ευτέλεια των υλικών τους.
Είναι γεμάτα κοινούς τόπους και υπεραπλουστεύσεις που αντί να προδίδουν δυναμώνουν τον Λόγο.
Είναι γεμάτα κατανόηση και επιθυμία να γίνει ο κόσμος κι ο εαυτός κατανοήσιμος.
Με το τίποτα καταφέρνει την ποίηση και δίνει αέρα, γεννά χώρο, δίνει δύναμη.

Τα ποιήματα του δείχνουν στο βάθος να κρύβει λέξεις για να μη χαθεί η σκέψη μέσα στην σκέψη.
Οι λέξεις είναι σαν κτήρια και το ένα κρύβει το άλλο. Κάπου κάτι μένει μισό, κάτι κρατά ακόμα την αντίφαση ωμή, ανεπεξέργαστη, πριν γίνει “ύφος”.
Το ύφος των πεζών του πλακώνει τα κείμενα αλλά στα ποιήματα μοιάζει πιο εγκαταλελειμένος, αφόρητα ανθρώπινος.
Ας δούμε άλλο ένα..

Οι λέξεις είναι το σώμα της σκέψης. Χωρίς λέξεις δε μπορούμε να σκεφτούμε, να αισθανθούμε τον Λόγο των άλλων. Μέσα από τις λέξεις και πέρα από αυτές. Η σκέψη χρειάζεται και τις εικόνες βέβαια αλλά αυτά τα δύο στοιχεία αλληλοσυμπληρώνονται, ο νους χρειάζεται και τα δύο του πόδια για να τρέξει προς την κατανόηση.

Δεν είναι η ποσότητα ούτε η πολυπλοκότητα αλλά η ποιότητα τους που μας ζωντανεύει. Η ποιότητα της προσοχής και της συνείδησης αυτού που γράφει-μιλάει κι αυτού που διαβάζει-ακούει. Όπως η σημασία της προσοχής μας, όταν ακούμε ένα πουλί έξω από το παράθυρο ή ένα παιδί που παίζει και λέει αρλούμπες.

Μη παίζουμε με τις λέξεις. Δηλαδή ας παίξουμε με τις λέξεις με τον πιο ακραίο τρόπο.
Αν η πολιτική και η δημοσιογραφία λειαίνουν τον Λόγο και σιγά σιγά μοιάζει να πεθαίνει, δε μπορούμε να κάνουμε κάτι να το σταματήσουμε. Δε μπορούμε να γκρινιάζουμε, να λέμε μόνον “όχι”. Αυτό που πρέπει να γίνεται είναι να παράγουμε τα παραδείγματα μας. Να μιλήσουμε αυτές τις λέξεις όσο πιο σωστά μπορούμε, με έννοια και τρυφερότητα για την αλήθεια. Να δουλέψουμε τις λέξεις χωρίς να τις λυπόμαστε. Να μείνουμε ψύχραιμοι όταν οι αντιφάσεις τους μας κάνουν να αισθανόμαστε συντριπτικά θνητοί. Χωρίς αλήθεια.

Ένας “Δικτυακός Θώκος” για τον βροντερό γεροξούρη της Αμερικανικής Ποίησης εδώ.
και
ένας ακόμα.. (αρκετοί σύνδεσμοι δε λειτουργούν αλλά υπάρχει πολύ υλικό..)

Ένα “εισαγωγικό” άρθρο για τον ποιητή εδώ

Τα ποιήματα ακολουθούν:
Read the rest of this entry »

(Δευτερη Σημείωση.. για λόγους που δε μας αφορούν το βίντεο αυτό δε μπορεί να παίξει πλέον!
Κατά καιρούς το αποκαθιστώ αλλά ξανασταματά. Νομίζω πως δε μπορούμε να το δούμε στην “δική μας χώρα”… Οπότε ΙΣΩΣ μπορείτε να το δείτε στο YOUTUBE… κάτι τέτοιες στιγμές οι τίτλοι των τραγουδιών σε βγάζουν από τον κόπο… άλλα οκ.. να μαστε καλά 😉 )


(Σ.Σ. Με αυτό το βίντεο γέλασα)

Τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων στην περιοχή του κέντρου έχουν ταράξει πολλούς από μας. Θα τάραζαν περισσότερους αν ξέραν τι συμβαίνει στους γύρω δρόμους την ώρα που γράφω. Κάποιοι κυνηγούν με λοστούς και μαχαίρια “ξένους”.. Η ρητορική του μίσους έχει ψηλώσει πολύ και μαγειρεύει ανοησία μίσος και θάνατο. Η ζωή δεν αξίζει έτσι..
Δε συνηθίζω να γράφω αναρτήσεις με πολύ επίκαιρες αναφορές αλλά νομίζω πως η κατάσταση στην οποία αναφέρομαι δεν έχει τίποτα καινούριο, δεν είναι κάτι ειδικό η δίψα για αυτοκαταστροφή. Ότι γράφω απόψε θα έχει ισχύ και αύριο..

Ο Λάο Τσε λέει στην αρχή του Τάο τε Κίνγκ “ο οπαδός του σκληρού είναι οπαδός του θανάτου”…
Ο κύκλος της βίας είναι μια ακόμα “μηχανή”. Ένα ακόμα λογικό σχήμα που δε χωρά τον άνθρωπο. Τόσο λογικό που γίνεται παράλογο.

Είναι πολλοί αυτοί που διαλέγουν τέτοιους μικρόψυχους τρόπους, κακία ντυμένη ιδέες και ασυνείδητα αδούλευτα πάθη.
Είμαι λοιπόν αρκετά οργισμένος κι εγώ αλλά δε θέλω να ενδώσω σ’ αυτό.
Σε λίγο θα έχει τελειώσει αυτή η κωμωδία, για να ξαναρχίσει αργότερα. Μέχρι τότε έχω την ελπίδα να δω τον ήλιο να σηκώνεται, να ανακαλύψω τον εαυτό μου να αγαπά κάτι, οτιδήποτε, να δεχτώ όσα αντέχω να δεχτώ κι αν είναι δυνατό να μείνω μέσα στην κραυγαλέα σιωπή αλύγιστος. Στην τελική δεν έχει νόημα που τα γράφω όλα αυτά. Γι’ αυτό και τα γράφω.

Θυμάμαι τον Γιάννη Τσαρούχη όταν μιλούσε πικραμένα για την κοινωνία που διαλέγει την μοίρα της και την κατάντια της.. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να αυτοκαταργηθεί; Αν ο πλανήτης πάρει τελικά αυτή την απόφαση; Δεν είμαστε μακριά..

Τι πρέπει να κάνει ο κάθε εγώ σε τέτοιες συγκυρίες;
Δεν υπάρχει γενική απάντηση. Έτρεξα στους δρόμους και τώρα επιστρέφω στο εργαστήριο. Είναι απαραίτητο. Ο καιρός περνά και δεν έχω διαυγή νου. Δε βλέπω την “ερώτηση”. Τρέχω πίσω από τις μέρες. Μου συμβαίνει όλο και πιο σπάνια ο βαθύς φιλοσοφικός πόνος. Δε τυφλώνομαι από τίποτα. Κάτι δε πάει καλά λοιπόν. Χάνω από τα μάτια μου το γλυκό τεράστιο αδιέξοδο της αγάπης. Αυτά δηλαδή για τα οποία μας χλευάζουν οι κυνικοί και οι δυνατοί. Από όλους έχουμε πολλούς…

Τι πρέπει να κάνει ο κάθε εγώ σε τέτοιες συγκυρίες;
Να κάνει και λίγο χιούμορ ίσως; Έστω πικρό;

Τα “λόγια” του τραγουδιού ακολουθούν:
Read the rest of this entry »

Από που για που; Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Πόσο ακριβά πληρώνει κανείς την επιλογή του ή την αδυναμία του να γίνει όπως οι άλλοι; Φεύγουμε σε κάποιο περιθώριο των διαδρομών αυτού του κόσμου. Η φωνή μας σηκώνεται σε ένα δάσος μακρινό, σα δέντρο που ίσως κάποτε δώσει σκιά σε κάποιο περαστικό.
Ας το κάνουμε με κέφι όμως! Ας το κάνουμε χωρίς περιττό θρήνο όπως οι Subtle. Με λίγη τρέλα και παίζοντας με το παράλογο αναγνωρίζοντάς το, είναι και δικό μας συστατικό ευτυχώς. Σ’αυτό το τρελό και άδικο κόσμο που είμαστε αυτή τη στιγμή ας παίξουμε το παιχνίδι που μπορούμε.

Πηγαίνοντας στον κόσμο μέσα, το πρόσωπο γίνεται πρόσωπο μετά από πολλά χιλιόμετρα. Για να πει ένα “Ναι” πρέπει να πει πολλά “Όχι”.
Ο Καιρός μας είναι παράξενος. Με θόρυβο και λύσσα γιορτάζουμε τις μέρες μας, ηλεκτρισμένοι. Λυώνοντας ότι μπορεί να λυώσει. Στη σύγχιση μας φαίνεται να λέμε πως αν μείνει κάτι θα είναι είτε η ίδια η αλήθεια είτε η απελπισία μας γυμνή. Κι αυτό μοιάζει ειλικρινές.

Οι άνθρωποι τρώνε ο ένας τον άλλο. Η Νύχτα μοιάζει να μην ξεκίνησε ποτέ. Γεννήθηκες μέσα της και τρέχεις. Το πρωί δεν είναι πρωί και η Νύχτα δεν είναι υπό συζήτηση, η Νύχτα είναι η μόνη αλήθεια και οι καλές προθέσεις δε μπορούν να ειπωθούν δημοσίως. Το “καλό” είναι πλέον τόσο ύποπτο όση και η υποκρισία και η οκνηρία που συστηματικά κρύβονται πίσω του. Κι αν δε θέλεις κι αν δε μπορείς, η μόνη λύση είναι να τρέξεις. Όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Κάποτε διαλέγουμε την Νύχτα, την θλίψη και τις ιστορίες που μιλούν σκοτεινές λέξεις. Πληρώνουμε να δούμε ταινίες που θα μας γεμίσουν τρόμο κι όνειρα αγωνίας. Παίζουμε ποιός θα τρομάξει τον άλλο στις άκρες των γκρεμών και στα μπαλκόνια. Ο φόβος μοιάζει σαν εγγύηση πως ζούμε.

Κάπου όμως όλοι οι φόβοι αθροίζονται, γίνονται ένα και χάνονται στο βάθος. Δεν μιλάμε πλέον για το φόβο κάποιου συγκεκριμένου πράγματος, των σκύλων, της αρρώστιας, της ηλεκτροπληξίας, της μοναξιάς κ.τ.λ. Κάπου οι φόβοι μαζεύουν τόσο πολύ που τα διάφορα “γιατί” σβήνουν και μένει μόνο ο φόβος, μόνος, διπλά ανεξήγητος και διπλά απελπιστικός, άπιαστος, πανταχού παρόν.
Και τότε..

Οι Subtle είναι ένα τρελούτσικο τσούρμο, μετα-hip-hop, avant-hop με ατμοσφαιρική μουσική και στίχους αμερικάνικου σουρεαλισμού με πολιτικές ροκ αποχρώσεις και αγάπη για το παράδοξο και το παιχνίδι. Έχουν κάνει μια σειρά από καταπληκτικά μουσικά βίντεο σε συνεργασία τους SSSR, μια κολλεκτίβα (νορβηγο-ιαπωνική(!!!) όπως λένε) η οποία κάνει θαύματα.

Η σελίδα των SSSR στο Myspace εδώ

Η σελίδα των Subtle στο Myspace εδώ.

η ακόλουθη σημείωση αφορά τον τίτλο του τραγουδιού και είναι στο youtube account της εταιρίας που τους “παράγει”..

PS. It is widely believed that the title of this vide ‘F.K.O.’ stands for ‘F**k Kelly Osborne’.

Οι στίχοι ακολουθούν:
Read the rest of this entry »

(Πατήστε, αν θέλετε βεβαίως,  κάτω δεξιά να δείτε την εικόνα σε όλη την οθόνη για το βίντεο)

Το πιο βαθύ σκοτάδι βρίσκεται στον Νου. Στο απρόσκλητο βάθος του.
Στις απαντήσεις του, που γεννάν μόνον ερωτήσεις.
Στην υποψία μας πως κάτι γνωρίζει, η οποία εμποδίζει να τον αρνηθούμε.
Στα ωραία τραγούδια πόνου που γνωρίζει και στα καταπληκτικά φαντάσματα που ξέρει να γεννά. Read the rest of this entry »