You are currently browsing the category archive for the ‘Ιστορίες Τέχνης’ category.

Είδα προ καιρού αυτό το βίντεο και στάθηκα. Δεν ήξερα γιατί. Κατάλαβα όταν τελικά άρχισα να γράφω.

α) Jacques Tati 
O Jacques Tati είναι ο παιδικός ήρωας που δεν είχα. Ο ευγενέστερος των άτσαλων ποιητών, ο βέλτιστος των καπνιστών πίπας, ο αστειότερος των σοβαρών ανθρώπων. Τον βλέπω. Απελευθερωτής του “Λόγου” από τις λέξεις. Mόνος. Κανένας άλλος δεν φόρεσε καπαρντίνα μετά από αυτόν και κανείς δεν έκανε καλύτερα ποδήλατο. Φιλοσοφεί απευθυνόμενος σε ολόκληρο τον άνθρωπο, λέγοντας ιστορίες. Είναι ο ντροπαλός φιλόσοφος. Είναι αυτός που αποκάλυψε τις κάλτσες του. Ηττημένος χωρίς να το επιδιώξει. Έντιμος μέχρι σπαραγμού. Ο Jacques Tati. Ο άνθρωπος που έφτιαχνε κινηματογραφικές ταινίες.

Τα πράγματα στις ταινίες του είναι ολόκληρα κι έτσι μοναδικά. Όλα είναι ευρύχωρα, ο χρόνος, ο ήχος, η εικόνα, οι ιστορίες, οι τόποι που συνθέτει. Ακόμα κι όταν όλα καταστρέφονται υπάρχει χρόνος. Όλοι έχουν μια θέση, γελοίοι, μισοί, επηρμένοι, ικανοί κι ανίκανοι, νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει χώρος και για τους ασήμαντους και για τους κακούς. Και για τα ζώα και για τα πράγματα. Όλα έχουν φωνή. Η ερμηνεία του έχει, επίσης, μια αισθηματική και διανοητική ετοιμότητα που δεν γίνεται εξυπνάδα ή συναισθηματική εκτόνωση, μόνον χρησιμεύει για να κατανοήσει την ζωή των άλλων και την δική του. Όλα αυτά με μια λεπτή και αδιάλειπτη αποστασιοποίηση. Βλέπει από μακριά την Ιστορία σαν κίνηση παράφορη που ενώνει χωρίς να ομογενοποιεί.

Η σπαρακτική έλλειψη νοήματος στην ζωή και την Ιστορία δεν παραβλέπεται. Ούτε γίνεται βία κι απόγνωση. Αντιθέτως γίνεται γνώση, δηλαδή κατανόηση, δηλαδή άρνηση της “κατηγορίας”, δηλαδή άρνηση κάθε σχήματος που εξηγεί με απλουστευτικούς όρους, τα πράγματα, τα γεγονότα, τις ζωές. Ασκεί κριτική, δείχνει ανθρώπους, φορείς, και της αδικίας και της καταστροφικής ανοησίας αλλά ποτέ δεν κλείνει το κάδρο γύρω τους, δεν επικεντρώνει σε αυτούς, είναι μέρος ενός ευρύτερου συνόλου, μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την Ιστορία, της ταινίας και του κόσμου. Το κακό μένει ανεξήγητο. Δεν υπάρχουν “φταίχτες” στους κόσμους που κατασκευάζει. Ναι, υπάρχει διάκριση στο έργο αυτού του ανθρώπου που δεν αποκλείει την καταστροφή και την αποτυχία. Υπάρχει αγάπη για την γη, ουράνια, φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου από χώμα.

Ο Jacques Tati, όμως, είναι η αφορμή, άλλο είναι το θέμα μας…

β) Η Μπάλα-Ο Τερματοφύλακας-Το Τέρμα
Λοιπόν; Τι είναι μια μπάλα; Η Μπάλα δεν είναι ένα πράγμα. Η μπάλα είναι η ελάχιστη μορφή. Ένα “διογκωμένο” σημείο. Η μπάλα είναι ένας χώρος κλεισμένος στον εαυτό του, μια ταυτολογία, μια κατασκευή χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς γωνίες, χωρίς σχήμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μέσα στην μπάλα βρίσκεται ένα κομμάτι σκοταδιού. Και το σκοτάδι αυτό μένει πάντοτε ακίνητο. Όσο κι αν η μπάλα μετακινείται.

Γύρω της τοποθετούμαστε. Άλλος κοντά, άλλος μακριά, άλλος αμυντικά άλλος επιθετικά. Άλλος με πεποίθηση, άλλος ξέπνοα. Είμαστε παίκτες, θεατές, οπαδοί ή τελείως αδιάφοροι. Το πλέγμα αυτών των σχέσεων και τα κενά που εμφανίζει, ορίζει αυτό που ονομάζουμε “χώρο”.

Η μπάλα παραμένει χωρίς χαρακτηριστικά, δηλαδή αόριστη κι έτσι μπορεί να γίνει τόπος προβολής κάθε επιθυμίας. Μ’αυτόν τον τρόπο επιτρέπει ενώ διαφέρουμε να επιθυμούμε κάτι μαζί. Η μπάλα με την απολύτως συγκεκριμένη αοριστία της μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε, να συναντηθούμε στο ίδιο σημείο.

Ο άνθρωπος χτίζεται και αντλεί την ζωή του από την επιθυμία δηλαδή από την ατέλεια, την απουσία και την έλλειψη. Η ανακάλυψη του “τραγικού” είναι ακριβώς συντονισμένη με αυτήν την γνώση και περιέχει τον θρήνο του ανθρώπινου απέναντι στο ανέφικτο, του καλού του ωραίου και του αληθινού. Είναι σκληρό αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος παρεκτός αν το αντικείμενο των επιθυμιών του παραμένει απών ή έστω έρχεται και φεύγει συνέχεια σε συχνότητα τέτοια που αν το δει κανείς από μακριά να μοιάζει πως και είναι εδώ και δεν είναι. Αυτός είναι ο ρυθμός όλων των πραγμάτων, της ύλης και της ενέργειας. Αυτόν τον ρυθμό εκδηλώνει η κυκλική εναλλαγή των εποχών, των καθημερινών γευμάτων και η παλινδρομική διείσδυση της σεξουαλικής πράξης όπως επίσης σε αυτόν τον ανεκπλήρωτο ερχομό αναφέρεται η σπαρακτική και τρυφερή, σχεδόν αστεία, Πορεία προς Εμμαούς.

Κάποιες φορές αυτό το βάσανο μας εξωθεί σε εύκολες λύσεις και αφηνόμαστε σε μια φτωχή εκδοχή της απουσίας ή της παρουσίας, χωρίς αίνιγμα.
Οι επιπτώσεις είναι δεινές και πολλαπλές. Για παράδειγμα τότε δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ του πνεύματος και του γράμματος του νόμου και κυριαρχεί η απώθηση, η σκληρότητα και η τυφλότητα. Τότε αφανίζεται η ανάγκη και η δυνατότητα για ερμηνεία και αγκαλιάζουμε το “sola scriptura” που θαρραλέα πλην απελπισμένα πρότεινε ο προτεσταντικός κόσμος. Τότε τα πράγματα είναι επίπεδα, οι άνθρωποι είτε καλοί είτε κακοί και η γλώσσα νεκρή επειδή είναι παντοδύναμη. Τότε ένας ναρκισσιστικός μηδενισμός απλώνεται γύρω μας επαιρόμενος για το θάρρος του. Τότε τα πράγματα δεν οδηγούν πουθενά, αλλού, δε μας αποκαλύπτουν μόνο μας καθρεφτίζουν. Τότε είμαστε φυλακισμένοι στα φαινόμενα.
Τότε, χαρακτηριστικά, ζητάμε μια λύση αμέσως στα προβλήματα μας ενώ δεν τα έχουμε κατανοήσει. Η κατανόηση όμως απαιτεί χρόνο και από μας κι από τα πράγματα, δεν έρχεται όσο κι αν πεισμώνουμε, ακόμα κι αν πεθαίνουμε θα απαιτήσει χρόνους που πιθανώς μας ξεπερνούν.

Θέλουμε να ελευθερωθούμε από την βάσανο της ερώτησης, του πόθου, της υπομονής απέναντι στο ανέφικτο της Ιστορίας. Πως μπορεί αυτό το σχήμα να μείνει ανοικτό; Αντιφατικό και περιεκτικό; Η μπάλα είναι ένας τρόπος να εντοπίσουμε το κενό, την έλλειψη, την απορία. Κάτι που μοιάζει επαρκώς με το τίποτα ώστε να μπορεί να αποκαλύψει τόσο την παρουσία όσο και την απουσία. Στην παρούσα απουσία καθρεπτίζεται και ενεργοποιείται η επιθυμία κι όπως κινείται αρχίζει να “υπάρχει” και να οργανώνεται. Γι’ αυτό το θαύμα μιλούν όσοι γεύτηκαν την επήρεια της γραφής που μοιάζει να μιλά πέρα από αυτόν που γράφει. Γι’ αυτό όταν κινούμαστε να μιλήσουμε σε κάποιον άλλο, συχνά δεν ξέρουμε τι ακριβώς θα πούμε και μιλώντας φωτιζόμαστε και μας ακούμε κι ο Λόγος μας συντάσσεται και αποκτά δομές, ουσία γεωμετρίες σχέσεις.
Ο πόθος του εραστή, το ερώτημα του στοχαστή, η προσευχή του ασκητή και η λαχτάρα του καταναλωτή, όλα, κινούνται προς το σημείο μιας εντοπισμένης έλλειψης. Μιας έλλειψης που έχουμε ονομάσει. Έτσι, γύρω από την έλλειψη και το κενό, χτίζονται όλα τα πράγματα.

Η μπάλα, λοιπόν, δεν μαγεύει αδίκως τα πλήθη. Η σημασία της βαθαίνει και η γοητεία της εντείνεται από το γεγονός πως αυτήν τη λειτουργία την επιτελούν κι άλλες έννοιες, λέξεις, αντικείμενα, αξίες, σύμβολα. Αυτά βρίσκονται παντού και συνθέτουν την κοινότητα μας επειδή ακριβώς μένουν ανοικτά και ενδεχόμενα, σαν καθρέφτες, σε αναμονή του νοήματος που θα τους δώσουμε. Η μπάλα όμως είναι παιχνίδι.
Είναι περιορισμένη σε έναν χώρο κι έτσι δεν κινδυνεύει κανένας και τίποτα από την ασάφεια της. Μπορεί να παραμείνει σε μια περιοχή όπου οι ηθικές κατηγορίες δεν επαρκούν, κι εμείς να την κυνηγάμε. Χωρίς να χρειάζεται να ομολογήσουμε πως τρέχουμε τον πιο σοβαρό αγώνα της ζωής μας. Όπως όταν παίζουμε “πόλεμο” μικροί, δίχως να πεθαίνουμε. Γι’αυτό καθησυχάζει και παρηγορεί. Έτσι θεραπεύει και καλλιεργεί, την επιθυμία. Ακόμα κι αν όλα χαθούν δεν έχουμε ανάγκη τίποτα για να έχουμε κάτι.

Κι ο τερματοφύλακας;

Περιμένει. Μόνος. Το ερχόμενο. Εξαγριωμένος από την αναμονή, δέσμιος της αγωνίας, του αγώνα δηλαδή που έγινε κατάσταση του πνεύματος. Η “ζωή” είναι αλλού. Κάθεται και την βλέπει, μακριά από τις γιορτές και τις μάχες, έξω από τις ακολουθίες των γεγονότων, τις πάσες, τις ανταλλαγές, τις συζητήσεις.
Αυτός είναι ο φύλακας. Παραστέκει το αμετάκλητο. Μόνον αυτό αποτελεί ευθύνη του. Όλα τα άλλα θα ξεχαστούν. Τα γκολ θα μείνουν. Ο Τερματοφύλακας έχει το βλέμμα του στραμμένο στην Ιστορία. Στην ποδοσφαιρική αιωνιότητα. Στην πιο απόλυτη πραγματικότητα. Σε αυτό που κρίνει τον αγώνα. Στην τελική κρίση. Δηλαδή αυτός μόνον ασχολείται με την Κρίση καταπρόσωπο, αυτός που πενθεί την αχρηστία του και βαριέται πλάι στην πύλη του Τέρματος, ενώ οι γιορτές και οι μάχες μαίνονται και ανάβουν φωτίζοντας τα πλήθη και τα παιχνίδια της Ιστορίας.
Βρίσκεται μακριά από τους θριάμβους, όσο πιο μακριά γίνεται από τις νικηφόρες στιγμές, αγκαλιασμένος με την ήττα. Μόνον την ήττα πραγματεύεται. Γιατί δεν κυνηγά κι αυτός τα γκολ; Είναι αδικημένος; Έχει κατάθλιψη; Δεν είναι ελεύθερος; Μήπως αυτός είναι ελεύθερος; Γιατί “παίζει” έτσι; Δε θα δημιουργήσει ποτέ κάτι. Δεν θα δώσει ποτέ μια “Νίκη”. Μόνον θα αποτρέπει ήττες.
Αυτός που δίνει νόημα σε όσα καινούρια έρχονται επειδή τους αντιστέκεται. Αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση των γκολ. Αυτός. Είναι εχθρός τους; Και γιατί έχει το δικαίωμα να αγγίξει, με τα χέρια του, την μπάλα; Και γιατί επιμένει σε ένα σημείο όταν όλοι ποθούν ταξίδια κι αποδράσεις; Τον ενδιαφέρει ο Τόπος αλήθεια; Γιατί ζει, τον αγώνα, με το βλέμμα; Αντί να τρέχει, να ιδρώνει, να χαίρεται όλη αυτήν την σωματικότητα; Γιατί δεν καταναλώνει τις διαδρομές να μη βαριέται; Τον δένει κάτι; Το διάλεξε ο ίδιος; Καταλαβαίνει πόσο σημαντικός είναι; Και πόσο ανόητος;

Ο Τερματοφύλακας παραστέκει, και είναι, το τέλος και η αρχή κάθε διαδρομής. Είναι πολύ κοντά στο τέλος και η αγωνία του έχει κάτι από την αγωνία του τέλους. Του τέλους της ζωής, της αλήθειας, του αμετάκλητου. Ο άνθρωπος του Τέλους, ο Τελευταίος. Εκεί ορίζονται τα πράγματα κι εκεί συντρίβονται. Στο Τέρμα.
Όμως για κάτσε…
Το Τέρμα; Τι είναι το Τέρμα;

Αφού είναι τόσο σημαντικό γιατί του έχει γυρίσει την πλάτη; Αυτό το τέρμα γιατί το φυλάει αλήθεια; Δεν είναι όμορφο, δεν έχει κάτι πολύτιμο ή ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα! Αν τον άφηναν μαζί με το Τέρμα, αφού τόσο το αγαπάει, τι θα έκανε; Το Τέρμα πρέπει μάλλον να μείνει κενό. Πρέπει να υπάρχει πάντα κενό κάπου, δηλαδή μια ερώτηση, δηλαδή η επιθυμία, δηλαδή κάτι αφόρητο, αποτρόπαιο, αιώνιο. Κάτι που συντρίβει και ο αγώνας να το αποκτήσεις σε βοηθά όσο τίποτα να το ξεχάσεις, να πάρεις μιαν ανάσα.
Κι αυτό το κενό κοστίζει. Μέρες και νύχτες. Αβέβαιες διαδρομές και μεγάλες σιωπές. Απέναντι σε όσους θέλουν επειγόντως απαντήσεις. Τεράστια μοναξιά.

Το Τέρμα είναι φτιαχτό. Είναι μια κατασκευή. Κι αυτό δεν το καθιστά ψέμα. Οι κατασκευές είναι συνθέσεις των πραγμάτων που επειδή δεν μπορούμε να τα ακυρώσουμε τα λέμε αλήθειες. Μόνο μια κατασκευή μπορεί να στεγάσει του κόσμου τις ετερόκλητες αλήθειες που ποθούμε, που είμαστε, που θεριεύουν αν τις αγνοήσουμε, που σβήνουν όταν γίνονται απόλυτες. Τις αλήθειες που αναγνωρίζουμε και δεν ενώνονται αυτόματα, όπως η δικαιοσύνη με την συγχώρεση και την καλοσύνη, το Παρόν με το Παρελθόν και το Μέλλον, η προσωπική ζωή με αυτήν του συνόλου, η αναγνώριση του Ιερού μαζί με την ανάγκη για το ανούσιο, η δίψα για την τελειότητα μαζί με την ανεπάρκεια την δική μας και του κόσμου, η ασυνέχεια των πραγμάτων με την συνέχεια και την ροή, η απαραίτητη μνήμη του θανάτου με την απαραίτητη λήθη του, η δίψα για το παρόν με την νοσταλγία για όσα βρίσκονται έξω από τον χρόνο… και τόσα άλλα. Πράγματα που χαρακτηρίζουν τον Πολιτισμό, πράγματα κατά μίαν έννοια “αφύσικα” που ενώνονται στον ίδιο τον άνθρωπο, ενεργά και ενσυνείδητα. Μόνο μια κατασκευή μπορεί, να δημιουργήσει τις αντιφάσεις που θα μας επιτρέψουν να ζήσουμε.

Και τι αλήθεια δεν είναι κατασκευή; Οι ερωτικές ιστορίες; Τα κράτη; Οι ιδεολογίες; Τα έθνη; Οι αξίες; Η έννοια π.χ. της ανθρωπότητας; Ή οι θρησκείες; Στο μέτρο που είναι κατασκευές είναι αφ’ ενός σημάδια της ανθρώπινης ελευθερίας, αφ’ ετέρου εκδηλώσεις όσων στοιχειώνουν το ανθρώπινο, το ξεπερνούν, το διαπερνούν. Εν τέλει μια κατασκευή είναι τόπος φανέρωσης πραγμάτων που εκδηλώνονται στην ζωή και στο σώμα μας χωρίς να είναι δικά μας, είναι φωνές που μας ξεπερνούν, πράγματα πέρα από εμάς που εκκρεμούν.

Τώρα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω στο τέρμα. Διότι και το τέρμα επιδιώκει να εκφράσει κάτι που καμία διατύπωση δεν εξαντλεί. Προσπαθεί να απεικονίσει το αόρατο. Είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό με την μπάλα. Είναι ελεύθερο από τον εαυτό του, από κάθε αναπαράσταση του εαυτού του. Είναι το όριο, το τέρμα, το Τέλος, και είναι αποτρόπαιο. Γι’αυτό το στήνουμε, για να ελαφρώσουμε τον τρόμο που προκαλεί και να παίξουμε μαζί του. Γι’αυτό ο Τερματοφύλακας μπορεί και δεν το κοιτά ποτέ. Του έχει γυρισμένη την πλάτη. Μπαίνει αδιάφορα μέσα. Ξαναβγαίνει. Είναι εκεί και δεν είναι.

γ) Οι αμίλητοι
Τις μέρες αυτές είναι πολλοί αυτοί που μένουν αμίλητοι. Τώρα που η αίσθηση του επείγοντος κυριαρχεί. Σε μια κρίση ευνοούνται όσοι έχουν απλουστευτικές, ισχυρές θέσεις που βρίσκουν “ποιος φταίει” ή πάλι θέσεις που υπόσχονται την “λύση” του προβλήματος, ερήμην του χρόνου και της υπομονής. Θέσεις δηλαδή που μειώνουν τον άνθρωπο. Οι μέρες αυτές δεν αγαπούν τις ερωτήσεις, βασανίζονται από την αμηχανία της ερώτησης. Δεν αντέχουν περισσότερη ευθραυστότητα.

Οι αμίλητοι βρίσκονται έξω από αυτό το κλίμα. Μόνοι μένουν και ύποπτοι τέτοιες εποχές. Δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Οι ερωτήσεις τους είναι περιττές. Διαρκώς διαφωνούν με όσους συμφωνούν και συμφωνούν με όσους διαφωνούν. Και οι ίδιοι εξαντλούνται και αναθεματίζουν την μοναξιά τους. Είναι, όμως, οι φύλακες της ανθρωπότητας μας. Ασήμαντοι εργάζονται την σιωπή, την δίψα για αλήθεια, για κατανόηση και διαύγεια. Είναι αυτοί που φυλάσσουν την πολύτιμη αμηχανία του νου απέναντι στην Ιστορία. Είναι αυτοί που απενοχοποιούν την αδυναμία. Που την φωνάζουν και της δίνουν σάρκα.

Οι αμίλητοι πεινάνε δυστυχούν και επείγονται, αλλά επιμένουν, τα πράγματα να είναι ολόκληρα, δηλαδή να τα αγκαλιάσουμε όπως είναι, μισά. Μέχρι την τελευταία στιγμή επιμένουν να βλέπουν τον κόσμο σαν να έχουν μιαν αιωνιότητα μπροστά τους. Το αίνιγμα του παρόντος πάντα αναφέρεται στο αίνιγμα του παρελθόντος και του μέλλοντος. Καμμία επείγουσα συνθήκη δεν τους μετακινεί. Mόνον η κατανόηση. Η κατανόηση, όμως, δεν υπηρετεί την ισχύ αλλά το ανθρώπινο αίνιγμα.

Στέκονται μπροστά στον κόσμο. Και τον ρωτούν. Όταν πατούν το χώμα, ομολογούν πως δεν ξέρουν τι είναι. Είναι αλήθεια μπορετό να ζεις έτσι; Είναι όλος αυτός ο κόπος σωστός; Όλη αυτή η καταδίωξη του νου στο βάθος μιας ερήμου που κανείς δεν είδε; Μιας ερήμου που μοιάζει να γεννά από μόνο του το βλέμμα τους. Πώς να περπατήσεις από την μια άκρη του δωματίου στην άλλη; Πώς να μιλήσεις και να μην νομίζουν οι άνθρωποι πως μίλησες; Να μη σε παρεξηγήσουν δηλαδή. Τα πράγματα δεν έχουν μέγεθος οριστικό και οι λεπτομέρειες είναι πάντα επίφοβες και τεράστιες. Όταν αισθάνεσαι εφήμερος τα επείγοντα θέματα μοιάζουν κι αυτά έτοιμα να μικρύνουν, μοιάζουν ερείπια του μέλλοντος, ψέμματα του χτες και σκιές πράξεων που έχουν χαθεί από μπροστά μας.

Μιλώ για εκείνους που στοχάζονται και βλέπουν μ’ όλο τους το σώμα και η σκέψη τους δεν είναι συλλογισμοί και ευφυΐα αλλά αίσθηση του ανθρώπινου και σύνδεση. Για όσους δεν αποκρύπτουν την αντίφαση αλλά την αγκαλιάζουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο για να τον μιλήσουν. Για όσους δεν μικραίνουν τον κόσμο μιλώντας. Για όσους μένουν αμίλητοι. Και δεν θέτουν διλήμματα, δεν κάνουν προβολές για να αντέξουν την δυσμένεια των ημερών. Όσους αρνούνται τις απλουστεύσεις, και δεν ενδίδουν στον πειρασμό της κατηγορίας. Οι αμίλητοι, αυτοί, είναι που κρυφά γονιμοποιούν τον δημόσιο λόγο. Είναι γενναίοι επειδή ξέρουν να φοβούνται.

Η αμηχανία δεν είναι σφάλμα αλλά δυνατότητα. Μόνο ένα ψέμα μπορεί να μην είναι εύθραυστο και γι’ αυτό όλο νικά και θριαμβεύει κι όλο απειλείται και φοβάται. Χωρίς την ευθραυστότητα η φτώχεια δεν έχει όρια, η απελπισία γίνεται κατάσταση και η καταστροφή στόχος. Η αμηχανία, από την άλλη, γεννά χώρο και χρόνο. Χώρο που αφάνισαν οι στόχοι, οι αγώνες, οι συνήθειες, οι ιδιοτέλειες και οι επιθυμίες, που κατέλαβαν οι παραδόσεις και οι ιδεολογίες. Και χρόνο, να σκύψουμε σε πράγματα που αφήσαμε πίσω και μας λείπουν. Μόνον η αμηχανία πάει εκεί που οι άλλοι δεν τολμούν και νομίζουν την δειλία τους γενναιότητα.

Η αμηχανία είναι η πρέπουσα κατάσταση. Αλλά εδώ θέλει προσοχή… δεν μιλάμε για κάποιαν επιλογή της ήττας ή της αδυναμίας, του ηρωικού περιθωρίου ή του θυματοποιημένου ανίσχυρου. Μιλάμε για το ηθικό σθένος και την διαύγεια. Η αμηχανία δεν είναι στόχος αλλά σύμπτωμα. Αποτελεί εξαιρετικά δύσκολη θέση για την οποία πάντοτε λογοδοτείς και βάλλεσαι. Όταν σε ρωτάν: Εσύ ποιός είσαι; Και δεν έχεις απάντηση. Αν απαντήσεις μέσα στις κατηγορίες που σου ζητούν να μπεις τότε θα αρνηθείς πως ο κόσμος μας έχει αποτύχει, θα αρνηθείς το δικαίωμα να φανταστείς τον κόσμο ξανά, να έχεις φωνή, γι’ αυτό μένεις άφωνος κι έτσι κραυγάζεις πως ο κόσμος μας είναι φυλακισμένος στις φαντασιώσεις άλλων. Το παρόν απουσιάζει όταν προϋπάρχει.

Η αμηχανία είναι ένα ρήγμα στον κόσμο και δεν εκχωρεί ούτε αποδέχεται την θέση του θύτη ή του θύματος. Δεν συμμετέχει στην συγκάλυψη του προφανούς. Στον ιδιοτελή προσεταιρισμό της τραγωδίας. Αποτελεί προστασία από ολοκληρωτικές απαντήσεις, ηθικισμούς, συναισθηματισμούς, θυματοποιήσεις, δαιμονοποιήσεις. Δεν συμμαχεί με το ψέμα της εξήγησης. Είναι το θεμέλιο του Μέλλοντος. Η επιτροπή της συνάντησης. Το καταφύγιο της ερώτησης. Είναι διωγμός ατέλειωτος, διηνεκής, αγέννητος. Είναι η αναπνοή της σκέψης και το κατόρθωμα του νου. Η προέλευση του “πολυμήχανου” ανθρώπου. Το “δέος” του αρχαίου κόσμου.
Πηγή της ποίησης, της προσευχής, της φιλοσοφίας, μένει αυτή.
Η αδυναμία, η άγνοια, η ήττα, όπως την νομίζουν,
όσοι αναζητούν την δύναμη, την ισχύ και την ηγεμονία.
Χρειάζονται κι αυτοί.

Jacques Tati στην (Αγγλική) Wikipedia

άλλες σχετικές αναρτήσεις:

Walk around a telephone booth ή Αν υπάρχει κάτι άδειο σ’αυτό τον κόσμο.. / από τον Dokugyunyu..

Ο Bill Viola “The Reflecting Pool”

Αυτό που είμαι.. /Ce que je suis HOLDEN

I AM ROBOT/ από τον “Ken Tanaka” allias David Ury/ ROBOTS #2

κ.α.

Ίσως δεν ξέρετε πως ήδη ξέρετε τον Winsor MacCay και τον Little Nemo. Η επιροή του, σήμερα ακόμη, είναι τεράστια. Στα κόμιξ αποτελεί μια απόλυτη αναφορά που συγκρίνεται ίσως μόνον με τον Hergé τον δημιουργό του Tin tin. Αποτελεί υπόδειγμα καθαρής και τολμηρής γραφής τόσο στις εικόνες όσο και στις ιστορίες του. Τον οδηγεί η διαδικασία του σχεδίου όπως ένα μεγάλο αριθμό λογοτεχνών η “γραφή”. Ενώ αυτό στην λογοτεχνία συχνά δίνει “δύσκολα” έργα, περιθωριακά, στην περίπτωση του MacCay το αποτέλεσμα καταφέρνει να έχει κάτι γλυκό κι ανάλαφρο, ενώ υπάρχει η αγωνία του παιδικού κόσμου, ο ενθουσιασμός και ο τρόμος, το αποτέλεσμα παραμένει προσβάσιμο και σχεδόν λαϊκό, αμερικανικό θα τολμούσα να πω. Μπορείτε να δείτε μερικά παραδείγματα εδώ ή να χαθείτε στο άπειρο υλικό του διαδικτύου εδώ

Το φιλμ “Little Nemo” είναι επίσης πολύ σημαντικό για την ιστορία του κινούμενου σχεδίου. Είναι απόγονος του Émile Cohl (έχουμε ήδη μιλήσει για την “Fantasmagorie”) Και πρόγονος του Walt Disney που, ελπίζω, θα παρουσιάσω αργότερα. Η μίξη του πραγματικού με το άψυχο που κινείται με τρόπο εύλογο, μαγικό είναι απαραίτητη στα κινούμενα σχέδια. Το έχουμε ξαναπεί πως το βασικό θέμα του “κινούμενου σχεδίου” είναι ακριβώς πως δίνει ζωή, πως άψυχα πράγματα, κατασκευασμένα, μιλούν κινούνται και ενίοτε λένε πράγματα σημαντικά. Το κινούμενο σχέδιο το κινεί ένας παιδικός ενθουσιασμός, έχει την ανάμνηση του παιχνιδιού με τις κούκλες και με τα στρατιωτάκια. Είναι ένα σχόλιο στο “πραγματικό”, στην “ζωή” και συγγενεύει βαθιά με το θέατρο. Και τα δύο (και το θέατρο και το κινούμενο σχέδιο) λένε ξεκάθαρα πως είναι “απάτη”, σύμβαση, ψέμα κι έτσι ανοίγουν την πόρτα του ονειρικού/εφιαλτικού, του θαυμαστού και ελευθερώνουν από την “πραγματικότητα” για να μιλήσουν καθαρά. Στο τέλος επιτρέπουν να ξαναβάλουμε τα πράγματα σε σειρά. Να κερδίσουμε λίγο χώρο να δούμε τον εαυτό μας ακόμα κι αν αυτό έχει σα σκοπό να δούμε ότι δεν βλέπουμε καθαρά.

Το Little Nemo είναι δροσερό. Αποτελεί ένα παιχνίδι. Μια νέα “Φαντασμαγορία”. Έχει ακόμα την γέυση του ενθουσιασμού της εποχής της βιομηχανικής επανάστασης ενώ ταυτόχρονα μετέχει του τρόμου που φέρνει ο νέος αιώνας. Η χρονιά είναι το 1911. Έρχεται η μεγάλη ανθρωπιστική διάψευση. Ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Ο Δεύτερος απλώς τον ολοκληρώνει αλλά αυτός αποτελεί το πραγματικό γεγονός. Οι βλακείες που έλεγαν οι εξελιγμένοι άγριοι του αναπτυγμένου κόσμου θα σκάσουν στα μούτρα τους. Τα σχέδια του MacCay μιλούν γι’ αυτά. Ο παλιάτσος και ο”άγριος” είναι οι φίλοι του μικρού Ήρωα που αν και απολαμβάνει τους καρπούς αυτού του άδικου κόσμου δεν έχει ακριβώς ευθύνη. Αυτοί θα σηκώσουν στο τέλος τον πεσμένο κύριο με το ημίψηλο(!) όταν η “μηχανή”, το αυτοκίνητο, τιναχτεί. Το αυτο-κίνητο. Το μνημείο της αυτάρκειας, του καταναλωτικού μύθου που πατά στην λήθη της φιλοσοφίας, του μέτρου, που επιδιώκει την ύπνωση της ανθρώπινης αγωνίας για να μπορεί να αναπτύσσεται ανεμπόδιστα. Το στόμα που φιλοξενεί το ζεύγος είναι το Τέρας της Ιστορίας που τους πηγαίνει και τους ταξιδεύει. Το χαμόγελο δεν σβήνει, τα λουλούδια δεν μαραίνονται αλλά… η καρέκλα τους είναι μέσα στο στόμα του Τερατώδους. Ο μικρός Νέμο είναι αξιολάτρευτος. Στα κόμικ κι εδώ, κυριευμένος από την περιέργεια και την διάθεση για παιχνίδι ζει κάτω από την σκιά μιας ανησυχίας βαθιάς, αληθινής, ανθρώπινης. Αυτή η ανησυχία είναι από την μία Ιστορική κι από την άλλη Υπαρξιακή. Ο MacCay έχει φτιάξει έναν ήρωα σπαραχτικό και διασκεδαστικό συνάμα. Ένα αριστούργημα. Κάτι βαθιά αληθινό και ευφάνταστο. Ναι. Νέμο!

Winsor McCay στην wikipedia
Little Nemo στην wikipedia

Άλλες σχετικές με τις απαρχές του “κινουμένου σχεδίου” αναρτήσεις:
Το πρώτο κινούμενο σχέδιο στην ιστορία από τον Émile Cohl που έχουμε ήδη δει.
Τα “θαύματα” του Bruce Bickford
και το ψηφιακό MetaData του Peter Foldes

Ο Bill Viola κόντεψε να πνιγεί σε μια λίμνη όταν ήταν μικρός. Αυτή η εμπειρία του άλλαξε την ζωή. Όπως έχει πει ο ίδιος, δεν ήταν τρόμος ή αγωνία αυτό που ένιωσε, ήταν ελευθερία, ωραιότητα και ειρήνη. Το συγκεκριμένο έργο δε μιλά βέβαια, απαραιτήτως, γι αυτή την εμπειρία. Το νερό μέσα στο οποίο μπαίνουμε ή καθρεφτιζόμαστε μπορεί να είναι ο υλικός κόσμος. Το παλίμψηστο του υλικού κόσμου που με τα ίδια υλικά φτιάχνει ξανά και ξανά σχήματα, σώματα, μορφές επάλληλες. Ο ευμετάβλητος υλικός κόσμος, που κυλά σα νερό από σχήμα σε σχήμα. Χωρίς όνομα, χωρίς μορφή. Στην επιφάνεια του παίζουν οι αντανακλάσεις, αποτυπώνονται οι μνήμες θολές και φευγαλέες, αυτά τα σημάδια είναι αυτά που μπορούμε να μάθουμε, όλα κι όλα, όσα ξέρουμε.

Ερχόμαστε μέσα από το άγνωστο και στεκόμαστε μπροστά στο κόσμο, μπροστά στο νερό που παίζει στο φως. Σταματά το βλέμμα μας στα παιχνίδια της επιφάνειας των νερών. Σταματά το βλέμμα στα σχήματα των πραγμάτων. Σταματά το βλέμμα μόλις δει κάτι. Ξανά και ξανά απέναντι στο νερό και στο ερώτημα του κόσμου, μένουμε χωρίς απάντηση. Πηδάμε και χανόμαστε μέσα στην αντανάκλαση μας. Μέσα από τις  αντανακλάσεις και μόνο βλέπουμε και γνωρίζουμε. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο για μας. Η ουσία και το βάθος μένουν άγνωστα. Μένουμε μετέωροι και συνάμα ενωμένοι με τον κόσμο.

Μπορείτε να συνεχίσετε την ανάγνωση σ’αυτό το πνεύμα και να διαβάσετε την ανάδυση μέσα από το νερό των μορφών όχι σαν απάντηση αλλά σαν εμπειρία του τώρα των πραγμάτων πέρα από εξηγήσεις, σαν μια γέννηση που γίνεται μόλις πάψει αυτός ο χωρισμός. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα τελικά. Προφανώς μπορείτε να το διαβάσετε τελείως διαφορετικά. Το βασικό είναι αν το έργο μας μιλά, αν μας πείθει. Όλα τα υπόλοιπα, οι ερμηνείες η συγκίνηση και η έμπνευση, οι εξυπνάδες και οι σοφίες, ακολουθούν. Το σημαντικό συμβαίνει πριν και μετά τις λέξεις.

Η γέννηση είναι κάτι παράλογο, η αιτία της παραμένει σκοτεινή, μετέωρη.
Το αίτιο της ύπαρξης παραμένει μια ερώτηση αναπάντητη. Έτσι όμως η ζωή παραμένει ελεύθερη, ακόμα, από κάθε χρησιμότητα και ποσοτικοποίηση. Κανείς δε μπορεί να πει αν η ζωή μας άξιζε ή όχι.
Κάτι τέτοιο θα βασάνιζε τον άνθρωπο. Με πολλούς τρόπους.
Ένα κάπως χειροπιαστό παράδειγμα είναι πως μια τετελεσμένη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα θα επέτρεπε σε κάποιον να αποφασίζει την ζωή ή τον θάνατο των άλλων. Σε κοινωνίες όπου επιτρέπεται η θανατική καταδίκη υπάρχει πάντα μια απόλυτη υπεραπλουστευμένη απάντηση σ’αυτό το ερώτημα. Το μεγαλύτερο αγαθό της εποχής μας είναι το δικαίωμα στην απορία.
Γι’ αυτό πρέπει να μένει αυτό το ερώτημα επίμονα μπροστά μας. Επίμονα αναπάντητο να στέκεται και να μεταμορφώνει τα πάντα.

Bill Viola. Μια σημαντική προσωπικότητα της σύγχρονης τέχνης, πυρηνική μορφή της Βίντεο Τέχνης και με σημαντική θεωρητική συμβολή, στα χωράφια του τουλάχιστο. Με Εβραικές ρίζες και με μεγάλες δόσεις αμερικανικού Βουδισμού.. και γενικά “μεταφυσικά” ερωτήματα. Συχνά ο λόγος του έχει ευκολίες αλλά το ένστικτο του ως καλλιτέχνη είναι αδιαμφισβήτητο.
http://www.brita.net/art_in_the_surface_of_the_water.html

Να το προσωπικό του  site.

Το σχετικό άρθρο στην wikipedia.

και μια συνέντευξη..

ένα άρθρο ενδεικτικό του τρόπου που σκέφτεται εδώ

ένα πυκνό άρθρο εδώ

ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΙΜΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΤΟ:
MIGRATION

Ανέβασμα ενός έργου του Valere Novarina. Ενός από τους πλέον σημαντικούς δραματουργούς του Ευρωπαικού θεάτρου. “Ιδρυτή-Ευρέτη” του “Θεάτρου της Ακοής”, ενός θεάτρου που κυριαρχεί ο “Λόγος”. Ούτε ο Ηθοποιός, ούτε ο Συγγραφέας, ούτε ο Σκηνοθέτης. Όλοι οι προαναφερθέντες έχουν επιτέλους Ελευτερωθεί!

Στο Θεατρικό ιδίωμα του Novarina oι εικόνες έρχονται επί σκηνής από έναν άλλο κόσμο κι όχι για να περιγράψουν το κείμενο. Το κείμενο δεν περιγράφεται, ούτε εξηγήται. Το κείμενο παράγεται σαν απόηχος μιας πολύ βαθιάς σκέψης που εκείνη την στιγμή, ακόμη κι αν εμφανίζεται, έχει άγνωστους σκοπούς . Η ύπαρξη πολλών επιπέδων σκέψης και αίσθησης κάνει τον άνθρωπο φευγαλέο, άπιαστο, σαν την άμμο, σαν μια ακτίδα ήλιου που μπαίνει από τα θυρόφυλλα. Ο Άνθρωπος δεν είναι οι ιδέες του, παραμένει τρομακτικά ελεύθερος από τις ευκολίες της διάνοιας. Αυτή η ελευθερία φέρνει αμηχανία, προκαλεί ένα αίσθημα αφόρητα αδιευκρίνιστο, μετέωρο και δύσκολο. Η ασάφεια που προκαλεί μοιάζει τόσο αφηρημένη ώστε κυνδινεύει να γίνει απάνθρωπη. Όλο αυτό όμως ισορροπεί (μεταξύ άλλων) χάρη σε μια συνεχή αστειότητα και αδιάπτωτη χαρά της ύπαρξης. Χαρά της ύπαρξης των λέξεων πρώτα απ’όλα αλλά και των λοιπών..
Όπως το κείμενο αναπτύσσεται όγκοι κρυστάλλινοι διαδέχονται σωρούς από λάσπη και γιορτές των λέξεων (και του νου) σηκώνονται απρόοπτα! Αποσπάσματα που κάνουν τον κόσμο διάφανο με τη σαφήνεια και την ευστοχία τους εμφανίζονται αλλά δε διεκδικούν καμία ηγεμονία.
Στις δύο τελευταίες σελλίδες του “discours aux animaux” το κειμενο έχει δυο σελιδες μονο με ονοματα πουλιών! Για “κάποιους” αυτό τα λέει όλα.

Το ανέβασμα που βλέπουμε εδώ δεν αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Δεν αποδίδει τον τρόπο του Β.Νοβαρινά αν και παρουσιάζει μια κάποια συνέπεια μ’αυτό. Ξετινάζει και την έννοια του ηθοποιού και του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη ενώ διαχέει και την έννοια του “σκηνικού”.
Μια μαριονέττα με το πρόσωπο του Συγγραφέα (ο Β.Νοβαρινά “αυτοπροσώπως”) στέκεται ενώ 3 τηλεκατευθηνόμενα ηχεία-αυτοκινητάκια διαχέουν την πηγή του λόγου διαλύοντας την σχέση με το ένα υποκείμενο που μιλά, με την πηγή του λόγου. Βλέπουμε τον συγγραφέα σα μαριονέτα που ακούει τις λέξεις της. Αν δε καταλαβαίνει κανείς Γαλλικά το πράγμα είναι κατά πάσα πιθανότητα ανυπόφορο. Το βάζουμε όμως μια που στο ιστολόγιο αυτό ψάχνουμε τα όρια και τις συναντήσεις της τεχνολογίας με την ζωή. “Η Ηλεκτρονική Μαριονέτα” είναι ένα τολμηρό παράδειγμα σχέσης του κειμένου με την εικόνα και την δράση. Η ενότητα τους συντελείται στον πυρήνα του έργου κι όχι σε κάποια καθησυχαστική μίμηση κάποιου πραγματικού.

O Zaven Paré (καλλιτέχνης που πειραματίζεται με τα νέα μέσα) υπογράφει όλη την σύλληψη. Ο Συγγραφέας είναι μια μαριονέττα, ένα παιχνίδι στα χέρια του, ένα παιχνίδι στα χέρια πολλών άλλων, ένα παιχνίδι στα νύχια των λέξεων. Με τον ίδιο τρόπο που στην εκκλησιαστική ζωγραφική της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όπου σπανίως υπογράφεται το “έργο”. Η ενδεχόμενη υπογραφή έχει σχεδόν πάντα την μορφή “δια χειρώς..” και μετά ακολουθεί το όνομα, Μανουήλ π.χ.  Αυτό ανοίγει το πεδίο ανάγνωσης του ποιός κάνει τι; και επιβάλλει ξανά το ερώτημα “ποιός είμαι εγώ;”
Όμως, επειδή κάθε ερώτηση είναι και μια θέση, στην ουσία από κάτω υπάρχει η δήλωση: “Εγώ δεν είμαι ακριβώς Εγώ”.

Το αίνιγμα της ομιλίας παραμένει.

(κάποια περισσότερα καθώς και κάποιοι σύνδεσμοι ακολουθούν πιο κάτω)

Read the rest of this entry »

Δε με πειράζει το λογότυπο της ADIDAS, τίποτα δε μπορεί να σβήσει την καταγωγή αυτών των φωνών! Δείτε το βίντεο με την αφέλεια που ταιριάζει στους Ποιητές. Με την αγνότητα, την ορμή, την πρόωρα σοφή ανοησία, της πρώτης αγάπης… εις ανάμνηση τέτοιων στιγμών η πράξη ονομάστηκε “Ποίηση”.

Χτυπήστε τις παλάμες στους μηρούς!
Φουσκώστε το στήθος!
Λυγίστε τα γόνατα!
Οι γοφοί ν’ακολουθούν!
Χτυπήστε τα πόδια στη γη, όσο πιο δυνατά μπορείτε!

Πεθαίνω! Πεθαίνω!
Ζω! Ζω!
Πεθαίνω! Πεθαίνω!
Ζω! Ζω!

Να ο άνθρωπος ο τριχωτός(γενναίος)
που πήγε και βρήκε τον Ήλιο
και έκανε πάλι να λάμψει η μέρα!
Ένα σκαλί πιο ψηλά, ακόμα ένα σκαλί, πιο ψηλά…

Ο Ήλιος λάμπει!

Σηκωθείτε!

κι εγώ ρωτάω:
Τι εννοούμε όταν λέμε Ήλιος;

Read the rest of this entry »

Το Μάρτιο του 2008 ο Randy Peters, ένα εννεάχρονο αγόρι από το Σικάγο ανέβασε το πρώτο μέρος του animation: Octocat. Έδωσε ηλικία 13 χρόνων για να μη του σβήσουν τον λογαριασμό οι διαχειριστές του YOUTUBE.

Πρόκειται για την Ιστορία ενός γατιού με οκτώ πόδια που ψάχνει τους γονείς του. Ο Octocat περπατά σ’έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και γρίφους. Η άτσαλη ομορφιά της εικόνας ασκεί μιαν απαράμιλλη γοητεία. Ένα παράλογο χιούμορ ανατρέπει ανεπαίσθητα τον εαυτό του συνεχώς και ένας διαρκής ρυθμός οδηγεί τα πράγματα χωρίς να σταματά πουθενά. Η αυτόματη γραφή, η ροή των συνειρμών που έχουν ΚΑΙ τα παιδιά όταν φτιάχνουν τους κόσμους τους, αγκαλιάζει τα αισθήματα ακέραια αλλά δε μένει πουθενά, συνεχίζει, ρέει ακάθεκτη, γεμάτη αίματα και γέλια, για πάντα.. Υπάρχει Μυστήριο, Οργή, Αγωνία και Μελαγχολία σε αμείωτη, παράφορη ένταση, μαζί με διαρκές, υπόγειο, χιούμορ. Ζητά τους γονείς του. Τι σημαίνει αυτό; Η ένταση και η εμμονή του αιτήματος έτσι απομονωμένου γίνεται φιλοσοφική.

Η επιτυχία ήταν άμεση, τεράστια και μη αναμενόμενη, το πρώτο μέρος έφτασε τις 100.000 επισκέψεις σε δύο μέρες. Όλοι περίμεναν το επόμενο. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος έγινε μια ανατροπή.. το παιδικό σχέδιο μετατρέπεται σε τρισδιάστατο animation! Πως; Σok!!! Τι έγινε;

Το παιδί πίσω από το Octocat ήταν τελικά ο 23χρονος σχεδιαστής David OReilly… Θα πει έπειτα πως το Octocat ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελε να ελέγξει και να στηρίξει την πεποίθηση του πως: Το κοινό δε χρειάζεται καθωσπρέπει εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα σχέδια και γραφικά για να εμπλακεί σε μια ιστορία. Το κοινό χαίρεται να παρακολουθεί και το πιο κακότεχνο, άτσαλο, κακοδουλεμένο στον ήχο και στο Ντουμπλάζ  κατασκεύασμα όλων των εποχών και μπορεί να γελάσει και να κλάψει όπως και με τα κινούμενα σχέδια των μεγάλων στούντιο.
“audiences don’t need polished, slick animation to find a story engaging. They are happy to follow the worst animated, worst designed and worst dubbed film of all time, and still laugh and cry and do all the things you do watching a so-called “high end” film. Its amazing, I’ve never been so excited about independent animation.”
Ο Γιάννης Τσαρούχης είπε κάτι απολύτως σχετικό. Δε το θυμάμαι επακριβώς αλλά ήταν κάτι του στυλ: Το μεγαλύτερο μάθημα της “Μοντέρνας” Τέχνης είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να αποδώσει ένα θέμα άσχετα από την τεχνική και τις ικανότητες του, αρκεί να έχει μια πραγματική συγκίνηση. Το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού λοιπόν, κάπου στον άνθρωπο, στο στίγμα που διαπερνά αυτά που κάνουμε κι όχι σ’αυτά που κάνουμε καθ’αυτά.

Το OCTOCAT ήταν μια μεγάλη επιτυχία. (Υπάρχουν αρκετά σχετικά άρθρα, ο ίδιος ο OReilly προτείνει αυτό) Έκτοτε, όμως, δε σταμάτησε να συνθέτει, να διασκεδάζει και να υπερασπίζεται τα εξαιρετικά και κάποτε εξαιρετικά δύσκολα έργα του. Η δουλειά του είναι ταυτόχρονα Ζωγραφική, Βίντεο, Ποίηση, Πειραματικός Κινηματογράφος. Όπως και να χει αυτά δεν έχουν σημασία..
Κι αν μιλά συχνά για νεωτερισμό τελικά φαίνεται πως αυτός είναι ο τρόπος του να ψάξει μια περιοχή όπου μπορεί να αναπνεύσει και να πει, ή μάλλον κάνει, αυτά που του φαίνονται αναγκαία, ευχάριστα, προφανή. Η Μοντέρνα εμμονή στον νεωτερισμό, που σήμερα ακόμα επιβιώνει, ευθύνεται για πολλές επηρμένες κουταμάρες. Εδώ έχουμε κάτι άλλο.

Καλή δουλειά λοιπόν σε οποιονδήποτε θέλει να πιάσει ένα μολύβι, μια κιθάρα, ένα ακαταλαβίστικο 3d πρόγραμμα, ένα οτιδήποτε απ’όσα απαρτίζουν αυτόν τον κόσμο!

Δείτε εδώ, πρόκειται για την συμβολή του σε ένα ομαδικό project που ονομάζεται psst. Εδώ ένα κείμενο του περί αισθητικής

.

Το πρώτο δείγμα (που γνωρίζω) keyframe animation.
Όπου το σχέδιο γίνεται με το χέρι και ο υπολογιστής το εξελίσσει. Για την ακρίβεια σχεδιάζουμε δύο διαφορετικά σημεία και ο υπολογιστής υπολογίζει την μετάβαση από το ένα στο άλλο. Πρόκειται για ένα παιχνίδι χωρίς αρχή και τέλος. Αυτό που βλέπεται είναι ένα απόσπασμα αλλά δε βρίσκονται εύκολα ταινίες του Foldes. Αποτελεί μια χαμένη σελίδα της ιστορίας των “κινούμενων εικόνων”.

Ας επιμείνουμε στον όρο κινούμενες εικόνες μια που το Video-Art είναι τελείως ασαφές και παραπλανητικό. Θα επανέλθω αλλά το ζητούμενο είναι να ενωθούν τα διάφορα ανθυποείδη και τα έργα να πάρουν την θέση τους ανάλογα με το τι έχουν να πουν.

Στα δύο παραδείγματα που έχουμε εδώ το δεύτερο (το “La Faim”), στο τέλος της ανάρτησης, είναι, σαφώς, μνημειώδες. Και στα δύο οι ποιότητες των γραμμών είναι σημαντικές, και γεννιούνται, εκτός των άλλων, από τους περιορισμούς του μέσου. Οι γραμμές έχουν ζωή δική τους, η αδεξιότητα τους είναι γεμάτη αίσθηση. Η εικόνα δεν είναι βυθισμένη στην αναπαράσταση, στο αληθοφανές. Φαίνεται το σώμα της εικόνας, φαίνεται και είναι πλούτος. Όπως η βραχνή φωνή των L.Cohen και Μ.Βαμβακάρη, όπως οι πινελιές του Βαν Γκογκ, όπως οι ντομάτες που δεν είναι μόνο αναπαράσταση της ντομάτας αλλά και γεύση και άρωμα, είναι παρούσες.

Ο Peter Foldes, γεννήθηκε Ούγγρος αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Γαλλία. Το συγκεκριμένο βίντεο το δούλεψε στον Καναδά. Πρόκειται για μια πολύ πρώιμη τεχνολογική εφαρμογή, σε συνεργασία με ένα ερευνητικό εργαστήριο. Η διαδικασία είναι: Ο Foldes κάνει ένα σχέδιο, μετά ένα δεύτερο και ο υπολογιστής αυτόματα φτιάχνει την μετάβαση από το ένα σχέδιο στο άλλο. Ο σχεδιαστής-ζωγράφος κοιτά τι προτείνει η μηχανή και το ξαναδουλεύει. (Στις αυτόματες μεταβάσεις συμβαίνουν αυτά που ο Φ.Μπέικον θα ονόμαζε “ατυχήματα” ) Ξαναπροσαρμόζει το αρχικό σχέδιο το κάνει πιο πυκνό και του δίνει, σιγά-σιγά, ποιό “ωραίο” νόημα και πιο εύστοχη μορφή.

1ο Μέρος

2ο Μέρος

Σήμερα υπάρχει μια τεράστια φιλολογία για την ανάγκη να ακούμε το σώμα μας. Το σώμα όμως μπορεί να λέει και άστοχα πράγματα.

Τι κρύβεται πίσω από την Πείνα; Δεν είναι προφανές. Η επιθυμία για την ζωή είναι κάτι που δε ξέρουμε αν διαλέξαμε.

Η επιθυμία για ζωή και η επιθυμία για το τέλος αυτής της ζωής δεν είναι καθόλου αντιφατικές.

Υπάρχει ένας σωλήνας που περνά απο μέσα μας ένα κενό που είναι δικό μας, μια περιοχή που είναι ταυτόχρονα και “μέσα” και “έξω”. Μέσα από κει μας διαπερνούν κομμάτια του κόσμου και μας δίνουν την ζωή που τους παίρνουμε.

Δεν υπαρχει τρόπος η δική μας χαρά να σταθεί ακέραιη και δικαιη μπροστά στην δυστυχία των άλλων ανθρώπων. Και ζώων. Και φυτών. Πέρα, όμως, από τον ηθικισμό και τις ενοχικές λογικές διαφόρων “πολιτικά ορθών”, μήπως η ζωή μας κοστίζει υπερβολικά πολύ; Οι αστοχίες μας αποκαλύπτονται χυδαίες και τεράστιες κάπου που εμείς δε βλέπουμε και με τρόπο που δε φανταζόμαστε. Για να ζεσταίνονται τα σπίτια μας, άθρωποι φτάνουν σε σημείο να βάζουν “υπόθετα” εκρηκτικές ύλες και να μετατρέπονται σε βόμβες και τιναγμένα στον αέρα κρέατα. Για να μη πέσει η τιμή του ψωμιού που τρώμε, πέφτουν βόμβες σε σπίτια και πεθαίνουν άνθρωποι. Παιδιά, άνδρες και γυναίκες, απροετοίμαστοι, πεινασμένοι ακόμα για ζωή. Δε γίνεται να είμαστε σωστοί και γι’αυτό ο εισαγγελικός τρόπος καταγγελίας είναι καταδικαστέος και ύποπτος. Παρόλαυτα ας προσπαθήσουμε να έχουμε μέτρο, να επανακτήσουμε την αξιοπρέπεια μας.

Το “La Faim” είχε προταθεί, μεταξύ άλλων διακρίσεων, για Όσκαρ το 1975,κέρδισε και το βραβείο της επιτροπής στις Κάννες το 1974. Εντούτοις σήμερα μοιάζει ξεχασμένο. Χαρακτηρίζεται από δυνατή αφήγηση και δυνατή εικόνα. Δυνατή με όρους ποιητικούς και εικαστικούς. Μια γιορτή της αίσθησης και της ακρίβειας. Καμμία μετάβαση δεν είναι ανακριβής ή “εντυπωσιακή”. Αλλά ενώ το “νόημα” διατρέχει τα πράγματα, δεν αποξηραίνει, δεν τα κάνει εγκεφαλικά, κάθε άλλο. Χιούμορ (τοξικό) και αίσθημα διαπερνά όλο το έργο. Και γεύση ονείρου, η φαντεζί αυστηρότητα του ονείρου.

Ίσως το τέλος να είναι πολύ σχολιαστικό για μερικούς, αλλά κι αυτό τελικά έχει τον λόγο του. Προσωπικά έχω κάποιες ενστάσεις. Πάντως μια πολύ προσωπική φωνή διατρέχει όλη την ταινία. Κι αν είναι πικρή, αυτή η φωνή, δεν είναι αυτάρεσκη.

Ο Foldes πέθανε πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωση αυτού του έργου. Λίγα πράγματα υπάρχουν στο διαδίκτυο σχετικά.

Ένα από τα λίγα που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο εδώ! Κι εδώ
(ίσως το χάσετε αυτό επειδή είναι στα σχόλια οπότε:Δείτε εδώ

(Τέτοια έργα, είναι αλήθεια, λειτουργούν στους χώρους που παρουσιάζονται και οι διαστάσεις τους πρέπει να είναι τέτοιες ώστε ο θεατής να μπορεί να βυθιστεί σ’αυτά. Οι υπολογιστές δεν έχουν τέτοιες διαστάσεις…)

Vagina Cosmica. Ένα ταξίδι στην καθαρή αίσθηση, στα στοιχεία τα πρώτα της εικόνας, μια επιχείρηση μυστηρίου. Ο ήχος και η εικόνα έχουν υπνωτικό χαρακτήρα. Ερωτισμός και technoλαγνεία συνδυάζονται κι εκεί εμφανίζεται ένα σκοτάδι από καθαρή ενέργεια. Σίγουρα δεν είναι για όλες τις ώρες της ημέρας..

Οι Otolab είναι μια Ιταλική κολεκτίβα με έδρα το Μιλάνο. Αποτελείται από  καλλιτέχνες τις κινούμενης εικόνας και του ήχου, σχεδιαστές,  αρχιτέκτονες κ.α. Η δουλειά τους έχει άμεση σχέση με τους προβληματισμούς άλλων καλλιτεχνών ανά την Ευρώπη και τον κόσμο. Στο χώρο της Ηλεκτρονικής Τέχνης. Τους ενώνει κάτι που έχει χαρακτηριστικά μόδας, ρεύματος-trend, στυλ, δίχως όμως να στερείται ουσίας. Αυτή η ουσία, το θέμα όλης αυτής της έρευνας και το αντικείμενο όλου αυτού του ενθουσιασμού συχνά χάνεται, δε φαίνεται. Τα πλακώνει ένα ύφος μια “trend” ανοησία, ένα στύλ. Το “ύφος” είναι τόσο βαρύ που φιμώνει το έργο. Ας το δούμε όμως πιο προσεκτικά.

Εδώ όπως κι αλλού. Όλα αντιμετωπίζονται ως πληροφορία ή ως “σήμα” εξ’ου και η εμμονή στην μη διαφοροποίηση μεταξύ ήχου και εικόνας. Έχουμε πολλά εγχειρήματα που ο ήχος γεννά με τρόπο “μηχανικό” την εικόνα ή η εικόνα μετατρέπεται αυτόματα σε ήχο. Κάθε πίξελ της οθόνης αποτελείται από παλλόμενο φως. Και η εικόνα και ο ήχος σε ένα βαθύτερο επίπεδο είναι το ίδιο πράγμα. Όλα είναι παλμοί, συχνότητες, καθαρή ενέργεια σε αέναη κίνηση. Στο τέλος το μόνο που μένει είναι αυτή η ροή, τίποτε άλλο. Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι κάτι τεχνολογικό αλλά μια εμφάνιση κοσμική ή αν θέλετε μια μεταφορά για την “ενέργεια”.

Όλα τείνουν σε μια αισθητική του Ηλεκτρισμού, των συχνοτήτων και των Πίξελ. Μια αισθητική της ωμής ηλεκτρομαγνητικής μηχανής, μια ανάδειξη της σάρκας της ψηφιακής πληροφορίας, μια ανάληψη του στοιχειώδους πέρα από την αναπαράσταση και την περιγραφή. Πέρα από την ανοησία της προοπτικής της Αναγέννησης, πέρα από αυτό τον κόσμο και βαθιά μέσα σ’ αυτόν. Όσο πιο βαθιά γίνεται πέρα από σχόλια και σκέψεις, έξω από το χιούμορ και τις ιστορίες, χωρίς συλλογισμούς, φτιάχνοντας μια νέα περιοχή του ωραίου που δεν είναι καθόλου καινούρια που επιστρέφει στα ηλεκτρικά φορτία των νεύρων, στη νοσταλγία του σώματος και στην πανηγυρική του επιστροφή. Πέρα από την ηθική, τον φόβο, την ελπίδα και την προσδοκία. Στο ωμό παρόν.

Το θέμα δεν είναι τόσο απλό βέβαια. Εδώ λειτουργώ ως απολογητής μιας προσέγγισης που έχει κάποια κενά… Μπορούμε επίσης να κάνουμε και σκληρή κριτική. Τα κύρια θέματα που προκύπτουν είναι, πάλι, το θέμα της μηχανής, της γνώσης/πληροφορίας και του Όντος. Ο χώρος της Τέχνης, αυτού του είδους της τέχνης, είναι πολυφωνικός, πολύπλευρος. Οι τάσεις δεν συμφωνούν πάντα και κάποιες μοιάζει να διαβάζουν τον κόσμο με έναν τρόπο επίπεδο, μηχανικό. Ή για να το πούμε αλλιώς δίχως την απαραίτητη επίγνωση του φιλοσοφικού βάρους των πραγμάτων. Παρουσιάζουν μια επηρμένη και ναρκισσιστική απερισκεψία που στην πράξη αρνείται οιεσδήποτε άλλες ερωτήσεις ή το ενδεχόμενο κάτι να αποκαλυφτεί σε ένα επόμενο βήμα.
Κάποιοι άλλοι, όμως, κάνουν ανοίγματα και σώζουν την κατάσταση.

Η θρησκεία της τεχνολογικότητας, της επιστήμης, έχει κι αυτή τις αιρέσεις της. Ο δρόμος αυτός είναι γεμάτος κινδύνους, ξεκινά από αλλού όμως, έχει φοβερές δυνατότητες. Είναι αλήθεια πως αισθητικοποιείται (life-stylοποιείται) κι αδειάζει από νόημα με τρόπο μοιραίο. Εμείς όμως μπορούμε να ασχολούμαστε μ’αυτά που έχουν κάτι να πουν.


.
.
Ένα χορευτικό των μαθηματικών (με την πρωτότυπη μουσική). Ένας ύμνος στην γεωμετρία! Μια απόδειξη της μαγικής ακατανοησίας του κόσμου. Μια απάντηση σ’οσους νομίζουν πως απαντούν σε οτιδήποτε..
Η ελαφρότητα των μορφών, η ασυνέχεια του χώρου, οι κυματισμοί και οι αλληλοπεριεχόμενες μορφές μπορούν να οδηγήσουν τον νου, αν το επιθυμεί, σε αισθήσεις, σκέψεις κι αναφορές λιγότερο αφηρημένες ή ακόμα φιλοσοφικότερες και ποιητικές..
Πόσο απίστευτοι μοιάζουν οι φυσικοί νόμοι, οι αναλογίες και το αντίκτυπο που έχουν στον άνθρωπο!
Τι είναι πραγματικό;

“Δημιουργός” ο Larry Cuba με εργαλεία του Electronic Visualization Laboratory (EVL)

Ο ίδιος έκανε τα καινοτόμα(..) “ηλεκτρονικά” γραφικά του πρώτου Star Wars.. το 1977

Η πρώτη φορά. Η τελευταία φορά. Πράγματα που, όταν τα ζεις, δε μπορείς να εκτιμήσεις την πραγματική τους διάσταση.

Παίζοντας με την άγνοια γεννιούνται οι ιστορίες. Όταν ήμασταν μικροί δε γνωρίζαμε. Μεταξύ άλλων τις λέξεις, τις οποίες και μαντεύαμε από τον ήχο τους. Δε ξέραμε τι συμβαίνει πίσω από πόρτες, κάγκελα, τοίχους.
Η φαντασία ερχόταν και έρχεται, μαζί με την απορία για να καλύπτει τα κενά. Η φαντασία μοιάζει ποιο πραγματική από ένα σκέτο ερωτηματικό.

Ένα ποίημα ακόμα, από τους ποιητές που δίνει ο Αγγλοσαξονικός κόσμος και συνδέονται άμεσα και με ελαφρότητα με την ζωή . Κι αυτό δίχως να είναι σαχλοί ή πεζολόγοι. Μιαν αίσθηση που δε βρίσκουμε εύκολα στην σύγχρονη Νεοελληνική Ποίηση. Κάποιοι υποστηρίζουν πως δεν το επιτρέπει η Ελληνική Γλώσσα.. έτσι νομίζουν, έχει ειπωθεί με κάποια ζήλια για τους αγγλοσάξονες πως έχουν μια γλώσσα κοφτερή και άμεση, ικανή να λέει τα πράγματα γυμνά με φυσικότητα, μια γλώσσα ξεκούραστη. Μια γλώσσα δίχως φορτία περιττά από την ιστορία της, που δε στάζει συναίσθημα και “ποιητικότητα” σε κάθε φθόγγο.
Λοιπόν, αυτά ακούγονται πολύ λάθος στα αυτιά τα δικά μου και πολλών άλλων που ζουν την γλώσσα τους.
Μια γλώσσα είναι μεν αλλά γίνεται, δε. Μη σταματάμε εκεί που θα έπρεπε να ξεκινήσουμε..
Το αίτημα για μια γλώσσα ακριβή, καθαρή, απλή, άμεση, που ελευθερώνει είναι η μεγάλη μας ευκαιρία. Η ανάγκη για μια γλώσσα που ανοίγει αντί να βαραίνει και να βυθίζει, είναι μια από τις πιο ωραίες περιπέτειες που μπορούμε να ελπίσουμε. Σήμερα. Να βρούμε μια γλώσσα καθαρή απλή άμεση με χιούμορ που δε κραυγάζει και δε πνίγει το γνήσιο αίσθημα της ζωής μας που χάνεται και κάτι αφήνει που κι αυτό χάνεται και συνεχίζει ο κύκλος με άγνωστες μορφές και αιτίες και όσα μας έχουν συμβεί είναι εδώ βασανιστικά αόρατα ξεχασμένες κλωστές που μας κινούν και μας κρατούν και μας δίνουν να καταλάβουμε δίχως να το ξέρουμε, τους άλλους, εμάς, τον καιρό.

το site του Ποιητή από κάτω:
http://www.rogermcgough.org.uk/

Το πρωτότυπο ποίημα ακολουθεί..
Read the rest of this entry »

 

Τι βλέπει μέσα στο νερό που έμεινε από τις βροχές που πέρασαν; Τι βλέπει μέσα στα ερείπια; Ο Μετανάστης, ο Ξένος, ο καταδικασμένος στην παρατήρηση; Αυτός που αρνείται την εξοικείωση και βαδίζει μέσα στις πόλεις αόρατα μόνος. Και κάθεται στα τραπέζια και τρώει μαζί μας.
Και γονατίζει μπροστά στα νερά περιμένοντας απαντήσεις δίχως λέξεις, απαντήσεις που μοιάζουν σα χτυπήματα, που ακινητοποιούν, απαντήσεις σα στιγμές που ελευθερώνουν το μυαλό από το μυαλό και το σώμα από το σώμα..

Τι βλέπει εκεί στον ερειπωμένο ναό που δεν έχει οροφή κι έτσι οροφή του είναι ο ουρανός που σκεπάζει την γη και φέρνει και διώχνει τα σύννεφα και τον άνεμο;

Οι φωνές είναι του παρελθόντος, δεν είναι φωνές που εξηγούν, δεν είναι φωνές που λένε κάτι άλλο από τον εαυτό τους, μιλάνε για να πουν πως κάποτε ζούσε και δεν ήταν ξένος. Ήταν παιδί. Ήταν νέος και υπόσχονταν στην ζωή, πεπεισμένος πως η φωνή του είναι δική του. Ήταν ο άντρας μιας γυναίκας.
Τώρα ζει μέσα στην απορία. Αυτή είναι ο τόπος του κι απ’ αυτόν τον τόπο τίποτα άλλο δε μπορεί να τον βγάλει παρά το Παρελθόν. Ή ακόμα, τα απλά πρώτα στοιχεία που δεν έχουν τόπο και χρόνο, το νερό, το φως, το χώμα..

Η θλίψη του είναι περιουσία όλων μας. Τότε και τώρα και πάντα. Η θλίψη του δεν είναι ιδιωτική. Ακόμα κι αν η Νοσταλγία είναι κατάπτυστη, αυτή η Νοσταλγία είναι διαφορετική. Δεν νοσταλγεί κάποιον τόπο αλλά αναφέρεται σε κάποιον τρόπο, σε μιαν άλλη αίσθηση που είναι στην φύση της να χάνεται.
Ο πρωταγωνιστής είναι μακριά από την Πατρίδα του κι αυτό κατά μίαν έννοια αφορά στον χρόνο κι όχι στον χώρο. Είναι μακριά από την εποχή που τα πράγματα ήταν αυτό που ήταν, από την εποχή που απλώς κοιτούσε τον κόσμο, από την εποχή που τίποτα δεν ήταν κάτι άλλο. Δε μπορεί να εξηγήσει τον πόνο του και παραδίδεται σ’ αυτόν, παραδίδεται στην Νοσταλγία πραγμάτων για τα οποία δεν έχει να πει τίποτα. Αυτά τα πράγματα που του επιτρέπουν την σιωπή, που γαληνεύουν τα νερά του νου, την νερολακούβα της ψυχής.

Αυτή η αρυτίδωτη νερολακούβα, κάτω από τον ουρανό, καθαρή, άδεια, εκεί, βρίσκεται. Τον κοιτά δίχως να τον καταλαβαίνει. Ο Βυθός της μένει άγνωστος, η επιφάνεια της μιλά και λέει το φως. Μιλά “επιφανειακά” και λέει πράγματα που δε γνωρίζει αλλά είναι σημαντικά. Έτσι. Όπως όλοι μας.

Το πλάνο ανοίγει σιγά σιγά και ξεμακραίνει για να δει καλύτερα. Όσο καταλαβαίνει τόσο η μοναξιά μεγαλώνει, τόσο μικραίνουν τα πράγματα.
Κι ο σκύλος;

Θεέ μη μας αφήσεις να ξεχάσουμε πόσο δύσκολο είναι να κοιτάς τον κόσμο!

ένα πολύ ωραίο site αφιερωμένο στον Αντρέι Ταρκόφσκι
κι ένα άρθρο που δίνει μια συνολική εικόνα χωρίς (πάρα) πολλά πολλά εδώ