You are currently browsing the category archive for the ‘Ήχος και Εικόνα’ category.

Ήρθε ο καιρός να μιλήσουμε. Και γι’ αυτό σωπαίνουμε. Τα σύννεφα κατεβαίνουν χαμηλά και μοιάζει να σκοτεινιάζει ο κόσμος. Αυτές τις στιγμές το βλέμμα θα πάει προς τα μέσα. Θα πάει προς τα μέσα αν αρνηθούμε την άγονη ταραχή και αφήσουμε τον νου, το άλλο σώμα μας, να κινηθεί αβίαστα. Εδώ θέλει προσοχή να αφήσουμε κάποιο κενό, να μη το γεμίσουμε τηλεοράσεις, ιδέες και συναισθήματα μισά. Αν δεν μπορείτε να δείτε τα μεγάλα και τα μέλλοντα μπορείτε να μην ενδώσετε σε όσα σας κάνουν να αισθάνεστε άρρωστοι από θυμό ή ενοχή, φτηνοί. Έχουμε επιλογές. Το ωραίο, το καλό και το αληθινό υπάρχουν στην μικρή και την μεγάλη κλίμακα. Στο τραπέζι που δουλεύουμε, στο τραπέζι που τρώμε. Εκεί υπάρχει πάντοτε δουλειά. Θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με τον καιρό, όλο και περισσότερο. Η αίσθηση μου, βέβαια, είναι πως ήδη υπάρχουν πολλά που είναι ξεκάθαρα… Το δέντρο το κρίνεις από τους καρπούς του. Οιοσδήποτε λόγος φέρνει ταραχή εμποδίζει την καθαρή κρίση. Θα πρότεινα να μη τον ακούτε, είναι ανεπαρκής, κατακριτέος ακόμα κι αν έχει καλή πρόθεση. Για παράδειγμα κάτι δεν πάει καλά όταν με εμπάθεια αρθρώνεται λόγος που είτε σας δικαιώνει άμεσα και σας δίνει την τοξική “ελευθερία” του θύματος είτε έμμεσα γεμίζοντας σας δίκαιη και “θαραλέα” ενοχή. Τα λάθη του ενός δεν δικαιολογούν τα λάθη του άλλου. Δεν θα μιλήσω στενά πολιτικά, επίκαιρα, σε αυτήν την ανάρτηση. Όσο κι αν μοιάζει επικίνδυνο θα σας θυμίσω μόνον πως η πολιτική δεν μπορεί να υπηρετεί μόνο το “χρήσιμο”. Πρέπει να θυμάται το “αληθινό”. Η φωνή της “λογικής” μας έφερε μέχρις εδώ. Με πολλούς τρόπους η φωνή της “λογικής” διέφθειρε τα πάντα. Επέβαλε μπαλώματα παντού και προώθησε τον κυνισμό και την μικροπρέπεια. Ευτυχώς όμως δεν υπάρχει επιλογή “βολική” και εύκολη πλέον. Πρέπει να πορευθούμε με αξίες κι όχι με φόβο ή τεμπελιά. Κι αξίες είναι και η δικαιοσύνη η αξιοπρέπεια και το Δημοκρατικό ιδεώδες. Αξίες είναι το ωραίο και το συνετό. Αξία είναι η χαρά του άλλου και η ξεκούραση που δίνει η “σοφία” που δίνει ο χρόνος. Αξία είναι το ήθος, αρχαίο, που λέει πως η δυσκολία δε μας καλεί να κλειστούμε να επιβιώσουμε αλλά να φροντίσουμε όσο μπορούμε τους γύρω μας, να καταλάβουμε πως όποιος προσφέρει έχει περισσότερα. Αυτό είναι το δίδαγμα της “Οικονομίας” της παγκόσμιας πως δεν υπάρχει κάτι καλό για “έναν”. Αυτή είναι το εμπόριο, δηλαδή η η πορεία. Ας θυμηθούμε την λέξη “Προσφορά”! Αξίες είναι τα πράγματα με τα οποία φτιάχνεις μια ζωή, μια σχέση, μια Ιστορία. Αυτές είναι το αντίδοτο. Δεν φτιάχνουν οπαδούς και δεν χρειάζεται να μιλήσουν πολύ. Δεν ευνοούν τα διλήμματα και δεν υπάρχουν για να πείσουν. Ακόμα κι αν όλοι βάλουν εναντίον σου και αισθάνεσαι μόνος, το να υπερασπίζεσαι κάποιαν αξία σε δένει με όλους τους ανθρώπους αρκεί να το κάνεις ήρεμα, χωρίς να σφίγγεις τα δόντια, χωρίς πείσμα και θέλημα. “Αν δεν φοβάσαι τον θάνατο, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα”. Αυτά για τα οποία μιλάω τα βλέπω. Σε ανθρώπινες ζωές γύρω μου. Ήρθε ο καιρός να μιλήσουμε. Και γι’ αυτό σωπαίνουμε. Τα σύννεφα κατεβαίνουν χαμηλά και μοιάζει να σκοτεινιάζει ο κόσμος. Αυτές τις στιγμές μπορούμε και πρέπει να δούμε. Τα ελάχιστα πράγματα που περνάνε μπροστά μας. Αυτά που οι ποιητές (δηλαδή όλοι οι άνθρωποι που τιμούν κάποια στιγμή της ζωής τους) μας φωνάζουν να κοιτάξουμε. Κι αν η ζωή είναι σκληρή, άδικη, μην ακούτε κανέναν από αυτούς που βρήκανε τον φταίχτη. Δεν ψάχνουμε τον φταίχτη αλλά λύσεις. Δεν ψάχνουμε να διαχειριστούμε συναισθήματα αλλά προβλήματα. Το αίνιγμα του κακού δεν θα απαντηθεί έτσι. Είμαστε έκθετοι. Σε όλα. Και στα θαύματα που περνάν μπροστά μας συνεχώς, στο γεγονός πως ο κόσμος υπάρχει(;) στους περαστικούς που δε θα γνωρίσουμε ποτέ! Στη γη που πατάμε και στον ήλιο που λάμπει στη ζωή μας. Σ’ολα τα ανώνυμα άνθη της γης και σ’ολα τα πράγματα που μπορούμε να μοιραστούμε, σε δρόμους, πλατείες, σπίτια και ταράτσες. Σε μέρη που είχαμε εγκαταλείψει και θα ξαναβρούμε. Δεν είμαι αισιόδοξος για μένα. Είμαι αισιόδοξος όμως για μας! Μαζί με όλα τ’ άλλα, ας κάνουμε πράγματα γενναιόδωρα, ευγενικά! Έχει σημασία. ένα άρθρο για τους A Winged Victory for the Sullen

Advertisements

Ξύπνησα μέσα στην νύχτα. Αυτην την φορά δεν ακουγόταν τίποτα. Βγήκα στο μπαλκόνι μου και είδα την Σελήνη μισή στην κορυφή του Αττικού ουρανού. Tου Αυγούστου. Έμοιαζε κάποιος να με σκεφτόταν. Θέλησα να υπήρχα μακριά από κάθε εικόνα.

Άφησα ανοικτή την μπαλκονόπορτα. Ένας άνεμος απαλός περνά μέσα από το σπίτι. Είμαι ήσυχος μέσα σε έναν κυκλώνα ανυπομονησίας. Μετέωρος σε ένα σκοτάδι που δεν φοβίζει. Σιωπηλός μπροστά σε μια θάλασσα από επιθυμίες. Πόσο μακριά θα προλάβω να δω;

Σ’ αυτήν την σιωπή όλα έχουν το ίδιο μέγεθος. Τα μεγάλα και τα μικρά. Ο τρόμος και ένα μολύβι, ένα ξερό λουλούδι και το ταβάνι που κρατά το δωμάτιο στην θέση του. Το μέλλον και η καρδιά που πάει να σπάσει σε αργή κίνηση.
Σ’ αυτήν την σιωπή ξημερώνει.

Numbercult

Wikipedia VVVV

VVVV

Delaunay


[ Το βίντεο ίσως δεν μπορείτε να το δείτε εδώ αλλά το κρατάω σαν εικονογράφηση. Μπορείτε να πατήσετε για να το δείτε ΕΔΩ. Σκηνοθεσία Patrick Daughters. Το διάλεξα για πολλούς και αρκετά αντιφατικούς λόγους.  Η μεταφορά είναι ιλιγγιώδης, μου διαφεύγει.]

το σκοτάδι είναι φοβερό
όχι επειδή δεν βλέπεις
αλλ’ επειδή δεν φαίνεται

Αυτοί οι καιροί είναι μυστήριοι, αυτοί οι καιροί είναι για μας. Ώρες ώρες μας κυκλώνει μια ανυπομονησία να έρθει, επιτέλους, η καταστροφή. Μετά το πρώτο μούδιασμα κινούμαστε ξανά. Αυτό αποτυπώνεται και στον χώρο της τέχνης. Είτε με ακόμα πιο επιφανειακές, θεαματικές, εκθέσεις εκδηλώσεις και θεάματα ή με προσπάθειες άλλες που επιχειρούν να βρουν ποιά είναι αυτά που μας μένουν πλέον. Δεν γνωρίζω πόσο ακόμα θα αντέξουμε όσοι παλεύουμε αυτό τον αγώνα αλλά θα συνεχίσουμε όσο μπορούμε.
Όχι από Ηρωισμό αλλά από Ανάγκη.

Η εποχή αντιμετωπίζει τον Πολιτισμό είτε σαν εργαλείο για να εμπορεύεται, είτε σαν πολυτέλεια, περιττή. Κι αυτό τώρα, που τον έχει ανάγκη
περισσότερο. Η Τέχνη, ειδικά, έχει ρόλο βαρύ. Καλείται να καλύψει τεράστιες εκτάσεις της ανθρώπινης κατάστασης που εκκρεμούν. Εκτάσεις τόσες και τέτοιες που δεν απαριθμούνται. Τη μνήμη του Ιερού και τη μνήμη του θανάτου, που γίνεται πλέον μόνο με μορφασμούς. Τη σεξουαλικότητα και την γενικευμένη κατανάλωση του σώματος. Τον παραλογισμό της αδικίας και την ελευθερία της συντροφικότητας. Τα κενά των κοινών τόπων και την μετάνοια των βεβαιοτήτων που μας καθησύχαζαν. Την δίψα ενός Έρωτα παντοτινού και την δύναμη της Πίστης.
Αυτά και άλλα πράγματα είναι η καθημερινή μας ζωή και πάλλονται διαρκώς μέσα της, ξεχασμένα.

Οι πρακτικές που δικαιώνονται επειδή είναι εναντίον του «κατεστημένου» δεν αρκούν. Οι εναλλακτικές του περιθωρίου όπου το σκοτάδι απαντά δια μαγείας στην ψεύτικη χαρά έχουν ολοκληρώσει. Είναι σημαντικό να πραγματοποιείς ή έστω να προτείνεις κάτι, η επιτηδευμένη μαυρίλα και οι κατασκευασμένες σιωπές, ο αντικομφορμισμός και η «ανδρεία» δεν κρύβουν πλέον την κενότητα. To ύφος [Lifestyle] μπορεί ενίοτε να μιλά για την απελπισία, τον σπαραγμό, την επαναστατικότητα κ.α. Δεν ευνοείς απαραιτήτως κάποιαν αλήθεια με το να καταγγέλλεις διαρκώς το ψέμα. Συνήθως με αυτό τον τρόπο το συντηρείς και σε συντηρεί. Το ότι πονάς δεν σε κάνει πιο γνήσιο. Δυστυχώς. Πολλοί με αυτά τα επιχειρήματα έκαναν καριέρα. Αν το βλέμμα μας δεν προσηλωθεί σ’ αυτά που επιθυμούμε είμαστε, πιθανότατα, μέρος του προβλήματος.

Έτσι λοιπόν ήρθε η στιγμή να εκτεθούμε, να πούμε λέξεις βαριές που οπωσδήποτε θα μας κρίνουν. Σαν ερωτευμένοι. Θα έλεγε κανείς πως είναι καλό που μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε για πράγματα που έμοιαζαν κουρασμένα και ξεπλυμμένα, μπορούμε επιτέλους να μιλήσουμε ακόμα και για την Αγάπη. Ως Αίνιγμα. Η Αγάπη δεν είναι συναίσθημα, δε σταματά εκεί που σταματούν τα τραγούδια που ακούμε στα ταξί κι αναπάντεχα μας αφορούν. Συνεχίζει κι όσο προχωρά γίνεται πιο ελαφριά, σαν μια γνώση, σιωπηλή, ήρεμη, ανοικτή, απλωμένη σ’ όλα τα πράγματα, σαν ξένη.
Δεν γνωρίζω πόσο ακόμα θα αντέξουμε όσοι παλεύουμε αυτό τον αγώνα αλλά θα συνεχίσουμε όσο μπορούμε.
Όχι από Ηρωισμό αλλά από Ανάγκη.

Ρωτώντας τι είναι ένα συντριβάνι.

Γκρεμίζοντας τον κόσμο με φώς και με ήχους.

Ψελίζοντας την ελπίδα με πρώτη ύλη την αγωνία.

Βίντεο από ένα live στο τέλος ενός εργαστηρίου ψηφιακών εφαρμογών, το καλοκαίρι του 2008, με έμφαση στο Mapping. Η γωνιά κάποιου άγνωστου κήπου λειτουργεί ως τεράστια μεταφορά. Για την αφθονία. Γι’αυτό που ξεπηδά από άγνωστο τόπο. Γι’ αυτό που συνέβαινε πριν έρθουμε. Γι’ αυτό που κατάγεται περισσότερο από το τίποτα παρά από το κάτι.

[Φευγαλέο και ευθαρσώς “ποιητικό” αυτό το κομμάτι έχει γίνει με την τεχνική του mapping. Mapping λένε όσοι έρχονται από την Urban σκηνή κάποιες εφαρμογές που θυμίζουν άλλες ανάλογες της augmented reality(έχουμε ξαναμιλήσει γι’ αυτά. π.χ. ΕΔΩ). Πρόκειται πάλι για προβολές που γίνονται σε τρισδιάστατους “πραγματικούς” χωρους και τους ντύνουν.

Ο όρος “augmented reality” είναι ακαδημαϊκής προέλευσης και για πολλούς φαντάζει φαντασμένος και περιοριστικός. Για το mapping η σύγχιση του πραγματικού με το υπολογιστικό-εικονικό(virtual) δεν είναι κεντρικό θέμα. Το θέμα δεν είναι το πραγματικό αλλά το παιχνίδι, οι αισθήσεις και μια ζωτικότητα χωρίς περιορισμούς θεωρητικούς. Ο όρος mapping έχει να κάνει με τις τεχνικές που χρησιμοποιούμε με τα προγράμματα τρισδιάστατου σχεδιασμού για να ντύσουμε με υφές τους όγκους που δημιουργούμε στην οθόνη του υπολογιστή, αφορά στον χρωματισμό-επένδυση των τρισδιάστατων μοντέλων. Το mapping είναι ένα ανάλογο σε πραγματικούς χώρους του Texture mapping που χρησιμοποιείται στα σχεδιαστικά περιβάλλοντα των υπολογιστών, για π.χ. βιντεοπαιχνίδια ή αρχιτεκτονικά σχέδια. ]

Το σκοτάδι της αρχής της performance είναι σαν μια προσπάθεια να ξεκινήσουμε από την αρχή, από το τίποτα, από κάπου, από τον ύπνο. Να ξεκινήσουμε. Το σκοτάδι φαντάζει σαν η πλέον τίμια αρχή. Ο ήχος μοιάζει συχνά σαν ανάσα. Είμαστε όλοι οι θεατές μέσα στο σώμα του χρόνου. Είμαστε το σώμα του χώρου, εμείς, και ανοίγουμε τα μάτια μας. Read the rest of this entry »

Ανέβασμα ενός έργου του Valere Novarina. Ενός από τους πλέον σημαντικούς δραματουργούς του Ευρωπαικού θεάτρου. “Ιδρυτή-Ευρέτη” του “Θεάτρου της Ακοής”, ενός θεάτρου που κυριαρχεί ο “Λόγος”. Ούτε ο Ηθοποιός, ούτε ο Συγγραφέας, ούτε ο Σκηνοθέτης. Όλοι οι προαναφερθέντες έχουν επιτέλους Ελευτερωθεί!

Στο Θεατρικό ιδίωμα του Novarina oι εικόνες έρχονται επί σκηνής από έναν άλλο κόσμο κι όχι για να περιγράψουν το κείμενο. Το κείμενο δεν περιγράφεται, ούτε εξηγήται. Το κείμενο παράγεται σαν απόηχος μιας πολύ βαθιάς σκέψης που εκείνη την στιγμή, ακόμη κι αν εμφανίζεται, έχει άγνωστους σκοπούς . Η ύπαρξη πολλών επιπέδων σκέψης και αίσθησης κάνει τον άνθρωπο φευγαλέο, άπιαστο, σαν την άμμο, σαν μια ακτίδα ήλιου που μπαίνει από τα θυρόφυλλα. Ο Άνθρωπος δεν είναι οι ιδέες του, παραμένει τρομακτικά ελεύθερος από τις ευκολίες της διάνοιας. Αυτή η ελευθερία φέρνει αμηχανία, προκαλεί ένα αίσθημα αφόρητα αδιευκρίνιστο, μετέωρο και δύσκολο. Η ασάφεια που προκαλεί μοιάζει τόσο αφηρημένη ώστε κυνδινεύει να γίνει απάνθρωπη. Όλο αυτό όμως ισορροπεί (μεταξύ άλλων) χάρη σε μια συνεχή αστειότητα και αδιάπτωτη χαρά της ύπαρξης. Χαρά της ύπαρξης των λέξεων πρώτα απ’όλα αλλά και των λοιπών..
Όπως το κείμενο αναπτύσσεται όγκοι κρυστάλλινοι διαδέχονται σωρούς από λάσπη και γιορτές των λέξεων (και του νου) σηκώνονται απρόοπτα! Αποσπάσματα που κάνουν τον κόσμο διάφανο με τη σαφήνεια και την ευστοχία τους εμφανίζονται αλλά δε διεκδικούν καμία ηγεμονία.
Στις δύο τελευταίες σελλίδες του “discours aux animaux” το κειμενο έχει δυο σελιδες μονο με ονοματα πουλιών! Για “κάποιους” αυτό τα λέει όλα.

Το ανέβασμα που βλέπουμε εδώ δεν αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Δεν αποδίδει τον τρόπο του Β.Νοβαρινά αν και παρουσιάζει μια κάποια συνέπεια μ’αυτό. Ξετινάζει και την έννοια του ηθοποιού και του συγγραφέα ή του σκηνοθέτη ενώ διαχέει και την έννοια του “σκηνικού”.
Μια μαριονέττα με το πρόσωπο του Συγγραφέα (ο Β.Νοβαρινά “αυτοπροσώπως”) στέκεται ενώ 3 τηλεκατευθηνόμενα ηχεία-αυτοκινητάκια διαχέουν την πηγή του λόγου διαλύοντας την σχέση με το ένα υποκείμενο που μιλά, με την πηγή του λόγου. Βλέπουμε τον συγγραφέα σα μαριονέτα που ακούει τις λέξεις της. Αν δε καταλαβαίνει κανείς Γαλλικά το πράγμα είναι κατά πάσα πιθανότητα ανυπόφορο. Το βάζουμε όμως μια που στο ιστολόγιο αυτό ψάχνουμε τα όρια και τις συναντήσεις της τεχνολογίας με την ζωή. “Η Ηλεκτρονική Μαριονέτα” είναι ένα τολμηρό παράδειγμα σχέσης του κειμένου με την εικόνα και την δράση. Η ενότητα τους συντελείται στον πυρήνα του έργου κι όχι σε κάποια καθησυχαστική μίμηση κάποιου πραγματικού.

O Zaven Paré (καλλιτέχνης που πειραματίζεται με τα νέα μέσα) υπογράφει όλη την σύλληψη. Ο Συγγραφέας είναι μια μαριονέττα, ένα παιχνίδι στα χέρια του, ένα παιχνίδι στα χέρια πολλών άλλων, ένα παιχνίδι στα νύχια των λέξεων. Με τον ίδιο τρόπο που στην εκκλησιαστική ζωγραφική της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όπου σπανίως υπογράφεται το “έργο”. Η ενδεχόμενη υπογραφή έχει σχεδόν πάντα την μορφή “δια χειρώς..” και μετά ακολουθεί το όνομα, Μανουήλ π.χ.  Αυτό ανοίγει το πεδίο ανάγνωσης του ποιός κάνει τι; και επιβάλλει ξανά το ερώτημα “ποιός είμαι εγώ;”
Όμως, επειδή κάθε ερώτηση είναι και μια θέση, στην ουσία από κάτω υπάρχει η δήλωση: “Εγώ δεν είμαι ακριβώς Εγώ”.

Το αίνιγμα της ομιλίας παραμένει.

(κάποια περισσότερα καθώς και κάποιοι σύνδεσμοι ακολουθούν πιο κάτω)

Read the rest of this entry »

Leonard Cohen, Book of Mercy 1984.

In the Eyes of Men
In the eyes of men he falls, and in his own eyes too. He falls from his high place, he trips on his achievement. He falls to you, he falls to know you. It is sad, they say. See his disgrace, say the ones at his heel. But he falls radiantly toward the light to which he falls. They cannot see who lifts him as he falls, or how his falling changes, and he himself bewildered till his heart cries out to bless the one who holds him in his falling. And in his fall he hears his heart cry out, his heart explains why he is falling, why he had to fall, and he gives over to the fall. Blessed are you, clasp of the falling. He falls into the sky, he falls into the light, none can hurt him as he falls. Blessed are you, shield of the falling.

Wrapped in his fall, concealed within his fall, he finds the place, he is gathered in. While his hair streams back and his clothes tear in the wind, he is held up, comforted, he enters the place of his fall. Blessed are you, embrace of the falling, foundation of the light, master of the human accident.

Στα μάτια των ανθρώπων.
Στα μάτια των ανθρώπων πέφτει. Kαι στα δικά του επίσης. Πέφτει από την υψηλή θέση του. Πηγαίνει στο κατόρθωμα του. Κατευθείαν. Πέφτει σε σένα, πέφτει να σε γνωρίσει. Είναι κρίμα, λένε. Δείτε την ντροπή του φωνάζουν, όσοι τον ακολουθούν λίγο πιο πίσω. Αλλά αυτός πέφτει εκτυφλωτικά στο φως στο οποίο πέφτει. Δε βλέπουν ποιος τον σηκώνει ενώ πέφτει, ούτε πως η πτώση του με τον καιρό αλλάζει και μαζί της κι ο ίδιος παραδαρμένος μέχρις ότου η καρδιά του βάλει τις φωνές και ευλογήσει εκείνον που τον κρατά μέσα στην πτώση του. Και στην πτώση του μέσα ακούει, την καρδιά του να ουρλιάζει και η καρδιά του εξηγεί γιατί πέφτει, γιατί έπρεπε να πέσει, κι έτσι αφήνεται. Πέφτει. Ευλογημένο είσαι, σφιχταγκάλιασμα της πτώσης. Πέφτει μέσα στον ουρανό, πέφτει μέσα στο φως, τίποτε δε μπορεί να τον πληγώσει ενώ πέφτει. Ευλογημένη είσαι, ασπίδα της πτώσης.

Τυλιγμένος στην πτώση του, κρυμμένος μέσα σ’ αυτήν, βρίσκει χώρο και μαζεύει εκεί τον εαυτό του. Ενώ τα μαλλιά του φεύγουν πίσω ορμητικά και τα ρούχα του σκίζονται με λυγμούς στον αέρα κάτι τον κρατά όρθιο, τον παρηγορεί και έτσι μπαίνει στην πτώση του.
Ευλογημένο αγκάλιασμα της πτώσης.
Θεμέλιο του φωτός.
Αφέντη του ανθρώπινου ατυχήματος.

(μετάφραση Α. Μιστριώτης)

http://www.vimeo.com/8569187”


Μια κριτική ματιά στις εξελίξεις που μας προτείνει η τεχνολογία από τον νέο μου φίλο: τον Keiichi Matsuda. Οι Εφαρμογές της επαυξημένης πραγματικότητας ανοίγουν την πόρτα για κινδύνους που, εν πρώτοις, δε μπορούμε να φανταστούμε. Μήπως μειώνεται ο Προσωπικός χώρος ακόμα περισσότερο; Μήπως ανοίγει η πόρτα να μπει ακόμα και στο μυαλό η σφαίρα της οικονομίας; Και της κατανάλωσης; Μήπως ανοίγει ο δρόμος εμφύτευσης λογικών που είναι προβληματικές; (βλ. επικίνδυνες) Αν ο χώρος της αντίληψης δυναμοποιηθεί από την τεχνολογία μήπως ανοίγει η πόρτα να εισάγει η αγορά ακόμα πιο βαθιά μέσα στον νου, ανάγκες που δεν χρειαζόμαστε; Αυτό άλλωστε είναι ένα από τα βασικά όπλα της διαφήμισης, η ανάγκη. Η κατασκευασμένη ανάγκη.
Εδώ οι αρχιτέκτονες με τους Σχεδιαστές και τους ποιητές έχουν να σκεφτούν και να δράσουν. Όλη η επιφάνεια του κόσμου θα ανήκει κάποια μέρα στις επιχειρήσεις, διότι αυτές κινούν την έρευνα και την βιομηχανία. Θα μπουν μέσα στο μυαλό μας. Ίσως. Θα υπαγορεύουν τον ρυθμό της σκέψης. Για λόγους ευκολίας πολλοί θα γίνουν απλοί παρατηρητές της ζωής τους.

Για μια ακόμα φορά τίθεται το αίτημα για κάποιο όριο στην εξέλιξη των πράγμάτων. Διότι, πολύ απλά, η σύσταση της προσωπικότητας του σύγχρονου ανθρώπου αρχίζει να αποδομείται, με συνέπειες νοσηρές (οι άνθρωποι έχουν πλέον χαλασμένα μυαλά, παθαίνουν όλο και περισσότερες ψυχοπάθειες!) είτε με όρους κοινωνικούς. Δικαιοσύνης π.χ. Η πιο επικίνδυνη ρύπανση είναι η πληροφορία. Ο Johny Mnemonic στην ομώνυμη ταινία δε μπορεί να συνέξει όλη αυτή την πληροφορία μέσα στο μυαλό του. Ε, λοιπόν ούτε κι εγώ! Προσθέστε όλες αυτές τις πληροφορίες-παύλα-γνώσεις που θα πρέπει να φύγουν για να χωράν τα ονόματα και οι ιδιότητες των καταναλωτικών αγαθών…

 Που σταματά η τεχνολογία, η αγορά, το εμπόριο; Εκεί που ξεκινά ο άνθρωπος; Είναι αυτά ασυμβίβαστα; Όσο πάει και περισσότερο δυστυχώς. Χρειάζονται καλλιτέχνες και στοχαστές, ποιητές και μαστροχαλαστές, χρειάζονται άνθρωποι να πάρουν την τεχνολογία και να την προσαρμόσουν, να την κάνουν δικαιότερη, να την “μετρήσουν” πάνω στο σώμα και τον νου τους και μετά να μιλήσουν, να προτείνουν.

Το πρώτο βήμα, πάντως, είναι η κατανόηση του προβλήματος κι αυτό καλλιεργεί η δουλειά του φίλου Matsuda! Έχει μια κριτική στάση χωρίς να στερείται οπτικού ενδιαφέροντος και γοητείας. Το πείραμα είναι απολύτως επιτυχημένο, είναι ενδιαφέρον και ευχάριστο, είναι εύγλωττο αλλά δεν αισθητικοποιεί το πρόβλημα ώστε να πέσει στην παγίδα. Το αποτέλεσμα είναι σαφώς αποπνικτικό και το θέμα σαφές(αν και καμμία εικόνα δεν είναι σαφής χωρίς αναφορές. Άλλη ιστορία αυτή). Καλή Συνέχεια. Δε ξέρω όταν διαβάζετε εσείς αυτό το σχόλιο πως είναι αλλά όταν το έγραφα, έξω ο ήλιος, έκανε γιορτή! Τώρα που το γράφω. Ας βάλω κάτι από το σώμα, τον χώρο του και την χρονικότητα του, σ’ αυτόν το χώρο. Τώρα που μιλάμε για την νοσταλγία και την σχετικότητα. Την νοσταλγία του σώματος έναντι των ιδεών και των συσκευών τους. Ναι λοιπόν έξω τα φωτόνια τσουβαλιάζονται σπάταλα πάνω στα πάντα!

( αυτές οι γραμμές γράφτηκαν μ’αφορμή αυτό το βίντεο που μόλις “δημοσιεύτηκε”)

Δεν είμαστε το σώμα μας. Δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε τα αισθήματα μας. Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι του χρόνου σε μια πραγματικότητα που επιπλέει στο άγνωστο και πλησιάζουμε τα πράγματα, θαυμαστά και όμορφα μόνον και μόνον επειδή υπάρχουν. Αυτή η βάρκα δεν έχει επιβάτη διότι την επιβαίνει το βλέμμα μας που μας κοιτά. Το βλέμμα μας φεύγει κάνει τον γύρω του κόσμου ξανά και ξανά να βρει διεξόδους και θαύματα, κάτι ψάχνει. Δε σταματά. Αυτή η βάρκα είμαστε εμείς και όλα όσα μας δίνουν μορφή, όλα αυτά που δεν είμαστε. Διότι δεν είμαστε καμμία απο τις εκδηλώσεις μας. Οι σκέψεις και τα πράγματα, οι αριθμοί και τα σχήματα είναι υλικά του κόσμου. Η διαφορά των λέξεων από τις πέτρες δεν είναι ουσιαστική, είναι κάτι σαν αντικείμενα με διαφορετικές πυκνότητες. Το νερό είναι φευγαλέο κι ο αέρας ούτε καν ορατός αλλά είναι υλικά στοιχεία. Δεν ισχύει πάντα ο διαχωρισμός μεταξύ πνευματικού και υλικού, ψυχικού και σωματικού, άυλου και υλικού. Το υλικό του κόσμου είναι ουσιωδώς ένα και γι’ αυτό μπορούν τα πράγματα να αγγίζουν και να αποτυπώνουν το ένα το άλλο.

Το θαύμα του κόσμου είναι εκτυφλωτικό και διακριτικό, δε φωνάζει, δε φωνάζει διαρκώς, συχνά απλώς κάθεται εκεί κι αυτή του η ηρεμία απέναντι στον παραλογισμό του “είναι” μοιάζει με το αρχαϊκό μειδίαμα. Μοιάζει τρομακτική και καθησυχαστική.

Σ’ αυτή την περιπλάνηση δεν βλέπουμε την ουσία(;) των πραγμάτων, βλέπουμε όμως τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, τις γεωμετρίες και τα χάσματα, τις εκτάσεις που ανοίγουν σκοτεινές και γι’ αυτό γεμάτες υποσχέσεις. Κομμάτια από την επιφάνεια του κόσμου και κομμάτια από τα πλέγματα των γεγονότων και των εννοιών μας βοηθούν να πλοηγούμε, να προσανατολιστούμε και να παίξουμε την ζωή μας. Άλλα πλάσματα κάνουν κι αυτά την διαδρομή τους, άνθρωποι, ζώα και πουλιά υπακούοντας κι αυτά στις δικές τους γεωμετρίες, σε σχέσεις, σε ρυθμούς, μόνον έτσι υπάρχει ενέργεια στα πράγματα.

Κάνοντας τον γύρο του μικρού μας κόσμου τα πράγματα γυμνώνονται και μοιάζει ο χώρος κι ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη σκλαβιά. Στον Πάτο της “Μαύρης Λίμνης” βρίσκεται η “Μαύρη Λίμνη”. Και οι εποχές έρχονται ξανά και ξανά και τα κοπάδια κι ο βάτραχος που μας κοιτάει κρυμμένος, μένει εκεί ερμητικός στην υπόσχεση του. Η επιθυμία υπέρβασης του χώρου και του χρόνου χτυπά πάνω στην ίδια την “ύπαρξη”, που είναι λέει κάτω από μιαν αρχή(υπ-αρχή), από κάτω. Αυτή η περιοχή του χώρου και του χρόνου στην οποία είσαι κλεισμένος σε πλακώνει όταν ανέβεις στην κορυφή ενός βουνού, σε πλακώνει στην καρδιά της ερήμου και στον μυχό της νύχτας, σε πλησιάζει όταν βρίσκεσαι στην αγκαλιά αυτού που αγαπάς, σε αφορά όταν κερδίζεις στο χρηματιστήριο κι όταν παίρνεις τον μισθό σου, σε κυκλώνει όταν ταξιδεύεις στην Αργεντινή και την Ταΐλάνδη και τρως εξωτικά φρούτα. Καμμία πολιτική απ’ αυτές που ξέρουμε δε μπορεί να απαντήσει σ’ αυτην την σκλαβιά και δεν υπάρχει κανένα σύστημα να του τα ρίξουμε ή έστω να το αντιπαλέψουμε και να αξιοποιήσουμε την οργή μας, την μανία, την θλίψη. Βαθύτατες.

Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια, όμως, είναι η επιθυμία, η αίσθηση και η έννοια… του “σπιτιού”. Κανένας ορισμός του σπιτιού δεν επαρκεί. Το σπίτι είναι η μέσα μεριά του ορίου, το κέντρο του κύκλου που ανοίγει στο άπειρο, η ανάστροφη αλλά ταυτόσημη απόδοση του “ταξιδιού”, της αναζήτησης της γνώσης, της απόδρασης. Ένα σπίτι μπορεί να διαλυθεί, να πουληθεί να αλλάξει και να ξαναστηθεί αλλού, αλλά.. τίποτα δε μπορεί να ξεριζώσει την ανάγκη του. Το μόνο που γίνεται είναι να ανοίξει, να γίνει τεράστιο, να απλωθεί παντού αυτή η αίσθηση, έστω για μια στιγμή, να μπορέσεις να αποκοιμηθείς σε μέρη άγνωστα. Το σπίτι δεν είναι το σπίτι. Το σπίτι είναι η σύνδεση μας με τα πράγματα, με την καταγωγή μας, με το γεγονός πως γεννηθήκαμε, κάποια στιγμή(!). Αυτή η καταγωγή είναι η πρώτη ύλη από την οποία είμαστε φτιαγμένοι, και έννοιες όπως Πατρίδα, Έθνος, Πατέρας, Μάνα από κει πηγάζουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητες. Διότι είναι υπαρξιακά θεμελιωμένες. Αν δεν ήταν θα ήμασταν έτοιμοι για το μηδέν και το μη-είναι, πράγμα που είναι επίσης παράλογο για τον ασυνείδητο εαυτό. Η Κοινωνία, η Ιστορία, η Οικονομία δεν είναι έξω από τα πρώτα ερωτήματα, δε στερείται την σωματικότητα της φιλοσοφίας αλλά την εμφανίζει. Δεν αποσβέννει την αναγκαιότητα της Θεολογίας αλλά την εξωθεί. Δεν προσπερνά και υπερκαλύπτει τα οντολογικά, απλά, ερωτήματα αλλά τα επιβάλλει. Ένα παιδί φωνάζει μέσα σ’ όλα αυτά τους γονείς του πριν καν ρωτήσει τον εαυτό του: “Γιατί;”

Θα τελειώσω αυτές τις γραμμές με τρόπο αυθαίρετο, με αναφορά στην επιθυμία για Φως, για Ζέστη, απεριόριστο Ουρανό και άπλετο Ήλιο. &)

Για τον David OReilly έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση.

Για τον Jon Klassen αλλά και το Black Lake δείτε εδώ!

Το Μάρτιο του 2008 ο Randy Peters, ένα εννεάχρονο αγόρι από το Σικάγο ανέβασε το πρώτο μέρος του animation: Octocat. Έδωσε ηλικία 13 χρόνων για να μη του σβήσουν τον λογαριασμό οι διαχειριστές του YOUTUBE.

Πρόκειται για την Ιστορία ενός γατιού με οκτώ πόδια που ψάχνει τους γονείς του. Ο Octocat περπατά σ’έναν κόσμο γεμάτο χρώματα και γρίφους. Η άτσαλη ομορφιά της εικόνας ασκεί μιαν απαράμιλλη γοητεία. Ένα παράλογο χιούμορ ανατρέπει ανεπαίσθητα τον εαυτό του συνεχώς και ένας διαρκής ρυθμός οδηγεί τα πράγματα χωρίς να σταματά πουθενά. Η αυτόματη γραφή, η ροή των συνειρμών που έχουν ΚΑΙ τα παιδιά όταν φτιάχνουν τους κόσμους τους, αγκαλιάζει τα αισθήματα ακέραια αλλά δε μένει πουθενά, συνεχίζει, ρέει ακάθεκτη, γεμάτη αίματα και γέλια, για πάντα.. Υπάρχει Μυστήριο, Οργή, Αγωνία και Μελαγχολία σε αμείωτη, παράφορη ένταση, μαζί με διαρκές, υπόγειο, χιούμορ. Ζητά τους γονείς του. Τι σημαίνει αυτό; Η ένταση και η εμμονή του αιτήματος έτσι απομονωμένου γίνεται φιλοσοφική.

Η επιτυχία ήταν άμεση, τεράστια και μη αναμενόμενη, το πρώτο μέρος έφτασε τις 100.000 επισκέψεις σε δύο μέρες. Όλοι περίμεναν το επόμενο. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος έγινε μια ανατροπή.. το παιδικό σχέδιο μετατρέπεται σε τρισδιάστατο animation! Πως; Σok!!! Τι έγινε;

Το παιδί πίσω από το Octocat ήταν τελικά ο 23χρονος σχεδιαστής David OReilly… Θα πει έπειτα πως το Octocat ήταν ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελε να ελέγξει και να στηρίξει την πεποίθηση του πως: Το κοινό δε χρειάζεται καθωσπρέπει εντυπωσιακά καλοφτιαγμένα σχέδια και γραφικά για να εμπλακεί σε μια ιστορία. Το κοινό χαίρεται να παρακολουθεί και το πιο κακότεχνο, άτσαλο, κακοδουλεμένο στον ήχο και στο Ντουμπλάζ  κατασκεύασμα όλων των εποχών και μπορεί να γελάσει και να κλάψει όπως και με τα κινούμενα σχέδια των μεγάλων στούντιο.
“audiences don’t need polished, slick animation to find a story engaging. They are happy to follow the worst animated, worst designed and worst dubbed film of all time, and still laugh and cry and do all the things you do watching a so-called “high end” film. Its amazing, I’ve never been so excited about independent animation.”
Ο Γιάννης Τσαρούχης είπε κάτι απολύτως σχετικό. Δε το θυμάμαι επακριβώς αλλά ήταν κάτι του στυλ: Το μεγαλύτερο μάθημα της “Μοντέρνας” Τέχνης είναι πως οποιοσδήποτε μπορεί να αποδώσει ένα θέμα άσχετα από την τεχνική και τις ικανότητες του, αρκεί να έχει μια πραγματική συγκίνηση. Το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού λοιπόν, κάπου στον άνθρωπο, στο στίγμα που διαπερνά αυτά που κάνουμε κι όχι σ’αυτά που κάνουμε καθ’αυτά.

Το OCTOCAT ήταν μια μεγάλη επιτυχία. (Υπάρχουν αρκετά σχετικά άρθρα, ο ίδιος ο OReilly προτείνει αυτό) Έκτοτε, όμως, δε σταμάτησε να συνθέτει, να διασκεδάζει και να υπερασπίζεται τα εξαιρετικά και κάποτε εξαιρετικά δύσκολα έργα του. Η δουλειά του είναι ταυτόχρονα Ζωγραφική, Βίντεο, Ποίηση, Πειραματικός Κινηματογράφος. Όπως και να χει αυτά δεν έχουν σημασία..
Κι αν μιλά συχνά για νεωτερισμό τελικά φαίνεται πως αυτός είναι ο τρόπος του να ψάξει μια περιοχή όπου μπορεί να αναπνεύσει και να πει, ή μάλλον κάνει, αυτά που του φαίνονται αναγκαία, ευχάριστα, προφανή. Η Μοντέρνα εμμονή στον νεωτερισμό, που σήμερα ακόμα επιβιώνει, ευθύνεται για πολλές επηρμένες κουταμάρες. Εδώ έχουμε κάτι άλλο.

Καλή δουλειά λοιπόν σε οποιονδήποτε θέλει να πιάσει ένα μολύβι, μια κιθάρα, ένα ακαταλαβίστικο 3d πρόγραμμα, ένα οτιδήποτε απ’όσα απαρτίζουν αυτόν τον κόσμο!

Δείτε εδώ, πρόκειται για την συμβολή του σε ένα ομαδικό project που ονομάζεται psst. Εδώ ένα κείμενο του περί αισθητικής

Πρέπει να κοιτάς εκεί που θέλεις να πας αλλιώς θα πας εκεί που κοιτάς“.

(ποιός το είπε αυτό αλήθεια; )

 

Ήθελα και πολύ το σκεφτόμουν να ανεβάσω αυτές τις εικόνες. Εξ’ άλλου είναι τόσο φωτεινή και όμορφη η σημερινή ημέρα, είναι τόσο γλυκό αυτό το Σάββατο που ντρέπεται κανείς να προπαγανδίζει σκοτάδια.
Έτσι αν και αυτή την περίοδο επιθυμώ την σιωπή αποφάσισα να κάνω ένα σχόλιο.

Το τραγούδι μιλά για διαφορετικά πράγματα από το βίντεο. Το βίντεο έχει μια αφήγηση αρκετά ελεύθερη, με επάλληλα στρώματα αφήγησης που θέτουν διαφορετικά θέματα κι αυτά όχι απαραιτήτως ομόκεντρα. Η δύναμη των εικόνων είναι αποστομωτική. Είναι ένα σκοτεινό τραγούδι για το ψέμα, ένα όνειρο βγαλμένο από το σκοτεινό μυστήριο των ανθρώπινων προσώπων και την απειλή των κρυφών προθέσεων, που βρίσκονται παντού.

Η ορμή του μπορεί να ενεργοποιεί,  να δίνει τελικά φόρα για άλλα πράγματα. Κι αυτό παρά το αυτάρεσκο τέλος που αποτελεί κλασσικό δείγμα του σύγχρονου χιούμορ. Του χιούμορ που εορτάζει πολύ εύκολα το αδιέξοδο.
Όμως επιμένω πως κάτι μου λείπει. . Όλο αυτό το παιχνίδι με τις σκιές θεωρεί δεδομένη την επιθυμία για φως. Και δεν ασχολείται μαζί του.
Κακώς.
Διότι είναι πολλοί αυτοί που το έχουν χάσει από τα μάτια τους εδώ και καιρό.

Αν μπορούμε να καθρεφτιστούμε μόνο στο σκοτάδι είναι γιατί το’ χουμε διαλέξει. Μας δίνει ασφάλεια.
Είσαι στο απυρόβλητο όταν αποκλειστικά κατεδαφίζεις. Δε σφάλεις όταν αρνείσαι, όταν μιλάς το ψέμα που έχει καταπιεί τα πάντα. Δε σφάλεις όταν αδειάζεις λίγο ακόμα την χωματερή των ανθρώπινων μυαλών. Κι όμως όλο την αδειάζουμε και όλο πιο μπουκωμένη μοιάζει. Οι ντομάτες που πετάξαμε στους υποκριτές είναι ακόμα εκεί και σαπίζουν, και η δυσοσμία τους μπορεί να είναι ακόμα χειρότερη. Καλύπτει και αφανίζει όποιο ελάχιστο άνθος πάει να φυτρώσει, εξαφανίζει κάθε άλλη μυρωδιά αυτού του κόσμου.
Μοιάζει να μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για την αδικία του κόσμου, για το κακό τίποτα. Ακόμα και την αγάπη την έχουμε κάνει φλυαρία και φαντασία, συναίσθημα και ενοχές, εμπειρίες και άγχος. Πως έγιναν αυτά όλα; Δε με νοιάζει ποιος φταίει. Αν αρχίσω την διαδικασία της αφαίρεσης, της απογύμνωσης, θα αφαιρέσω και την γοητεία του σκοταδιού, καθώς και την απολαυστική αυτοδικαίωση της καταγγελίας. Μπορούμε να κοιτάμε γύρω και να μας θρέφουν όλα, μπορούμε την ορμή τους να την μεταβάλουμε ελάχιστα για να την πάμε κάπου αλλού.

Η απόλαυση της δυσοσμίας στο όνομα της δικαιοσύνης και της ουτοπίας, ο αυτοκαταστροφικός ναρκισσισμός που αναφέρει ο Curt Cobain στο τελευταίο του γράμμα και η κοπρολαγνεία της ευφυούς τέχνης δε διαφέρουν πολύ από εκείνη των τηλεοράσεων. Ας μιλήσουμε για ένα άλλο τίποτα, ακόμα περισσότερο τιποτένιο, ακόμα πιο ελαφρύ, πιο μακρινό, σιγανό. Η χυδαιότητα του κυνικού ξερόλα πάει χέρι με χέρι με τους νευρωτικούς ευτυχισμένους που καταδικάζει.

Κάθομαι πίσω στην καρέκλα μου, θυμάμαι και παίρνω μιαν ανάσα. Όταν φύγει όλο αυτό το σφίξιμο, τι θα μείνει;

Τα ζάρια (που δεν παίζει ο Θεός κατά τον Αινστάιν) φτιάχνουν τις εικόνες του κόσμου και εμάς. Σωματίδια στοιχειώδη σε συνδυασμούς. Η ύλη του κόσμου μπορεί να αθροιστεί όλη μαζί σ’ ένα ξέφρενο ερώτημα, επιφανειακά ψύχραιμο κι αμίλητο.
Ακόμα και στην πιο ανόητη και βαρετή εικόνα του κόσμου κάτι απίθανο επιμένει, κάτι ανεξήγητο και ρευστό. Ναι. Μ’ένα κουβά ζάρια φτιάχνεται ένας κόσμος άπειρος.

Υπάρχει ο ενθουσιασμός
από τη μια για την γεωμετρία και τους αριθμούς που φτιάχνουν κόσμους ολόκληρους
και απ’ την άλλη για την αίσθηση πως τα πράγματα είναι απερίγραπτα, πιο μεγάλα από τον εαυτό τους.
Τα πράγματα είναι πάντοτε ξένα. Αντιφατικά. Ταιριάζει να μένουμε σιωπηλοί μπροστά τους. Όπως ταιριάζει να παίζουμε μαζί τους. Η αίσθηση αυτή, αυτό το ξένο, μας αποτρέπει να ταυτιστούμε μ’ όσα λέγονται και φαίνονται. Κάθε λέξη κάθε κόκκος ρυζιού μοιάζει ακατανόητος. Η αίσθηση αυτή παίρνει πολλές γεύσεις, μοιάζει με μοναξιά ή με ελευθερία ή ακόμα και βλακεία όταν κάτι ελάχιστο επιμένεις να το ρωτάς για την ουσία του…

Κι ενώ το ζητάμε με λύσσα το νόημα των πραγμάτων, αυτό μας απειλεί. Η ανάγκη για νόημα μας κατατρώει, όσο και η αβάσταχτη τυχαιότητα της ζωής, που μας κάνει ασήμαντους. Η αλυσίδες των γεγονότων που οδηγούν; αποχτούν νόημα από τα αποτελέσματα τους; Και ποιό είναι το σημείο που μπορούμε να σταματήσουμε να κάνουμε τον απολογισμό; Ποιό είναι το πλέον ακραίο αποτέλεσμα; Ο θάνατος; Είναι το τέλος αυτό;

Κι εδώ θέλω να σταματήσω αλλά δε μπορώ.

Χρειαζόμαι, μάλλον, ένα τραγούδι. Για την ελευθερία από το νόημα. Ένα τραγούδι που δε θα ‘ναι μηδενιστικό αλλά θα είναι και μηδενιστικό. Ένα Ναι, μια Ναιότητα διαφορετική..  “_”     Θα ακούσω το τραγούδι που υπέρκειται σα να είναι κομμάτι της δικής μου ζωής.

________

Έχω περπατήσει στους δρόμους έχω δει τοίχους να πέφτουν και έχω σκουπιστεί με χαρτοπετσέτες, έχω αγαπήσει ανθρώπους που δεν είδα ποτέ, έχω πιει κόκα κόλα, έχω πέσει με το ποδήλατο, με την μηχανή, με το αυτοκίνητο, έχω ένα ταξίδι στο μυαλό που γελά με τα ταξίδια, έχω έναν φόβο δίχως όνομα που με τρώει, έχω πράγματα ξεχασμένα παντού και τραγουδώ όταν πλένω τα πιάτα, έχω περάσει μέρες και μέρες αμίλητος, έχω διασχίσει έντρομος σκοτεινούς διαδρόμους πολυκατοικίας φωνάζοντας την μαμά μου για να πάρω κουράγιο, έχω τρέξει σε στενά για να μη με μαχαιρώσουν κι έχω χάσει αεροπλάνο, έχω φάει πολλά αμυγδαλωτά σήμερα, έχω μπλούζες που δε μου κάνουν, έχω χάσει πολλά κλειδιά, έχω γελάσει σε σημεία που κανείς άλλος δε γελά σε θέατρα και σινεμά και βιβλία, έχω μια φίλη από την Ιαπωνία που ζει στον Καναδά και δεν έχω μιλήσει μαζί της εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, έχω το τηλέφωνο δίπλα και έχω δει αυτό το βίντεο, έχω τηλέφωνα να πάρω και έχω αναβάλει ότι μπορώ να αναβάλω αρκετές φορές, έχω ψάξει αυτά που δεν έχασα ποτέ και δε χρειάζομαι, σε κανέναν.
Σας εύχομαι μια φωνή που να σας ξεπερνά, να ανακαλύπτεται με έκπληξη στα λόγια σας τον κόσμο. Σας εύχομαι να πηγαίνετε χωρίς προσπάθεια στην χαρά. Σας εύχομαι να ξυπνάτε μέσα στην νύχτα και να βρίσκεστε μέσα στην ησυχία κι αυτή η ησυχία να μη σας βλάπτει, να σας δυναμώνει.

________

οι δυό αυτοί τύποι στη wikipedia
Οι στίχοι ακολουθούν:
Read the rest of this entry »

Οι μηχανές του Felix Thorn παίζουν μουσική. Είναι γλυπτά επίσης. Είναι χειρονομίες ενός ανθρώπου καταχωρημένες πάνω στα πράγματα…

Η σχέση μας με το φυσικό και το τεχνητό είναι θολή. Που ξεκινά η μηχανή και η τεχνική; Που σταματά; Που βρίσκεται το ανθρώπινο στην τέχνη αλλά και στην ζωή; Αν το σώμα είναι κι αυτό μια μηχανή, έχει νόημα η ελευθερία ή η ίδια η ζωή; Έχουμε διαλέξει οτιδήποτε; Εμείς διαλέγουμε ή εμείς είμαστε εκδηλώσεις μιας “μηχανικότητας” και απλώς κυλάμε μέσα στο χρόνο ανάλογα προς τους “μηχανισμούς” της ;
Οι μηχανές ακουμπάνε πάνω μας. Όπως εμείς ακουμπάμε το πινέλο και κάτι από το αίνιγμα μας αποδίδεται (κάποιες φορές τουλάχιστον). Κι όταν κρατάμε μια φωτογραφική μηχανή πάλι κάτι αποδίδεται με αυτό το άγγιγμα. Κι όταν πάλι την μηχανή την βάλαμε κάπου κι απομακρυνθήκαμε, ακόμα κι εκεί η φωτογραφία που παράγεται έχει καθοριστεί κάπου στον χρόνο από κάτι δικό μας, άγνωστο ακόμα και σε μας. Έτσι όταν κάποτε ακουμπήσαμε τα πλήκτρα του υπολογιστή ή τις βίδες του ηλεκτρικού μας κλειδοκύμβαλου κάτι που μας υποδηλώνει παραμένει. Το ότι αυτό το στοιχείο είναι κρυφό κι απροσδιόριστο, μη μετρήσιμο, αυτό δε σημαίνει πως δεν είναι σημαντικό. Το αντίθετο μάλιστα!
Τι είναι η μηχανή;

Η μαγεία που ασκούν οι μηχανές δεν είναι χωρίς έρισμα. Το ότι υπάρχουν οι λεγόμενοι φυσικοί νόμοι είναι ένα διαρκώς ανανεούμενο θαύμα. Το γεγονός ότι υπάρχει η βαρύτητα είναι τόσο θαυμαστό όσο ο ερχομός της Άνοιξης
ή μία Πανσέληνος
που δεν είχες πάρει χαμπάρι
κι εμφανίστηκε ανάμεσα σε δυό κτήρια
στρίβοντας στην λεωφόρο
ενώ μιλούσες μ’ έναν φίλο..

Το site του Felix Thorn εδώ
Γεννημένος το 1985. Λονδρέζος. Σπούδασε μουσική και γλυπτική-ζωγραφική. Έχει φάει πολύ χρόνο να μελετά και να συνθέτει με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Τα έφτιαξε όλα αυτά στην κρεβατοκάμαρα του, στο Νότιο Λονδίνο. Μια συνέντευξη του εδώ.