( αυτές οι γραμμές γράφτηκαν μ’αφορμή αυτό το βίντεο που μόλις “δημοσιεύτηκε”)

Δεν είμαστε το σώμα μας. Δεν είμαστε ούτε οι σκέψεις μας, ούτε τα αισθήματα μας. Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι του χρόνου σε μια πραγματικότητα που επιπλέει στο άγνωστο και πλησιάζουμε τα πράγματα, θαυμαστά και όμορφα μόνον και μόνον επειδή υπάρχουν. Αυτή η βάρκα δεν έχει επιβάτη διότι την επιβαίνει το βλέμμα μας που μας κοιτά. Το βλέμμα μας φεύγει κάνει τον γύρω του κόσμου ξανά και ξανά να βρει διεξόδους και θαύματα, κάτι ψάχνει. Δε σταματά. Αυτή η βάρκα είμαστε εμείς και όλα όσα μας δίνουν μορφή, όλα αυτά που δεν είμαστε. Διότι δεν είμαστε καμμία απο τις εκδηλώσεις μας. Οι σκέψεις και τα πράγματα, οι αριθμοί και τα σχήματα είναι υλικά του κόσμου. Η διαφορά των λέξεων από τις πέτρες δεν είναι ουσιαστική, είναι κάτι σαν αντικείμενα με διαφορετικές πυκνότητες. Το νερό είναι φευγαλέο κι ο αέρας ούτε καν ορατός αλλά είναι υλικά στοιχεία. Δεν ισχύει πάντα ο διαχωρισμός μεταξύ πνευματικού και υλικού, ψυχικού και σωματικού, άυλου και υλικού. Το υλικό του κόσμου είναι ουσιωδώς ένα και γι’ αυτό μπορούν τα πράγματα να αγγίζουν και να αποτυπώνουν το ένα το άλλο.

Το θαύμα του κόσμου είναι εκτυφλωτικό και διακριτικό, δε φωνάζει, δε φωνάζει διαρκώς, συχνά απλώς κάθεται εκεί κι αυτή του η ηρεμία απέναντι στον παραλογισμό του “είναι” μοιάζει με το αρχαϊκό μειδίαμα. Μοιάζει τρομακτική και καθησυχαστική.

Σ’ αυτή την περιπλάνηση δεν βλέπουμε την ουσία(;) των πραγμάτων, βλέπουμε όμως τις σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους, τις γεωμετρίες και τα χάσματα, τις εκτάσεις που ανοίγουν σκοτεινές και γι’ αυτό γεμάτες υποσχέσεις. Κομμάτια από την επιφάνεια του κόσμου και κομμάτια από τα πλέγματα των γεγονότων και των εννοιών μας βοηθούν να πλοηγούμε, να προσανατολιστούμε και να παίξουμε την ζωή μας. Άλλα πλάσματα κάνουν κι αυτά την διαδρομή τους, άνθρωποι, ζώα και πουλιά υπακούοντας κι αυτά στις δικές τους γεωμετρίες, σε σχέσεις, σε ρυθμούς, μόνον έτσι υπάρχει ενέργεια στα πράγματα.

Κάνοντας τον γύρο του μικρού μας κόσμου τα πράγματα γυμνώνονται και μοιάζει ο χώρος κι ο χρόνος να είναι η μεγαλύτερη σκλαβιά. Στον Πάτο της “Μαύρης Λίμνης” βρίσκεται η “Μαύρη Λίμνη”. Και οι εποχές έρχονται ξανά και ξανά και τα κοπάδια κι ο βάτραχος που μας κοιτάει κρυμμένος, μένει εκεί ερμητικός στην υπόσχεση του. Η επιθυμία υπέρβασης του χώρου και του χρόνου χτυπά πάνω στην ίδια την “ύπαρξη”, που είναι λέει κάτω από μιαν αρχή(υπ-αρχή), από κάτω. Αυτή η περιοχή του χώρου και του χρόνου στην οποία είσαι κλεισμένος σε πλακώνει όταν ανέβεις στην κορυφή ενός βουνού, σε πλακώνει στην καρδιά της ερήμου και στον μυχό της νύχτας, σε πλησιάζει όταν βρίσκεσαι στην αγκαλιά αυτού που αγαπάς, σε αφορά όταν κερδίζεις στο χρηματιστήριο κι όταν παίρνεις τον μισθό σου, σε κυκλώνει όταν ταξιδεύεις στην Αργεντινή και την Ταΐλάνδη και τρως εξωτικά φρούτα. Καμμία πολιτική απ’ αυτές που ξέρουμε δε μπορεί να απαντήσει σ’ αυτην την σκλαβιά και δεν υπάρχει κανένα σύστημα να του τα ρίξουμε ή έστω να το αντιπαλέψουμε και να αξιοποιήσουμε την οργή μας, την μανία, την θλίψη. Βαθύτατες.

Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια, όμως, είναι η επιθυμία, η αίσθηση και η έννοια… του “σπιτιού”. Κανένας ορισμός του σπιτιού δεν επαρκεί. Το σπίτι είναι η μέσα μεριά του ορίου, το κέντρο του κύκλου που ανοίγει στο άπειρο, η ανάστροφη αλλά ταυτόσημη απόδοση του “ταξιδιού”, της αναζήτησης της γνώσης, της απόδρασης. Ένα σπίτι μπορεί να διαλυθεί, να πουληθεί να αλλάξει και να ξαναστηθεί αλλού, αλλά.. τίποτα δε μπορεί να ξεριζώσει την ανάγκη του. Το μόνο που γίνεται είναι να ανοίξει, να γίνει τεράστιο, να απλωθεί παντού αυτή η αίσθηση, έστω για μια στιγμή, να μπορέσεις να αποκοιμηθείς σε μέρη άγνωστα. Το σπίτι δεν είναι το σπίτι. Το σπίτι είναι η σύνδεση μας με τα πράγματα, με την καταγωγή μας, με το γεγονός πως γεννηθήκαμε, κάποια στιγμή(!). Αυτή η καταγωγή είναι η πρώτη ύλη από την οποία είμαστε φτιαγμένοι, και έννοιες όπως Πατρίδα, Έθνος, Πατέρας, Μάνα από κει πηγάζουν και γι’ αυτό είναι απαραίτητες. Διότι είναι υπαρξιακά θεμελιωμένες. Αν δεν ήταν θα ήμασταν έτοιμοι για το μηδέν και το μη-είναι, πράγμα που είναι επίσης παράλογο για τον ασυνείδητο εαυτό. Η Κοινωνία, η Ιστορία, η Οικονομία δεν είναι έξω από τα πρώτα ερωτήματα, δε στερείται την σωματικότητα της φιλοσοφίας αλλά την εμφανίζει. Δεν αποσβέννει την αναγκαιότητα της Θεολογίας αλλά την εξωθεί. Δεν προσπερνά και υπερκαλύπτει τα οντολογικά, απλά, ερωτήματα αλλά τα επιβάλλει. Ένα παιδί φωνάζει μέσα σ’ όλα αυτά τους γονείς του πριν καν ρωτήσει τον εαυτό του: “Γιατί;”

Θα τελειώσω αυτές τις γραμμές με τρόπο αυθαίρετο, με αναφορά στην επιθυμία για Φως, για Ζέστη, απεριόριστο Ουρανό και άπλετο Ήλιο. &)

Για τον David OReilly έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση.

Για τον Jon Klassen αλλά και το Black Lake δείτε εδώ!

Advertisements