Η πρώτη φορά. Η τελευταία φορά. Πράγματα που, όταν τα ζεις, δε μπορείς να εκτιμήσεις την πραγματική τους διάσταση.

Παίζοντας με την άγνοια γεννιούνται οι ιστορίες. Όταν ήμασταν μικροί δε γνωρίζαμε. Μεταξύ άλλων τις λέξεις, τις οποίες και μαντεύαμε από τον ήχο τους. Δε ξέραμε τι συμβαίνει πίσω από πόρτες, κάγκελα, τοίχους.
Η φαντασία ερχόταν και έρχεται, μαζί με την απορία για να καλύπτει τα κενά. Η φαντασία μοιάζει ποιο πραγματική από ένα σκέτο ερωτηματικό.

Ένα ποίημα ακόμα, από τους ποιητές που δίνει ο Αγγλοσαξονικός κόσμος και συνδέονται άμεσα και με ελαφρότητα με την ζωή . Κι αυτό δίχως να είναι σαχλοί ή πεζολόγοι. Μιαν αίσθηση που δε βρίσκουμε εύκολα στην σύγχρονη Νεοελληνική Ποίηση. Κάποιοι υποστηρίζουν πως δεν το επιτρέπει η Ελληνική Γλώσσα.. έτσι νομίζουν, έχει ειπωθεί με κάποια ζήλια για τους αγγλοσάξονες πως έχουν μια γλώσσα κοφτερή και άμεση, ικανή να λέει τα πράγματα γυμνά με φυσικότητα, μια γλώσσα ξεκούραστη. Μια γλώσσα δίχως φορτία περιττά από την ιστορία της, που δε στάζει συναίσθημα και “ποιητικότητα” σε κάθε φθόγγο.
Λοιπόν, αυτά ακούγονται πολύ λάθος στα αυτιά τα δικά μου και πολλών άλλων που ζουν την γλώσσα τους.
Μια γλώσσα είναι μεν αλλά γίνεται, δε. Μη σταματάμε εκεί που θα έπρεπε να ξεκινήσουμε..
Το αίτημα για μια γλώσσα ακριβή, καθαρή, απλή, άμεση, που ελευθερώνει είναι η μεγάλη μας ευκαιρία. Η ανάγκη για μια γλώσσα που ανοίγει αντί να βαραίνει και να βυθίζει, είναι μια από τις πιο ωραίες περιπέτειες που μπορούμε να ελπίσουμε. Σήμερα. Να βρούμε μια γλώσσα καθαρή απλή άμεση με χιούμορ που δε κραυγάζει και δε πνίγει το γνήσιο αίσθημα της ζωής μας που χάνεται και κάτι αφήνει που κι αυτό χάνεται και συνεχίζει ο κύκλος με άγνωστες μορφές και αιτίες και όσα μας έχουν συμβεί είναι εδώ βασανιστικά αόρατα ξεχασμένες κλωστές που μας κινούν και μας κρατούν και μας δίνουν να καταλάβουμε δίχως να το ξέρουμε, τους άλλους, εμάς, τον καιρό.

το site του Ποιητή από κάτω:
http://www.rogermcgough.org.uk/

Το πρωτότυπο ποίημα ακολουθεί..

First Day at School by Roger McGough

A millionbillionwillion miles from home
Waiting for the bell to go. (To go where?)
Why are they all so big, other children?
So noisy? So much at home they
Must have been born in uniform
Lived all their lives in playgrounds
Spent the years inventing games
That don’t let me in. Games
That are rough, that swallow you up.

And the railings.
All around, the railings.
Are they to keep out wolves and monsters?
Things that carry off and eat children?
Things you don’t take sweets from?
Perhaps they’re to stop us getting out
Running away from the lessins. Lessin.
What does a lessin look like?
Sounds small and slimy.
They keep them in the glassrooms.
Whole rooms made out of glass. Imagine.

I wish I could remember my name
Mummy said it would come in useful.
Like wellies. When there’s puddles.
Yellowwellies. I wish she was here.
I think my name is sewn on somewhere
Perhaps the teacher will read it for me.
Tea-cher. The one who makes the tea.

Advertisements