Τι βλέπει μέσα στο νερό που έμεινε από τις βροχές που πέρασαν; Τι βλέπει μέσα στα ερείπια; Ο Μετανάστης, ο Ξένος, ο καταδικασμένος στην παρατήρηση; Αυτός που αρνείται την εξοικείωση και βαδίζει μέσα στις πόλεις αόρατα μόνος. Και κάθεται στα τραπέζια και τρώει μαζί μας.
Και γονατίζει μπροστά στα νερά περιμένοντας απαντήσεις δίχως λέξεις, απαντήσεις που μοιάζουν σα χτυπήματα, που ακινητοποιούν, απαντήσεις σα στιγμές που ελευθερώνουν το μυαλό από το μυαλό και το σώμα από το σώμα..

Τι βλέπει εκεί στον ερειπωμένο ναό που δεν έχει οροφή κι έτσι οροφή του είναι ο ουρανός που σκεπάζει την γη και φέρνει και διώχνει τα σύννεφα και τον άνεμο;

Οι φωνές είναι του παρελθόντος, δεν είναι φωνές που εξηγούν, δεν είναι φωνές που λένε κάτι άλλο από τον εαυτό τους, μιλάνε για να πουν πως κάποτε ζούσε και δεν ήταν ξένος. Ήταν παιδί. Ήταν νέος και υπόσχονταν στην ζωή, πεπεισμένος πως η φωνή του είναι δική του. Ήταν ο άντρας μιας γυναίκας.
Τώρα ζει μέσα στην απορία. Αυτή είναι ο τόπος του κι απ’ αυτόν τον τόπο τίποτα άλλο δε μπορεί να τον βγάλει παρά το Παρελθόν. Ή ακόμα, τα απλά πρώτα στοιχεία που δεν έχουν τόπο και χρόνο, το νερό, το φως, το χώμα..

Η θλίψη του είναι περιουσία όλων μας. Τότε και τώρα και πάντα. Η θλίψη του δεν είναι ιδιωτική. Ακόμα κι αν η Νοσταλγία είναι κατάπτυστη, αυτή η Νοσταλγία είναι διαφορετική. Δεν νοσταλγεί κάποιον τόπο αλλά αναφέρεται σε κάποιον τρόπο, σε μιαν άλλη αίσθηση που είναι στην φύση της να χάνεται.
Ο πρωταγωνιστής είναι μακριά από την Πατρίδα του κι αυτό κατά μίαν έννοια αφορά στον χρόνο κι όχι στον χώρο. Είναι μακριά από την εποχή που τα πράγματα ήταν αυτό που ήταν, από την εποχή που απλώς κοιτούσε τον κόσμο, από την εποχή που τίποτα δεν ήταν κάτι άλλο. Δε μπορεί να εξηγήσει τον πόνο του και παραδίδεται σ’ αυτόν, παραδίδεται στην Νοσταλγία πραγμάτων για τα οποία δεν έχει να πει τίποτα. Αυτά τα πράγματα που του επιτρέπουν την σιωπή, που γαληνεύουν τα νερά του νου, την νερολακούβα της ψυχής.

Αυτή η αρυτίδωτη νερολακούβα, κάτω από τον ουρανό, καθαρή, άδεια, εκεί, βρίσκεται. Τον κοιτά δίχως να τον καταλαβαίνει. Ο Βυθός της μένει άγνωστος, η επιφάνεια της μιλά και λέει το φως. Μιλά “επιφανειακά” και λέει πράγματα που δε γνωρίζει αλλά είναι σημαντικά. Έτσι. Όπως όλοι μας.

Το πλάνο ανοίγει σιγά σιγά και ξεμακραίνει για να δει καλύτερα. Όσο καταλαβαίνει τόσο η μοναξιά μεγαλώνει, τόσο μικραίνουν τα πράγματα.
Κι ο σκύλος;

Θεέ μη μας αφήσεις να ξεχάσουμε πόσο δύσκολο είναι να κοιτάς τον κόσμο!

ένα πολύ ωραίο site αφιερωμένο στον Αντρέι Ταρκόφσκι
κι ένα άρθρο που δίνει μια συνολική εικόνα χωρίς (πάρα) πολλά πολλά εδώ

Advertisements