όλα γίνονται ένα και το μόνο που μένει είναι μια μάζα από γεωμετρικούς όγκους και η ανάγκη να τρέξεις. Κάτι τέτοιο διηγείται το “παρκούρ“. Εδώ όμως υπάρχει κάτι ακόμα, κάτι περισσότερο από ένα σχόλιο για την πόλη (και τον χώρο γενικά), για την ανάγκη να τρέξεις και να αφεθείς στα εμπόδια σαν να μην υπάρχουν. Είναι και το βλέμμα του άνδρα και της γυναίκας και η αδυναμία να προλάβεις να ζήσεις όσα έζησες και η αμφιβολία ότι υπήρξαν αφού δεν τα θυμάται κανείς και η πτώση που δίνει την ευκαιρία να δεις τον εαυτό σου ξανά.
Η μέθη της πορείας δεν είναι αποκλειστικότητα όσων τρέχουν στις ταράτσες.
Κι αν χαθεί ο κόσμος είναι που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαι μπροστά στο είναι του κόσμου και το δικό μου και χάνω τις λέξεις μου και εκτός από την “αγρίαν χαράν” του Παπαδιαμάντη γεννιέται μια απόσταση ένας χώρος άλλος από τον ιστορικό και τον κοινωνικό, ένας χώρος που είμαι υπεύθυνος εγώ, χωρίς δικαιολογίες, μόνο πόθο, η ζωή να είναι ζωή.
Η μέθη της πορείας δεν είναι προνόμιο όσων τρέχουν στις ταράτσες. Έχω και γω σ’αυτή την πόλη την αίσθηση αυτή συχνά, σ’έναν πλανήτη πάνω που όλα μοιάζουν να τρέμουν και να χάνονται προχωρώ και βλέπω τα πάντα σαν ένα σημείο, μιαν απάντηση.

Advertisements