Θυμήθηκα στην Κέρκυρα, στην οποία βρέθηκα πρόσφατα, κάτι που συνέβη, πριν αρκετά χρόνια, σ’ ένα αγόρι 11 περίπου χρόνων, σε μια παραλία.

Βρήκε ένα τεράστιο γκρίζο οβάλ βότσαλο τέλειου σχήματος τόσο τέλειου που δε θύμιζε τίποτα, έμοιαζε με αφηρημένη ιδέα, σαν απεικόνιση της “μορφής” με το βάρος όμως να θυμίζει πιέστικά την “ύλη”.
Κανένα σημάδι πάνω του ώστε να φέρει κάποια μνήμη, καμία εναλλαγή στα χρώματα του ώστε να διηγήται κάποια σύσταση. Τι υπήρχε μέσα σ’ αυτό το βότσαλο, τι ήταν αυτό το βότσαλο, δεν μπορούσε να δει.

Έκανε και χτύπησε το βότσαλο το οποίο έσπασε με μεγάλη ευκολία. Η τομή ήταν κι αυτή τέλεια! Λεία. Η αίσθηση ήταν πως δεν είχε αλλάξει τίποτα. Είχε μόνον αυξήσει την επιφάνεια του κόσμου, είχε σπρώξει το ερώτημα του περιεχομένου ακόμα βαθύτερα, ακόμα πιο μακριά.
Η επιφάνεια τυλίγει τον κόσμο μέσα της με έναν τρόπο ιλιγγιώδη. Οι πτυχώσεις του κόσμου, οι ακμές των στερεών τα εξογκώματα και οι υφές των επιφανειών απλώνονται με τρόπο απόλυτο παντού χωρίς καμιά ρωγμή, πουθενά. Δεν μπορούμε να βγούμε έξω από τις επιφάνειες και σχετικό μ’ αυτό, είναι πως δεν μπορούμε να φύγουμε έξω από τις από τις εικόνες του κόσμου.
Ο άνθρωπος διαρκώς συνδιαλέγεται με τις επιφάνειες, τις διαχειρίζεται, τις συντάσει, τις κοιτά. Αυτό είναι όλο.
Αυτό είναι όλο; Τελειώσαμε;

Όχι. Μόλις ξεκινήσαμε.

Advertisements