Στο λεωφορείο επιστρέφοντας Αθήνα οι επιβάτες ήταν ήσυχοι. Πολύ ήσυχοι. Ο Α. σκέφτηκε πως οι “μαυρούλιδες” που τον ταλαιπώρησαν μιλώντας συνέχεια πίσω του το ίδιο πρωί (τότε έφευγε) κάτι επιτελούσαν. Μπαίνοντας Αθήνα έπιασε κίνηση. Κοίταξε γύρω, η αίσθηση του ήταν μικτή κι απροσδιόριστη. Συχνά δίνει στον εαυτό του την πολυτέλεια να αναρωτιέται αν τον αφορά τελικά αυτός ο τόπος, μήπως πρέπει να ξαναφύγει; Είναι αυτή η Αθήνα, είναι αυτή η Ελλάδα; Συνήθως απαντά πως αν ήταν κάτι, οτιδήποτε, θα ήταν φυλακή. Η Έλλάδα και η Αθήνα που πολλοί αγαπούν και πολλοί, με ευκολία, βρίζουν, δεν υπάρχει ως τέτοια. Αποφασίζεται καθημερινά. Κοιτά γύρω του. Πόσοι από αυτούς τους αγέλαστους παραπονιούνται πως οι (άλλοι)άνθρωποι σήμερα δε γελούν; Χαμογελά στα κρυφά για να μην αλλάξει τον κόσμο.

Advertisements