Πόσο σε σκέφτομαι απόψε Walt Whitman!

Σε σκέφτομαι γιατί περπατώ στα δρομάκια κάτω από τα δέντρα,

με πονοκέφαλο, με μάτια ορθάνοιχτα, κοιτώντας την πανσέληνο.

Χωμένος στην πεινασμένη κούραση μου, μπήκα στο φωτισμένο με νέον σουπερμάρκετ φρούτων για να ψωνίσω εικόνες,

αναπολώντας τους μακροσκελείς καταλόγους των ποιημάτων σου!

Ροδάκινα! Και μισοσκόταδα!

Ολόκληρες οικογένειες να ψωνίζουν μές στην νύχτα!

Ουρές γεμάτες συζύγους! Οι Γυναίκες στα αβοκάντο! Τα μωρά στις ντομάτες!

[και συ Γκαρθία Λόρκα τι γυρεύεις εκεί κάτω στα καρπούζια; ]

Σε είδα Walt Whitman, χωρίς παιδιά, μόνο, γέρο κλέφτη να σκουντάς ανάμεσα στα κατεψυγμένα κρέατα, να κρυφοκοιτάς τα αγόρια του μανάβικου.

Σε άκουσα να ρωτάς το καθένα:

Ποιός σκότωσε τα χοιρινά παϊδάκια;

Μπανάνες.. Πόσο;

Είσαι ο άγγελος μου;

Περιπλανιόμουν μέσα-έξω στις γυαλιστερές στοίβες από κονσέρβες ακολουθώντας σε, ακολουθούμενος μέσα στο μυαλό μου, από τον φύλακα του καταστήματος.

Δρασκελίσαμε παρέα κατηφορίζοντας τους διάπλατους διαδρόμους, με τα κεφάλια μας μοναχικές αγκινάρες, σε γεύσεις ευφάνταστες, αποκτώντας κάθε κατεψυγμένη νοστιμιά χωρίς να περάσουμε ποτέ από το ταμείο.

Που πηγαίνουμε Walt Whitman; Οι πόρτες κλείνουν σε μια ώρα. Ποιό δρόμο δείχνει απόψε η γενειάδα σου; (Χαιδέυω το βιβλίο σου, ονειρεύομαι την οδύσσεια μας στο σούπερμάρκετ κι αισθάνομαι παράλογος)

Θα περπατήσουμε έτσι όλη νύχτα;

Σε δρόμους μοναχικούς;

Τα δέντρα προσθέτουν στις σκιές σκιές, τα φώτα  στα σπίτια σβήνουν, θα μείνουμε μονάχοι!

Θα συνεχίσουμε να παραπλανιόμαστε αναζητώντας την χαμένη Αμερική της Αγάπης;

Προσπερνώντας μπλε αμάξια στις λεωφόρους, μέχρι να φτάσουμε σπίτι, στη σιωπηλή μας καλύβα;

Αχ, αγαπημένε πατέρα, γκριζότριχε, μοναχικέ γερο-δάσκαλε του κουράγιου, ποιάν Αμερική είχες στον νου όταν ο Χάροντας άφησε το κουπί

και κατέβηκες στην καπνισμένη ακτή

και έμεινες να βλέπεις την βάρκα

να απομακρύνεται

να χάνεται στα μαύρα νερά της Λήθης;

Allen Ginsberg 1956


Κάποτε ένας ποιητής, γιος ποιητή, με Εβραϊκές ρίζες, μητέρα κομουνίστρια (σ’εκείνη την Αμειρική!) σταλινική ρομαντικού τύπου, ψυχοπαθή, ένας ποιητής φτωχός, ομοφυλόφιλος και κουμουνιστής (και μετά Βουδιστής), ξεκίνησε να ζήσει την ζωή του με τους φίλους του σε μια χώρα που λεγόταν Αμερική. Θέλαν να αλλάξουν την ποίηση, την ζωή, την χώρα τους και τον κόσμο. Λένε πως το κατάφεραν. Δεν ξέρω αν έχει σημασία. Ο Ποιητής εκείνος λεγόταν Allen (Ginsberg).

O jack (Kerouak) ένας από τους φίλους της παρέας λένε πως αυτοκτόνησε πίνοντας Ουίσκι όταν κατάλαβε τι αλλαγή επέφεραν στον κόσμο οι προσπάθειες τους. Ήταν οι Χίππιδες τότε που πήραν το όνειρο τους και το έκαναν… 60′s!!! Όλο αυτό ήταν για εκείνον μια μεγάλη απογοήτευση.

Όμως η ορμή εκείνη, ο πόθος να μιλήσεις κι ο λόγος σου να αγκαλιάζει όλον τον άνθρωπο, και το πολιτικό κι αυτό σαν κάτι το ανθρώπινο, λειτουργεί ακόμα και αλλάζει ακόμα ανθρώπους, θυμίζει πράγματα.

Δεν είναι πάντα αυτή η ποίηση που προτιμώ να διαβάσω

αλλά με συγκινεί πάντα

και την αναζητώ τακτικά

και την βρίσκω διπλά επίκαιρη τις μέρες αυτές.

Ο Walt Whitman είναι πατέρας της αμερικάνικης ποίησης και κήρυκας ενός μάλλον διαφορετικού “Αμερικάνικου Ονείρου”. Είναι χαρακτηριστικό το πως και πόσο μιλά ο Allen Ginsberg για την Αμερική  (γνήσιος απόγονος του Walt Whitman). Μπορείτε να ακούσετε και να διαβάσετε το ιστορικό (και σπαραχτικά ανόητο) ποίημα “America” μαζί με κάποια σχόλια.

Πως θα μιλήσουμε κι εμείς στον Διονύσιο Σολωμό; Πως θα μιλήσουμε για την κοινή μας πορεία; Πόσο δύσκολο είναι να μιλήσουμε για την Ελλάδα; Πόσο αυτή η λέξη και η έννοια της μοιάζει αποκρουστική και κενή… Πως θα μιλήσουμε για όσα μοιάζουν χαμένα; Πόσο η ομολογία τους, χωρίς γκρίνια και διάθεση κατηγορίας, είναι μονόδρομος για όσους διψούν ειλικρινή ελπίδα και τίμια δύναμη; Και πόσο αυτός ο αγώνας μας έχει πάντα κάτι μάταιο;

Ποιά Αμερική Walter; Και ποιά Ελλάδα, Διονύσιε, έχεις στον νου σου εκεί που βρίσκεσαι; Ποιά Ελευθερία και ποιά γλώσσα; Όταν κοιτάς την Ιστορία κατάματα αισθάνεσαι ήδη νεκρός. Υπάρχει μια φράση που με οδηγεί όταν θέλω να μιλήσω γι’ αυτά. Την έγραφε κάπου ο Jack Kerouac (το γράφω όπως το θυμάμαι)

“… και κατάλαβα πως συνεχώς ζητούσα πράγματα που κανείς δεν θα νοσταλγούσε στον Παράδεισο!

Εδώ θα βρείτε ένα ποίημα του Walt Whitman που ανέβασα παλαιότερα

βιογραφικό του Allen Ginsberg

*Η μετάφραση του ποιήματος είναι (δική μου ή αν θέλετε) του Αλέξανδρου Μιστριώτη.
Advertisement